Τι μπορεί να σωθεί σε έναν ελαιώνα μετά την πυρκαγιά και πότε μπορεί να εκτιμηθεί με ασφάλεια η τύχη των καμένων δέντρων; Η εικόνα αμέσως μετά τη φωτιά δεν δίνει πάντοτε την απάντηση, καθώς η έκταση της ζημιάς μπορεί να διαφέρει ακόμη και μέσα στον ίδιο ελαιώνα και η πορεία της αναβλάστησης αποτελεί βασικό στοιχείο για τους χειρισμούς που θα ακολουθήσουν.
Με αφορμή τις πυρκαγιές που έπληξαν και φέτος πολλές περιοχές της χώρας, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον γεωπόνο κ. Σταυριανό Στάθη για τη διαχείριση των ελαιώνων μετά τη φωτιά και τους χειρισμούς που μπορούν να συμβάλουν στην επαναφορά των δέντρων. Η εμπειρία από προηγούμενες πυρκαγιές δείχνει, άλλωστε, ότι η πραγματική έκταση της ζημιάς και η δυνατότητα αποκατάστασης κρίνονται σε βάθος χρόνου.
Προτεραιότητα στην προστασία του εδάφους
Μετά την πυρκαγιά προηγείται η καταγραφή των ζημιών στην εκμετάλλευση, μεταξύ άλλων στο αρδευτικό δίκτυο και στα δίχτυα συγκομιδής. Όπου υπάρχουν κτίσματα, αποθήκες ή στάβλοι απαιτείται επίσης έλεγχος της στατικότητάς τους και εκτίμηση ενδεχόμενου κινδύνου κατολίσθησης.
Στο χωράφι, προτεραιότητα αποτελεί η προστασία του εδάφους ενόψει των πρώτων βροχοπτώσεων. Αποφεύγονται το όργωμα και η ζιζανιοκτονία, καθώς και η βόσκηση της νέας βλάστησης, ενώ όπου απαιτείται μπορούν να εφαρμοστούν αντιδιαβρωτικά μέτρα.
Όπου υπάρχει δυνατότητα, ελαφριές και συχνές αρδεύσεις μπορούν να βοηθήσουν την ανάκαμψη της φυσικής βλάστησης, χωρίς να προκαλείται επιφανειακή απορροή, ενώ στις σχετικές κατευθύνσεις περιλαμβάνεται και ελαφριά αζωτούχος λίπανση. Η προστασία του εδάφους είναι κρίσιμη, καθώς μετά τη φωτιά αυξάνονται η επιφανειακή απορροή και ο κίνδυνος διάβρωσης, ενώ περιορίζονται η απορρόφηση και η αποθήκευση νερού.
Η αναβλάστηση δείχνει την έκταση της ζημιάς
Η εικόνα ενός καμένου ελαιόδεντρου αμέσως μετά τη φωτιά δεν αρκεί για να κριθεί αν μπορεί να επανέλθει. Η αναβλάστηση μπορεί να εμφανιστεί από το ριζικό σύστημα και τον λαιμό, με τον χρόνο εκδήλωσής της να εξαρτάται από το μικροκλίμα, την υδατική κατάσταση του εδάφους και την έκταση της ζημιάς.
Σε δέντρα με ολοκληρωτική καταστροφή του υπέργειου μέρους τα πρώτα σημάδια αναγέννησης μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και μέσα σε περίπου 20 ημέρες, ενώ σε περιπτώσεις μερικής ζημιάς στο φύλλωμα η νέα βλάστηση μπορεί να καθυστερήσει έως την αρχή της επόμενης άνοιξης. Για τον λόγο αυτό, μέχρι τα μέσα του φθινοπώρου συστήνεται αναμονή ώστε να διαμορφωθεί σαφέστερη εικόνα. Γύρω από τον λαιμό μπορεί να απομακρυνθεί το έδαφος, ώστε να φωτίζεται η περιοχή και να διευκολύνεται η πιθανή αναβλάστηση.
Οι ζημιές διακρίνονται σε ελαφρές, μέτριες, σοβαρές και ολικές, ανάλογα με την έκτασή τους στο φύλλωμα, στους κύριους βραχίονες και στον κορμό και, στις βαρύτερες περιπτώσεις, στο κάμβιο και το ξύλο. Διαφορετικοί βαθμοί ζημιάς μπορεί να συνυπάρχουν στον ίδιο ελαιώνα. Στα σοβαρά ζημιωμένα δέντρα προστατεύονται οι νέες αναβλαστήσεις από τη βόσκηση, ενώ εάν μέχρι την επόμενη άνοιξη δεν εμφανιστεί καθόλου αναβλάστηση, ακολουθεί εκρίζωση και ανασύσταση με νέα δέντρα.
Κλάδεμα και φροντίδες για την επαναφορά
Το κλάδεμα καθορίζεται από την αναβλάστηση και την έκταση της ζημιάς και εξειδικεύεται ανά δέντρο. Βασικό κριτήριο αποτελεί η κατάσταση του φλοιού: στα κατεστραμμένα τμήματα εμφανίζονται συνήθως, μετά την πάροδο περίπου ενός μήνα, σχισίματα και αποκολλήσεις, ενώ στα μη ζημιωμένα σημεία εκδηλώνεται νέα βλάστηση.
Τα κλαδέματα μπορούν να ξεκινήσουν από τα μέσα του φθινοπώρου και να ολοκληρωθούν έως το τέλος του χειμώνα, λαμβάνοντας υπόψη και τον κίνδυνο παγετού. Στα εμβολιασμένα σε αγριελιά δέντρα με σοβαρή ζημιά οι επιλογές είναι καρατόμηση και εμβολιασμός ή εκρίζωση, ενώ σε μικρότερη ζημιά πάνω από το σημείο εμβολιασμού γίνεται κλάδεμα και συστηματική αφαίρεση των βλαστών του υποκειμένου.
Μετά το κλάδεμα συστήνονται το άσπρισμα του κορμού και των βραχιόνων για την αποφυγή ηλιακών εγκαυμάτων και η κάλυψη των τομών με προστατευτική αλοιφή. Κατά την επόμενη βλαστική περίοδο δεν συστήνεται η αφαίρεση αναβλαστήσεων, ώστε να αναπτυχθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη φυλλική επιφάνεια και καλύτερο ριζικό σύστημα. Παράλληλα εφαρμόζονται λίπανση, φυτοπροστασία και, όπου είναι δυνατή, άρδευση, με ιδιαίτερη προσοχή στα φυλλοφάγα και ξυλοφάγα έντομα και στα ακάρεα.
Εφόσον απαιτηθεί νέα φύτευση, προτιμώνται τοπικές ποικιλίες προσαρμοσμένες στις συνθήκες της περιοχής και υγιές πολλαπλασιαστικό υλικό, με διασφαλισμένη την πιστότητα της ποικιλίας, από αξιόπιστα φυτώρια.
Η εμπειρία της Άμφισσας
Στον Ελαιώνα της Άμφισσας, όπου μεγάλες πυρκαγιές σημειώθηκαν το 2013 και το 2022, η αποκατάσταση ανέδειξε στην πράξη τη σημασία της αναβλάστησης πριν ληφθούν οριστικές αποφάσεις για τα καμένα δέντρα.
Όπως αναφέρει στον ΑγροΤύπο ο κ. Σταυριανός, στην περιοχή του Σερνικακίου υπήρξαν ελιές στις οποίες είχε καταστραφεί ακόμη και το ριζικό σύστημα και ακολούθησαν εκρίζωση και νέα φύτευση. Όπου, αντίθετα, το υπέργειο τμήμα είχε καεί αλλά το παλαιό ριζικό σύστημα παρέμενε ζωντανό, αναμενόταν η αναβλάστηση και, εφόσον εμφανίζονταν κατάλληλοι βλαστοί, ακολουθούσε εμβολιασμός. Με τον τρόπο αυτό αξιοποιούνταν ένα ήδη εγκατεστημένο ριζικό σύστημα, περιορίζοντας τις ανάγκες άρδευσης που συνεπάγεται η εγκατάσταση ενός νέου δενδρυλλίου και επιταχύνοντας, σύμφωνα με την εμπειρία της περιοχής, την επαναφορά σε καρποφορία.
Παράλληλα, στην περιοχή αναπτύχθηκαν οργανωμένες δράσεις για την αποκατάσταση μέσω και του Συλλόγου Πληγέντων Ελαιοπαραγωγών και Ελαιοϊδιοκτητών «Αρισταίος», που δημιουργήθηκε μετά την πρώτη μεγάλη πυρκαγιά του 2013. Στο πλαίσιο της προσπάθειας αυτής πραγματοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και επιτόπια εκπαίδευση των παραγωγών στον εμβολιασμό.
Τέσσερα χρόνια μετά την πυρκαγιά του 2022, οι νέες φυτεύσεις έχουν αρχίσει να καρποφορούν, χωρίς ακόμη να δίνουν παραγωγή με ουσιαστικό οικονομικό αποτέλεσμα, ενώ σε καρποφορία επανέρχονται και δέντρα που δεν είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά, καθώς και δέντρα που αναβλάστησαν και εμβολιάστηκαν. Ο κ. Στάθης αναφέρει χαρακτηριστικά δικό του δέντρο που, παρά την περιορισμένη βλάστηση που παρουσίαζε αρχικά, διατηρήθηκε και, με μικρή ποσότητα νερού, ανέκαμψε και άρχισε να καρποφορεί περίπου στην τριετία. Η αποκατάσταση, πάντως, δεν έχει ολοκληρωθεί σε όλες τις περιπτώσεις, καθώς ακόμη και σήμερα εξακολουθούν να απαιτούνται παρεμβάσεις σε ορισμένα δέντρα.