Ευρεία σύσκεψη με την Πανελλήνια Ένωση Κτηνοτρόφων (ΠΕΚ) είχε ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, στο πλαίσιο επίσκεψής του στη Θεσσαλονίκη, με αντικείμενο τα ζητήματα που απασχολούν τον κτηνοτροφικό κλάδο σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων.
Ο κ. Δημήτρης Καμπούρης, αντιπρόεδρος της ΠΕΚ, τόνισε στον ΑγροΤυπο ότι «αναφέραμε στον υπουργό τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι.
Μας ανέφερε ότι η συνδεδεμένη ενίσχυση στην ζωική παραγωγή αναμένεται να καταβληθεί μέχρι το Πάσχα. Επίσης μέχρι το πρώτο εξάμηνο του 2026 αναμένεται να πληρωθεί η πρώτη δόση της ενίσχυσης de minimis για τις ζωοτροφές.
Στην συνέχεια συζητήσαμε για την ευλογιά και ο υπουργός ήταν κάθετος να μην γίνει εμβολιασμός. Για την περίοδο του Πάσχα μας ανέφερε ότι θα κάνει ότι είναι δυνατόν για να προστατέψει την τιμή παραγωγού.
Από την πλευρά μας ζητήσαμε στις περιοχές με ζώνες καραντίνας να μην αφαιρούν τις συκωταριές και τα εντόσθια γιατί αποτελούν 12% έως 13% τους βάρους των αμνοεριφίων και το χάνουν οι κτηνοτρόφοι.
Για την ΚΑΠ, ζητήσαμε όλη η χώρα να έχει ενιαία πυκνότητα βόσκησης, που αποτελεί κρίσιμο δείκτη στον καθορισμό των βοσκοτόπων και των ενισχύσεων στους κτηνοτρόφους. Ως πυκνότητα βόσκησης ορίζεται το πηλίκο του ζωικού κεφαλαίου (σε ΜΜΖ) προς την επιλέξιμη βοσκήσιμη έκταση (σε εκτάρια), ή ο αριθμός των ΜΜΖ που μπορούν να βοσκήσουν σε μια έκταση.
Όσον αφορά τα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης, ο υπουργός μας ανέφερε ότι πάνε για το 2027.
Καταθέσαμε στον υπουργό την παλιά πρότασή μας για να ενισχυθεί ο κτηνοτρόφος από το ΥπΑΑΤ ώστε να κρατήσει τα θηλυκά αρνιά και κατσίκια. Η ενίσχυση να είναι ανά κεφαλή ζώου και θα έχει σαν στόχο την ανασύσταση αλλά και την αύξηση του ζωικού κεφαλαίου της χώρας μας. Θεωρούμε ότι ένα τέτοιο μέτρο είναι αναγκαίο μετά την θανάτωση τόσο μεγάλου αριθμού αιγοπροβάτων λόγω της ευλογιάς».
Η ανακοίνωση που εξέδωσε το ΥπΑΑΤ αναφέρει τα εξής:
«Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν η εξέλιξη των επιζωοτιών, με έμφαση στην ευλογιά των αιγοπροβάτων και τα πρόσφατα κρούσματα αφθώδους πυρετού, καθώς και οι επιπτώσεις τους στην παραγωγή.
Παράλληλα, τέθηκαν ζητήματα που σχετίζονται με την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν οι κτηνοτρόφοι, τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, αλλά και θέματα που αφορούν την ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου, τις αποζημιώσεις για ζωοτροφές και τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης.
Ο κ. Τσιάρας υπογράμμισε την ανάγκη αυστηρής τήρησης των μέτρων βιοασφάλειας που προβλέπει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 2020/687, ως βασικό εργαλείου για τον περιορισμό της διασποράς των επιζωοτιών, ενώ τόνισε ότι το Υπουργείο βρίσκεται σε διαρκή συνεργασία με τους παραγωγούς και τους φορείς τους, προκειμένου να διαμορφώνονται και να υλοποιούνται στοχευμένες παρεμβάσεις στήριξης.
Όπως επισήμανε, βασική προτεραιότητα αποτελεί η στήριξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και η διασφάλιση της συνέχισης της παραγωγικής δραστηριότητας, μέσα από ένα πλέγμα μέτρων που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του κλάδου.
Μετά το πέρας της συνάντησης, ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, δήλωσε ότι κατά τη διάρκεια της ευρείας συζήτησης με την Πανελλήνια Ένωση Κτηνοτρόφων τέθηκαν όλα τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τον κλάδο, τόσο σε σχέση με την έξαρση των επιζωοτιών, όσο και με τις οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί.
Όπως ανέφερε, ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις επιπτώσεις της ευλογιάς και των πρόσφατων κρουσμάτων αφθώδους πυρετού, τα οποία, όπως σημείωσε, «χτυπούν ένα καμπανάκι κινδύνου» για την ελληνική κτηνοτροφία. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κυβέρνηση έχει αποδείξει διαχρονικά πως στέκεται δίπλα στους παραγωγούς, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, επιδιώκοντας με κάθε τρόπο τη στήριξη του κλάδου.
Ο κ. Τσιάρας επισήμανε ότι η προσπάθεια του Υπουργείου επικεντρώνεται στη δημιουργία ενός «διχτύου ασφαλείας», με βασικό άξονα την αυστηρή τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας, προκειμένου να περιοριστεί η διασπορά των επιζωοτιών.
Αναφερόμενος στην περίοδο του Πάσχα, σημείωσε ότι έχει ενισχυθεί η δυνατότητα διενέργειας ελέγχων πριν από τη σφαγή, με την προσθήκη νέου εργαστηρίου, στοιχείο που ενισχύει την ασφάλεια και την ταχύτητα των ελέγχων.
Κλείνοντας, τόνισε ότι μέσα από τη συνεργασία και τη συνεχή επικοινωνία με τους κτηνοτρόφους, στόχος είναι αφενός ο περιορισμός της διασποράς των νόσων και αφετέρου η ουσιαστική στήριξη των ανθρώπων του πρωτογενούς τομέα, οι οποίοι, όπως είπε, «μοχθούν, παράγουν και δημιουργούν προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία».