Το ελαιόλαδο βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής αγροδιατροφικής παραγωγής, τόσο λόγω της οικονομικής του σημασίας όσο και λόγω του ρόλου του στη διατροφή εκατομμυρίων πολιτών. Πίσω όμως από το τελικό προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή, λειτουργεί ένα σύνθετο πλέγμα κανόνων και ελέγχων, με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας, της ασφάλειας και της γνησιότητάς του.
Πώς εφαρμόζονται στην πράξη αυτοί οι έλεγχοι στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Υπάρχει ενιαία προσέγγιση ή καταγράφονται διαφοροποιήσεις; Σε αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η πρόσφατη Ειδική Έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα συστήματα ελέγχου του ελαιολάδου στην ΕΕ, πάνω στην οποία βασίζεται το παρόν άρθρο.
Πλαίσιο και αντικείμενο της ευρωπαϊκής έκθεσης
Το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα πλέον εμβληματικά αγροδιατροφικά προϊόντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ιδιαίτερη οικονομική, διατροφική και πολιτισμική σημασία. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός, καταναλωτής και εξαγωγέας ελαιολάδου παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη διασφάλιση της ποιότητας, της ασφάλειας και της γνησιότητάς του σε όλα τα στάδια της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει εκτενές νομικό πλαίσιο για τους ελέγχους συμμόρφωσης, την επισήμανση, την ασφάλεια των τροφίμων και την ιχνηλασιμότητα του ελαιολάδου. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσίευσε την Ειδική Έκθεση 01/2026, με αντικείμενο την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο τα συστήματα ελέγχου εφαρμόζονται στην πράξη στα κράτη-μέλη.
Η έκθεση δεν εξετάζει την ποιότητα του ίδιου του προϊόντος, αλλά τη λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο. Η αξιολόγηση αφορά τέσσερα κράτη-μέλη —Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα και Βέλγιο— που καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, της εμπορίας και των εισαγωγών ελαιολάδου στην ΕΕ, για την περίοδο 2018–2023. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρά την ύπαρξη ενός ολοκληρωμένου κανονιστικού πλαισίου, η εφαρμογή των ελέγχων δεν είναι ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη. Καταγράφονται διαφοροποιήσεις ως προς τη συχνότητα, το εύρος και το βάθος των ελέγχων, καθώς και ζητήματα που αφορούν την ανάλυση κινδύνου, την εργαστηριακή υποστήριξη και την ιχνηλασιμότητα.
Τα ευρήματα της έκθεσης
1. Ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο με ανομοιόμορφη εφαρμογή
Η έκθεση καταγράφει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ένα εκτενές και αυστηρό νομικό πλαίσιο για τους ελέγχους στο ελαιόλαδο, το οποίο καλύπτει τη συμμόρφωση με τις κατηγορίες ποιότητας, την ασφάλεια των τροφίμων και την ιχνηλασιμότητα. Ωστόσο, η εφαρμογή του πλαισίου αυτού δεν είναι ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη, γεγονός που οδηγεί σε διαφοροποιήσεις στον τρόπο και την ένταση των ελέγχων.
2. Απόκλιση από τον ελάχιστο αριθμό ελέγχων συμμόρφωσης
Κατά την περίοδο 2018–2023, διαπιστώνεται ότι ορισμένα κράτη-μέλη δεν πραγματοποίησαν σταθερά τον ελάχιστο αριθμό ελέγχων συμμόρφωσης που προβλέπει η ενωσιακή νομοθεσία. Παρότι σε αρκετές περιπτώσεις οι προβλεπόμενοι έλεγχοι συμπληρώθηκαν από άλλες μορφές επιθεωρήσεων, η απόκλιση από τις ελάχιστες απαιτήσεις καταγράφεται ως επαναλαμβανόμενο στοιχείο.
3. Ελλιπής κάλυψη των εργαστηριακών αναλύσεων
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι εργαστηριακές αναλύσεις στο πλαίσιο των ελέγχων συμμόρφωσης δεν ήταν πάντοτε πλήρεις. Σε ορισμένα κράτη-μέλη δεν εξετάστηκαν όλες οι υποχρεωτικές φυσικοχημικές παράμετροι που απαιτούνται για την πλήρη αξιολόγηση της κατηγορίας του ελαιολάδου, περιορίζοντας τη συνολική εικόνα για την ποιότητά του.
