Πολλοί παραγωγοί διαπιστώνουν κάθε χρόνο ότι η ενίσχυση που περίμεναν δεν καταβλήθηκε, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς το γιατί. Στην πράξη, το πρόβλημα δεν προκύπτει πάντα από λάθος του συστήματος, αλλά συχνά από ελλιπή γνώση των πραγματικών στοιχείων της εκμετάλλευσης, αλλαγές που δεν δηλώθηκαν ή παραλείψεις ενημέρωσης προς το γραφείο που υποβάλλει τη δήλωση ΟΣΔΕ. Παραδείγματα όπως αλλαγές ζωικού κεφαλαίου (γεννήσεις, πωλήσεις, σφαγές, απώλειες κ.ά.), ένταξη σε προγράμματα (Νέων Αγροτών, Σχέδια Βελτίωσης κ.α) που συνοδεύονται από αύξηση δηλωμένων στρεμμάτων, ή μεταβίβαση και ενοικίαση αγροτεμαχίων χωρίς επικαιροποίηση των δεδομένων, μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων και πραγματικών στοιχείων.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, στο πλαίσιο των διοικητικών, επιτόπιων και μηχανογραφικών ελέγχων, προβλέπει την επιβολή κυρώσεων όταν διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με τους όρους επιλεξιμότητας, τις δεσμεύσεις των δικαιούχων ή τις υποχρεώσεις της αιρεσιμότητας για τις άμεσες ενισχύσεις και τα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης. Οι κυρώσεις μπορεί να αφορούν είτε προσωρινή είτε οριστική μείωση του ποσού που θα λάβει ο παραγωγός — δεν σημαίνουν απαραίτητα οριστική απώλεια της ενίσχυσης. Αν υπάρχει εκκρεμότητα ελέγχου ή αμφιβολία, το ποσό δεσμεύεται προσωρινά μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος. Εφόσον διαπιστωθεί ότι ο παραγωγός είναι εντάξει, το ποσό αποδεσμεύεται και καταβάλλεται κανονικά. Αν, ωστόσο, αποδειχθεί πραγματική παράβαση ή μη συμμόρφωση, τότε επιβάλλεται περικοπή μέρους ή του συνόλου της ενίσχυσης για το συγκεκριμένο έτος. Σε σοβαρές περιπτώσεις, όπως ψευδή δήλωση ή δόλο, μπορεί να ζητηθεί επιστροφή ποσών προηγούμενων ετών ή ακόμη και πολυετής αποκλεισμός από τα προγράμματα.
Στην πράξη, πολλές “κυρώσεις” που εμφανίζονται προσωρινά στο σύστημα ΟΣΔΕ είναι δεσμεύσεις που αίρονται μετά από διοικητική διόρθωση ή επανέλεγχο στοιχείων. Γι’ αυτό, κάθε αγρότης και κτηνοτρόφος χρειάζεται να γνωρίζει όχι μόνο τι συμβαίνει στην εκμετάλλευσή του — σε φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο — αλλά και τα όρια, τις ανοχές και τις περιπτώσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε πραγματική κύρωση ή απώλεια ενίσχυσης.
Κυρώσεις για φυτικό κεφάλαιο
Στις παρεμβάσεις που αφορούν το φυτικό κεφάλαιο, οι διοικητικές κυρώσεις συνδέονται κυρίως με τις διαφορές μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας έκτασης.
Με τον όρο «υπέρβαση» εννοείται ότι ο παραγωγός έχει δηλώσει μεγαλύτερη έκταση από αυτή που τελικά επιβεβαιώνεται κατά τον έλεγχο.
Η μείωση υπολογίζεται αναλογικά με το ποσοστό αυτής της διαφοράς, ενώ σε περίπτωση επανάληψης το πρόστιμο γίνεται αυστηρότερο.
Α. Υπέρβαση έως 10%
Αν η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει την προσδιορισθείσα έως και 10%, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την πραγματική (προσδιορισθείσα) έκταση.
Αν η ίδια υπέρβαση επαναληφθεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η ενίσχυση μειώνεται κατά 1,5 φορά της διαπιστωθείσας υπέρβασης — δηλαδή, το ποσοστό της μείωσης αυξάνεται κατά 50% ως επιπλέον ποινή για επανάληψη του σφάλματος.
Παράδειγμα: Αν δηλωθούν 100 στρέμματα και ο έλεγχος επιβεβαιώσει 95, η υπέρβαση είναι 5%.
Η ενίσχυση υπολογίζεται στα 95 στρέμματα. Αν η ίδια ανακρίβεια επαναληφθεί την επόμενη χρονιά, η περικοπή θα γίνει με βάση 1,5 × 5% = 7,5%.
Β. Υπέρβαση από 10% έως 30%
Η ενίσχυση μειώνεται κατά 1,5 φορά της διαφοράς.
Αν επαναληφθεί για δεύτερη χρονιά, η μείωση εφαρμόζεται στο διπλάσιο.
Παράδειγμα: Αν δηλωθούν 100 στρέμματα και επιβεβαιωθούν 85, η διαφορά είναι 15%.
Η περικοπή γίνεται με βάση 1,5 × 15% = 22,5%. Σε επανάληψη, η μείωση φτάνει το διπλάσιο (30%).
Γ. Υπέρβαση από 30% έως 50%
Η ενίσχυση μειώνεται κατά το διπλάσιο της υπέρβασης.
Σε περίπτωση επανάληψης, δεν χορηγείται καμία στρεμματική ενίσχυση.
Παράδειγμα: Αν δηλωθούν 100 στρέμματα και επαληθευτούν 65, η διαφορά είναι 35%.
Η μείωση εφαρμόζεται στο διπλάσιο, δηλαδή 70%. Αν η ίδια παράβαση συνεχιστεί, ο παραγωγός χάνει ολόκληρη την ενίσχυση.
Δ. Υπέρβαση άνω του 50%
Δεν χορηγείται καμία ενίσχυση για τη συγκεκριμένη παρέμβαση.
Παράδειγμα: Αν δηλωθούν 100 στρέμματα και επαληθευτούν μόλις 45, η υπέρβαση ξεπερνά το 50%, άρα ο παραγωγός δεν λαμβάνει καμία ενίσχυση για το συγκεκριμένο έτος.
Ειδική ρύθμιση: Αν η διαφορά μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας έκτασης είναι μικρότερη ή ίση με 0,1 εκτάριο (1 στρέμμα), θεωρείται ότι δεν υπάρχει απόκλιση και δεν επιβάλλεται κύρωση.
Η πρόβλεψη αυτή αποσκοπεί στο να αποφεύγονται άδικες περικοπές για μικρές αποκλίσεις που οφείλονται σε τεχνικά σφάλματα ή στρογγυλοποιήσεις.
Κυρώσεις για το ζωικό κεφάλαιο
Οι κυρώσεις στις συνδεδεμένες ενισχύσεις που σχετίζονται με ζώα επιβάλλονται όταν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των δηλωθέντων και των προσδιορισθέντων ζώων, δηλαδή όταν ο αριθμός που δηλώνεται από τον κτηνοτρόφο είναι μεγαλύτερος από αυτόν που τελικά επιβεβαιώνεται στους ελέγχους.
Το ποσοστό της διαφοράς υπολογίζεται με βάση το πλήθος των προσδιορισθέντων ζώων. Με απλά λόγια, αν δηλωθούν περισσότερα ζώα από αυτά που τελικά επαληθεύονται, η υπέρβαση εκφράζεται ως ποσοστό αυτής της διαφοράς.
Α. Διαφορά έως 3 ζώα
Αν η απόκλιση αφορά έως 3 ζώα, η ενίσχυση υπολογίζεται κανονικά με βάση τα προσδιορισθέντα.
Αν όμως η ίδια απόκλιση επαναληφθεί για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, επιβάλλεται μείωση ανάλογη με το ποσοστό της διαφοράς.
Παράδειγμα: Αν δηλωθούν 52 ζώα και ο έλεγχος επιβεβαιώσει 50, η διαφορά είναι 2 ζώα — μικρότερη από 3.
Η ενίσχυση υπολογίζεται στα 50 ζώα. Αν η ίδια απόκλιση παρουσιαστεί και την επόμενη χρονιά, θα υπάρξει μικρή αναλογική μείωση.
Β. Διαφορά άνω των 3 ζώων
Αν η απόκλιση δεν υπερβαίνει το 10%, η ενίσχυση μειώνεται κατά το ποσοστό της υπέρβασης (ή 1,5 φορά αν επαναληφθεί δεύτερη χρονιά).
Για διαφορές από 10% έως 30%, η μείωση είναι 1,5 φορά της διαφοράς, ενώ σε επανάληψη γίνεται διπλάσια.
Όταν η υπέρβαση φτάνει από 30% έως 50%, η ενίσχυση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαφοράς, και σε περίπτωση επανάληψης δεν καταβάλλεται καθόλου.
Αν η υπέρβαση είναι άνω του 50%, ο κτηνοτρόφος αποκλείεται οριστικά από τη συγκεκριμένη ενίσχυση για το έτος αυτό.
Παραδείγματα:
Αν δηλωθούν 55 ζώα και επαληθευτούν 50, η διαφορά είναι 5 ζώα, δηλαδή 10%.
Η ενίσχυση μειώνεται κατά 10%, ή κατά 15% (1,5 × 10%) σε περίπτωση επανάληψης.
Αν δηλωθούν 60 ζώα και επαληθευτούν 45, η υπέρβαση είναι 33%.
Η μείωση τότε εφαρμόζεται στο διπλάσιο, δηλαδή 66%, ενώ αν επαναληφθεί, ο κτηνοτρόφος χάνει εντελώς την ενίσχυση για το έτος.
Αν η υπέρβαση ξεπερνά το 50% (π.χ. δηλωθούν 80 ζώα και επιβεβαιωθούν μόλις 40), δεν χορηγείται καμία ενίσχυση.
Με τον όρο «1,5 φορά» (μείωση κατά 1,5 φορά της διαπιστωθείσας υπέρβασης) εννοείται ότι η μείωση αυξάνεται κατά 50% σε σχέση με την αρχική διαφορά, ως πρόσθετη ποινή για επαναλαμβανόμενη ανακρίβεια.
Για παράδειγμα, αν η διαφορά είναι 10%, η περικοπή υπολογίζεται ως 15%.
Πότε δεν επιβάλλονται κυρώσεις
Δεν επιβάλλονται κυρώσεις όταν η μη συμμόρφωση του παραγωγού δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, όπως ζημιές από φυσικές καταστροφές (πλημμύρες, πυρκαγιές, ακραία καιρικά φαινόμενα) που επηρεάζουν την παραγωγή ή καθιστούν αδύνατη τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις. Επίσης, όταν η μη συμμόρφωση οφείλεται σε σφάλμα της διοίκησης — για παράδειγμα, σε εσφαλμένα στοιχεία που εισήχθησαν από υπηρεσίες ή φορείς — και ο δικαιούχος δεν είχε τη δυνατότητα να το εντοπίσει εγκαίρως, τότε δεν επιβάλλεται ποινή ή περικοπή.
Τι σημαίνει πρακτικά για τους παραγωγούς
Μπορεί όλα αυτά να φαίνονται ως «ψιλά γράμματα» ή ποσοστά σε έναν πίνακα, όμως στην πράξη μεταφράζονται σε ουσιαστική απώλεια χρημάτων για τον Έλληνα γεωργό και κτηνοτρόφο. Η σωστή ενημέρωση, η γνώση του πλαισίου των ενισχύσεων και των πιθανών κυρώσεων, αλλά και η στενή συνεργασία με το ΚΥΔ ή το γραφείο που αναλαμβάνει τη δήλωση ΟΣΔΕ, είναι καθοριστικοί παράγοντες.
Κάθε παραγωγός χρειάζεται να γνωρίζει με ακρίβεια τι διαθέτει στην εκμετάλλευσή του — φυτικό ή ζωικό κεφάλαιο — και να ενημερώνει έγκαιρα για κάθε αλλαγή, ώστε να προφυλάσσει τόσο την ενίσχυσή του όσο και τη βιωσιμότητα της παραγωγής του.
Πηγή:
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΕΝΙΑΙΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΣΚΑΠ 2023-2027