Τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα, λένε, αλλά ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Βόλου - γνωστός ως ΕΒΟΛ - τα έχει καταφέρει να επιβιώσει έναν αιώνα από πολέμους, δικτατορίες, οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, ενεργειακές και κλιματικές κρίσεις, ζωονόσους και ν’ ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία.
Γεννημένος ως Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Βόλου συσπείρωσε τα πρώτα χρόνια ζωής του αγρότες από το Δυτικό Πήλιο και το Βελεστίνο.
Το σημερινό παραγωγικό χαρτοφυλάκιο της ΕΒΟΛ περιλαμβάνει: φρέσκο αγελαδινό και γίδινο γάλα, γιαούρτια, τυριά, κεφίρ, βούτυρο και άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων, όπως το βιολογικό γάλα και τα παράγωγά του.
Συζητάμε με τον πρόεδρο της ΕΒΟΛ, Στέφανο Διακομή, ο οποίος μας εξήγησε τα «μυστικά» και τη φιλοσοφία του συνεταιρισμού με έδρα τη Μαγνησία, που στέκεται όρθιος εδώ κι έναν αιώνα. Μας μίλησε για τις καινοτομίες στην αγορά και στην κοινωνία και τόνισε ποιες ενέργειες απαιτούνται άμεσα από την πολιτεία ώστε να μπουν νέοι παραγωγοί στο επάγγελμα και να έχει μέλλον η κτηνοτροφία στην Ελλάδα.
Ερ. Η ΕΒΟΛ αποτελεί μια από τις παλαιότερες συνεταιριστικές αγροτοβιομηχανίες, που επέζησαν μετά από πληθώρα κρίσεων, που γνώρισε το συνεταιριστικό κίνημα και η ελληνική οικονομία. Ποιο είναι το μυστικό σας;
«Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Βόλου – ΕΒΟΛ συμπληρώνει φέτος 100 χρόνια συνεχούς λειτουργίας. Αποτελεί έναν από τους πλέον ιστορικούς συνεταιρισμούς της χώρας. Κατάφερε ν΄ αντέξει στις δυσκολίες και να ξεπεράσει κάθε οικονομική κρίση παραμένοντας ένας υγιής συνεταιρισμός με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα να ασκεί ισχυρή παρεμβατική πολιτική.
Η επιτυχημένη πορεία του δεν οφείλεται σε κάποια συγκυριακή επιλογή, αλλά σε μια σταθερή φιλοσοφία που υπηρετούμε εδώ και πολλές δεκαετίες. Βασίζεται στη σωστή διοίκηση, στην οικονομική πειθαρχία, στη διαρκή επένδυση στην ποιότητα και κυρίως στη διατήρηση του συνεταιριστικού χαρακτήρα μας. Από την ίδρυση του συνεταιρισμού μέχρι και σήμερα, βασική αποστολή ήταν πάντοτε η στήριξη των παραγωγών-μελών του, η ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και η παροχή ποιοτικών προϊόντων στους καταναλωτές. Επενδύουμε διαρκώς στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων, στην τεχνολογία, στην καινοτομία και στην παραγωγή ασφαλών προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας.
Παράλληλα, η ΕΒΟΛ επιτελεί σημαντικό κοινωνικό έργο, στηρίζοντας σχολεία, αθλητικούς και πολιτιστικούς συλλόγους, κοινωνικές δομές, ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, καθώς και δράσεις που προάγουν την παιδεία, τον πολιτισμό και την κοινωνική αλληλεγγύη. Θεωρούμε ότι ένας συνεταιρισμός δεν έχει μόνο οικονομική αποστολή, αλλά και κοινωνική ευθύνη απέναντι στην τοπική κοινωνία, που τον στηρίζει διαχρονικά.
Τέλος, το μεγαλύτερο κεφάλαιο μας είναι η εμπιστοσύνη των παραγωγών, των εργαζομένων και κυρίως των καταναλωτών. Αυτή η εμπιστοσύνη μας επέτρεψε να ξεπεράσουμε κάθε δυσκολία και να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε με σταθερότητα και συνέπεια. Αυτό είναι το πραγματικό μυστικό της ΕΒΟΛ».
Ερ. Σήμερα η ΕΒΟΛ αντιμετωπίζει μια ακόμη κρίση που συνδέεται με την απώλεια ζωικού κεφαλαίου από φωτιές, την καταιγίδα Ντάνιελ και την ευλογιά. Πώς μπορεί ν’ αναπληρωθεί αυτό το ζωικό κεφάλαιο τη στιγμή, που υπάρχουν κτηνοτρόφοι που βιώνουν εδώ και 2,5 χρόνια ταλαιπωρία;
«Πράγματι, ο κτηνοτροφικός τομέας βρίσκεται αντιμέτωπος με μία πρωτοφανή κρίση. Οι καταστροφικές πυρκαγιές, η θεομηνία Daniel και πιο πρόσφατα, η ευλογιά των αιγοπροβάτων έχουν προκαλέσει τεράστιες απώλειες ζωικού κεφαλαίου και έχουν δοκιμάσει τις αντοχές των παραγωγών.
Η αναπλήρωση του ζωικού κεφαλαίου είναι μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία. Δεν αρκεί η αγορά νέων ζώων. Απαιτείται οικονομική στήριξη, επαρκής χρόνος προσαρμογής, αποκατάσταση των εγκαταστάσεων και κυρίως η διασφάλιση ότι οι παραγωγοί θα έχουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους με βιώσιμους όρους.
Δυστυχώς, πολλοί κτηνοτρόφοι βρίσκονται εδώ και 2,5 χρόνια αντιμέτωποι με διαδοχικά πλήγματα. Η αύξηση του κόστους παραγωγής, οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις και η αβεβαιότητα για το μέλλον έχουν επιβαρύνει σημαντικά την καθημερινότητά τους. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η άμεση ενεργοποίηση αποτελεσματικών προγραμμάτων ανασύστασης των εκτροφών και η ταχύτερη καταβολή των αποζημιώσεων.
Από την πλευρά του, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Βόλου - ΕΒΟΛ βρίσκεται διαχρονικά δίπλα στους παραγωγούς της, στηρίζοντας την πρωτογενή παραγωγή και αναδεικνύοντας τα προβλήματα του κλάδου. Η ελληνική κτηνοτροφία δεν αφορά μόνο στους κτηνοτρόφους αλλά συνδέεται άμεσα με την επισιτιστική επάρκεια της χώρας, την οικονομική ανάπτυξη της περιφέρειας και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής στην ύπαιθρο.
Τέλος, παρά τις δυσκολίες, παραμένουμε αισιόδοξοι ότι με σωστό σχεδιασμό, συντονισμένες παρεμβάσεις και ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία είναι εφικτή η σταδιακή ανασυγκρότηση του ζωικού κεφαλαίου και η επαναφορά της ελληνικής κτηνοτροφίας σε τροχιά ανάπτυξης».
Ερ. Η ΕΒΟΛ μίλησε για απώλεια αγροτικού εισοδήματος κι όχι μόνο ζωικού κεφαλαίου. Πολλοί παραγωγοί διαμαρτύρονται ότι οι τιμές που δίνονται από το υπουργείο είναι εντελώς μακριά από τις τιμές της αγοράς. Τι θα προτείνατε;
«Η απώλεια ζωικού κεφαλαίου είναι μόνο μια διάσταση του προβλήματος. Εξίσου σημαντική είναι η απώλεια αγροτικού εισοδήματος, καθώς πολλοί παραγωγοί έχουν στερηθεί την παραγωγική τους δραστηριότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα και αδυνατούν να καλύψουν το πραγματικό κόστος που έχουν υποστεί.
Η θέση μας είναι σαφής: οι αποζημιώσεις πρέπει ν’ ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες στης αγοράς και να καλύπτουν ουσιαστικά τις ζημίες που έχουν υποστεί οι παραγωγοί.
Όταν ένας κτηνοτρόφος καλείται ν’ αντικαταστήσει το ζωικό του κεφάλαιο ή να επανεκκινήσει την εκμετάλλευσή του, αντιμετωπίζει πραγματικές τιμές αγοράς και πραγματικά κόστη, τα οποία συχνά διαφέρουν σημαντικά από τις διοικητικά καθορισμένες τιμές. Για τον λόγο αυτό θεωρούμε ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να υπολογίζονται με βάση επικαιροποιημένα στοιχεία της αγοράς και να λαμβάνουν υπόψη, όχι μόνο την αξία του ζωικού κεφαλαίου αλλά το χαμένο εισόδημα μέχρι την πλήρη αποκατάσταση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία δεν χρειάζονται απλώς αποζημιώσεις. Χρειάζονται πολιτικές, που θα διασφαλίσουν την βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και θα προσφέρουν πραγματικές προοπτικές στους ανθρώπους της παραγωγής. Εάν οι αποζημιώσεις δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές απώλειες, υπάρχει ο κίνδυνος πολλοί παραγωγοί να εγκαταλείψουν οριστικά το επάγγελμα, γεγονός που θα έχει σοβαρές συνέπειες για την πρωτογενή παραγωγή και την περιφερειακή ανάπτυξη».
Ερ. Η ΕΒΟΛ πρωτοστάτησε στην αγορά κατσικίσιου γάλακτος και σήμερα επενδύει στην καινοτομία με προϊόντα ΚΕΦΙΡ συνεργαζόμενη και με πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ποιο κλειδί θεωρείτε πως λείπει στον αγροτικό τομέα και ποιες τομές απαιτούνται για να βελτιωθεί συνεργασία συνεταιρισμών-ΑΕΙ;
«Ο συνεταιρισμός μας δραστηριοποιείται στον τομέα του γάλακτος και έχει αναπτύξει στρατηγικές συνεργασίες με Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το Εθνικό Καποδιστριακό Αθηνών, τον ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ κι άλλους φορείς και συμμετέχει ενεργά στην δράση «Ερευνώ-Καινοτομώ». Μέσω αυτής, στοχεύουμε στην παραγωγή καινοτόμων, βιολειτουργικών προϊόντων υψηλής διατροφικής αξίας με βάση το κατσικίσιο γάλα και τα παράγωγά του (κεφίρ, γιαούρτια, κ.ά.) σε συνδυασμό με εκχυλίσματα βοτάνων.
Το βασικό στοιχείο που λείπει σήμερα είναι η πιο συστηματική διασύνδεση της έρευνας με τις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής. Στα ελληνικά πανεπιστήμια παράγεται σημαντικό επιστημονικό έργο, το οποίο, όμως, συχνά παραμένει μακριά από τον αγρότη, τον κτηνοτρόφο ή τον συνεταιρισμό που θα μπορούσε να το αξιοποιήσει.
Χρειάζονται περισσότερα κοινά ερευνητικά προγράμματα, πιλοτικές εφαρμογές, δομές μεταφοράς τεχνογνωσίας και θεσμοθετημένοι μηχανισμοί συνεργασίας μεταξύ ΑΕΙ και παραγωγικών φορέων. Παράλληλα, οι συνεταιρισμοί πρέπει να έχουν ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό των ερευνητικών δράσεων, ώστε η έρευνα ν’ απαντά σε πραγματικά προβλήματα της αγροτικής οικονομίας.
Η ΕΒΟΛ πιστεύει ότι το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα βρίσκεται στη σύνδεση της παραγωγής με τη γνώση, την τεχνολογία και την καινοτομία. Μέσα από τέτοιες συνεργασίες, μπορούν να δημιουργηθούν νέα προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και να διαμορφωθούν καλύτερές προοπτικές για τη νέα γενιά παραγωγών».
Ερ. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι παραγωγοί εγκαταλείπουν το επάγγελμα, ενώ τα προγράμματα Νέων Γεωργών δεν έχουν αποδώσει τα μέγιστα. Τι θα προτείνατε εσείς για την ανάπτυξη της Κτηνοτροφίας και την είσοδο νέων παραγωγών ως προς τη νέα ΚΑΠ;
«Η συνεχής μείωση του αριθμού των κτηνοτρόφων αποτελεί, ίσως, τη μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο πρωτογενής τομέας. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομικό ζήτημα αλλά και για δημογραφικό, καθώς η ηλικιακή ανανέωση του κλάδου παραμένει περιορισμένη.
Τα προγράμματα Νέων Γεωργών αποτελούν ένα θετικό εργαλείο όμως, δεν επαρκούν από μόνα τους. Ένας νέος άνθρωπος δεν αποφασίζει να επενδύσει στην κτηνοτροφία μόνο λόγω μιας αρχικής ενίσχυσης. Χρειάζεται να έχει προοπτική σταθερού εισοδήματος, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, γη, σύγχρονες υποδομές και κυρίως ένα σταθερό περιβάλλον για να σχεδιάσει το μέλλον του.
Στο πλαίσιο της νέας ΚΑΠ θεωρούμε ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στους ενεργούς παραγωγούς και ιδιαίτερα στους νέους κτηνοτρόφους με ισχυρότερα κίνητρα για επενδύσεις, εκσυγχρονισμό των μονάδων, υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και εφαρμογή καινοτόμων πρακτικών, που θα μειώνουν το κόστος παραγωγής και θ’ αυξάνουν την ανταγωνιστικότητα.
Παράλληλα, είναι απαραίτητο να ενισχυθούν τα συλλογικά σχήματα, όπως οι συνεταιρισμοί, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν τεχνική υποστήριξη, οικονομίες κλίμακας, καλύτερη διαπραγματευτική δύναμη και ασφαλέστερη διάθεση των προϊόντων.
Επιπλέον, απαιτείται μείωση της γραφειοκρατίας, ταχύτερη υλοποίηση των επενδυτικών προγραμμάτων και ουσιαστικά μέτρα για τη μείωση του κόστους παραγωγής, το οποίο αποτελεί σήμερα έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την είσοδο νέων ανθρώπων στον κλάδο.
Η Κτηνοτροφία δεν πρέπει ν’ αντιμετωπίζεται μόνο ως ένας παραγωγικός κλάδος αλλά ως πυλώνας ανάπτυξης της ελληνικής υπαίθρου. Αν θέλουμε να προσελκύσουμε νέους ανθρώπους στην παραγωγή πρέπει να τους προσφέρουμε πραγματικές ευκαιρίες επιχειρηματικής ανάπτυξης κι αξιοπρεπούς διαβίωσης. Αυτό οφείλει να αποτελέσει βασική προτεραιότητας της νέας ΚΑΠ και συνολικά της αγροτικής πολιτικής της χώρας».