4. Μη συμμορφώσεις που συνδέονται κυρίως με υποβάθμιση της ποιότητας
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ελέγχων, η πλειονότητα των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης εντοπίζεται μέσω της οργανοληπτικής αξιολόγησης και συνδέεται κυρίως με την υποβάθμιση της ποιότητας του ελαιολάδου με την πάροδο του χρόνου. Η υποβάθμιση αυτή σχετίζεται με παράγοντες όπως η διάρκεια διατηρησιμότητας, οι συνθήκες αποθήκευσης και η ευαισθησία του προϊόντος στο φως και τη θερμότητα.
5. Διαφοροποιήσεις στους ελέγχους για επιμολυντές
Όσον αφορά την ασφάλεια των τροφίμων, η έκθεση καταγράφει ότι οι έλεγχοι για κατάλοιπα φυτοφαρμάκων στο ελαιόλαδο λειτουργούν γενικά ικανοποιητικά και οδηγούν στον εντοπισμό περιορισμένου αριθμού μη συμμορφώσεων. Αντίθετα, για άλλους τύπους επιμολυντών, το ενωσιακό πλαίσιο εμφανίζεται λιγότερο ανεπτυγμένο, με αποτέλεσμα διαφοροποιήσεις ως προς το είδος και τη συχνότητα των ελέγχων που διενεργούνται από τα κράτη-μέλη.
6. Περιορισμένοι έλεγχοι στο εισαγόμενο ελαιόλαδο
Η έκθεση επισημαίνει ότι το ελαιόλαδο που εισάγεται από τρίτες χώρες και αντιστοιχεί σε περίπου 9% της κατανάλωσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ελέγχεται συστηματικά για φυτοφάρμακα και άλλους επιμολυντές σε όλα τα κράτη-μέλη που εξετάστηκαν.
7. Αδυναμίες στους ελέγχους ιχνηλασιμότητας
Παρότι έχουν θεσπιστεί νομικές απαιτήσεις για την ιχνηλασιμότητα του ελαιολάδου, η έκθεση καταγράφει έλλειψη ενιαίας καθοδήγησης σε επίπεδο ΕΕ για τον τρόπο ελέγχου της τήρησής τους. Ως αποτέλεσμα, το επίπεδο επαλήθευσης της προέλευσης διαφέρει μεταξύ των κρατών-μελών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ιχνηλάτηση του προϊόντος καθίσταται δυσχερής, ιδίως σε διασυνοριακές διακινήσεις ή σε προϊόντα μεικτής προέλευσης.
Οι παρατηρήσεις της έκθεσης για την Ελλάδα
1. Λιγότεροι έλεγχοι συμμόρφωσης από τον ελάχιστο προβλεπόμενο αριθμό
Για την περίοδο 2018–2023, η έκθεση καταγράφει ότι οι ελληνικές αρχές διενήργησαν συστηματικά λιγότερους ελέγχους συμμόρφωσης από τον ελάχιστο αριθμό που προβλέπεται από την ενωσιακή νομοθεσία, με εξαίρεση το έτος 2023, κατά το οποίο ο απαιτούμενος αριθμός ελέγχων καλύφθηκε.
2. Γενικότερου χαρακτήρα ανάλυση κινδύνου
Σύμφωνα με την έκθεση, η ανάλυση κινδύνου που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα για τον σχεδιασμό των ελέγχων συμμόρφωσης χαρακτηρίζεται ως γενικότερου χαρακτήρα. Δεν λαμβάνει πάντοτε υπόψη ορισμένα δυνητικά συναφή κριτήρια, όπως η ποσότητα και η οικονομική αξία των διαφορετικών ελαιολάδων που διατίθενται στο εμπόριο.
3. Περιορισμένο πεδίο εφαρμογής των ελέγχων
Οι έλεγχοι συμμόρφωσης των ελληνικών αρχών καλύπτουν κυρίως το ελαιόλαδο που παράγεται στην Ελλάδα και προορίζεται για την εγχώρια αγορά. Σύμφωνα με την έκθεση, εξαιρούνται σε μεγάλο βαθμό τόσο το εισαγόμενο ελαιόλαδο όσο και εκείνο που προορίζεται για εξαγωγή.
4. Ζητήματα στελέχωσης, χρηματοδότησης και εργαστηριακής υποστήριξης
Οι ελληνικές αρχές αναφέρουν στην έκθεση συνεχιζόμενα προβλήματα υποστελέχωσης και ελλιπούς χρηματοδότησης, καθώς και διαδικαστικές δυσκολίες που αφορούν την πρόσβαση σε εργαστηριακές υπηρεσίες. Τα ζητήματα αυτά, σύμφωνα με την καταγραφή του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, επηρεάζουν τη δυνατότητα διενέργειας των απαιτούμενων ελέγχων.
5. Έλεγχοι συμμόρφωσης και τμήματα της αγοράς
Η έκθεση επισημαίνει ότι οι έλεγχοι συμμόρφωσης στην Ελλάδα δεν καλύπτουν όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής και διανομής. Ειδικότερα, οι έλεγχοι δεν επεκτείνονται συστηματικά σε δραστηριότητες που σχετίζονται με εισαγωγές και εξαγωγές, γεγονός που διαφοροποιεί την ελληνική πρακτική από εκείνη άλλων κρατών-μελών που εξετάστηκαν.
6. Κυρώσεις και χρόνος ολοκλήρωσης των διαδικασιών
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, τα συστήματα κυρώσεων στην Ελλάδα περιλαμβάνουν στοιχεία αναλογικότητας, ωστόσο εντοπίζονται αδυναμίες ως προς την αποτρεπτικότητά τους. Επιπλέον, οι διαδικασίες επιβολής κυρώσεων χαρακτηρίζονται ως χρονοβόρες, με μέσο χρόνο ολοκλήρωσης που φθάνει έως και τους 14 μήνες, γεγονός που καθυστερεί την απόσυρση μη συμμορφούμενων προϊόντων από την αγορά.
7. Πρακτικές ανάμειξης και έλεγχος ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας
Η έκθεση αναφέρει ότι στην Ελλάδα επιτρέπεται η ανάμειξη ελαιολάδου από διαφορετικές περιόδους συγκομιδής, με χρήση της πιο πρόσφατης συγκομιδής για τον καθορισμό της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας. Παράλληλα, καταγράφεται ότι οι επιθεωρητές δεν διαθέτουν συγκεκριμένη καθοδήγηση για τον έλεγχο του τρόπου με τον οποίο οι επιχειρήσεις προσδιορίζουν τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
Προτάσεις για την ενίσχυση των ελέγχων στο ελαιόλαδο
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο συνοδεύει τα ευρήματά του με συγκεκριμένες συστάσεις, με στόχο τη βελτίωση της εφαρμογής των συστημάτων ελέγχου του ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η ανάγκη ενίσχυσης της εποπτείας των συστημάτων ελέγχου των κρατών-μελών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και η αποσαφήνιση ορισμένων κανόνων που εφαρμόζονται με διαφορετικό τρόπο, όπως εκείνοι που αφορούν την ανάμειξη ελαιολάδων διαφορετικών ετών συγκομιδής ή κατηγοριών.
Η έκθεση τονίζει επίσης την ανάγκη βελτίωσης της καθοδήγησης για τους ελέγχους επιμολυντών, πέραν των φυτοφαρμάκων, καθώς και τη συστηματικότερη ενσωμάτωση των εισαγωγών από τρίτες χώρες στις αναλύσεις κινδύνου. Τέλος, υπογραμμίζεται η σημασία της ενίσχυσης της ιχνηλασιμότητας του ελαιολάδου, μέσω σαφέστερων κανόνων ελέγχου και καλύτερης διασύνδεσης των συστημάτων καταγραφής, ιδίως σε διασυνοριακό επίπεδο.
Πηγή: Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο – Ειδική Έκθεση 01/2026 «Συστήματα ελέγχου του ελαιολάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση»