Το λεκάνιο της ελιάς (Saissetia oleae), που ανήκει στην οικογένεια Coccidae, αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εντομολογικούς εχθρούς της καλλιέργειας και θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά σπουδαιότητας μετά τον δάκο (Bactrocera oleae) και τον πυρηνοτρήτη (Prays oleae).
Παράλληλα, πρόκειται για είδος με ιδιαίτερα μεγάλη γεωγραφική εξάπλωση και ευρύ φάσμα φυτών-ξενιστών. Έχει καταγραφεί σε 108 χώρες και μπορεί να προσβάλει φυτά που ανήκουν σε 239 γένη και 82 οικογένειες, μεταξύ των οποίων η ελιά, τα εσπεριδοειδή και διάφορα καλλωπιστικά φυτά.
Βιολογία και φαινολογία του λεκανίου
Το Saissetia oleae είναι ωοτόκο είδος και στην Ελλάδα, όπως και στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες, αναπαράγεται κατά κανόνα παρθενογενετικά. Σε ορισμένες χώρες, ωστόσο, αναφέρεται και ως αμφιγονικό, καθώς έχουν καταγραφεί αρσενικά άτομα. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερα υψηλή γονιμότητα, καθώς κάθε θηλυκό μπορεί να γεννήσει από 1.000 έως 3.000 ωά, ενώ σύμφωνα με ορισμένες μελέτες ο αριθμός αυτός μπορεί να φθάσει ακόμη και τις 4.000. Τα ωά γεννώνται σταδιακά και παραμένουν προστατευμένα κάτω από τον ισχυρά χιτινισμένο δερματοσκελετό του θηλυκού μέχρι την εκκόλαψη των ερπουσών. Η υψηλή αυτή γονιμότητα συμβάλλει στην ταχεία ανάπτυξη των πληθυσμών του στους φυτικούς ξενιστές του και στην εκδήλωση σοβαρών συμπτωμάτων προσβολής.
Ο αριθμός των γενεών επηρεάζεται τόσο από το είδος του φυτού-ξενιστή όσο και από τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Στην Ελλάδα το λεκάνιο συμπληρώνει κατά κανόνα μία γενεά τον χρόνο στην ελιά, ενώ σε νότιες και παραθαλάσσιες περιοχές της χώρας, καθώς και σε αρδευόμενους ελαιώνες, έχει παρατηρηθεί και η ανάπτυξη μερικής δεύτερης γενεάς.
Μετά την εκκόλαψη κάτω από το κέλυφος των θηλυκών, οι έρπουσες εξέρχονται και περιπλανώνται πάνω στα φύλλα και τους βλαστούς μέχρι να εγκατασταθούν ως νύμφες πρώτης ηλικίας. Επιλέγουν συνήθως σημεία όπου προστατεύονται από την αφυδάτωση, κυρίως την κάτω επιφάνεια των φύλλων και κατά μήκος των νευρώσεων, όπου εξασφαλίζουν επάρκεια τροφής. Στη συνέχεια εξελίσσονται σε νύμφες δεύτερης και τρίτης ηλικίας και ακολούθως σε ακμαία, τα οποία συναντώνται και πάνω σε βλαστούς και κλαδίσκους.
Ο ακριβής χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σταδίων δεν είναι αυστηρά καθορισμένος, καθώς επηρεάζεται από τη γεωγραφική θέση, τις κλιματικές συνθήκες και τις καλλιεργητικές πρακτικές κάθε περιοχής και έτους. Ειδικότερα, στην Κεντρική Ελλάδα, τα ενήλικα θηλυκά εμφανίζονται συνήθως την άνοιξη και στις αρχές του θέρους και ωοτοκούν κυρίως τον Ιούνιο και τον Ιούλιο. Οι έρπουσες εκκολάπτονται σταδιακά και μέχρι το φθινόπωρο αναπτύσσονται οι νύμφες πρώτης και δεύτερης ηλικίας, που αποτελούν τα στάδια διαχείμασης του εντόμου, ενώ ένα μικρό ποσοστό νυμφών προλαβαίνει να εξελιχθεί σε ακμαία μέχρι τον Οκτώβριο. Κατά τη θερμή περίοδο του έτους, οι αναπτυσσόμενες νύμφες παράγουν μελιτώματα, με τα οποία καλύπτονται οι φυτικοί ιστοί.
Ζημιές και συνθήκες που ευνοούν τις προσβολές
Οι ζημιές που προκαλεί το λεκάνιο στην ελιά οφείλονται αφενός στη μύζηση των φυτικών χυμών και αφετέρου στη δημιουργία καπνιάς πάνω στα μελιτώματα που παράγει. Η μύζηση των χυμών οδηγεί σε εξασθένηση των δέντρων, ενώ η καπνιά παρεμποδίζει τη φωτοσύνθεση. Ως αποτέλεσμα, περιορίζεται η ανάπτυξη του φυτού και υποβαθμίζεται η παραγωγή. Σε περιπτώσεις σοβαρών προσβολών μπορεί να παρατηρηθούν φυλλόπτωση και ξηράνσεις κλάδων.
Οι προσβολές ευνοούνται σε ακλάδευτους ελαιώνες με πυκνή και ανεπαρκώς αεριζόμενη κόμη, σε ελαιώνες με βαριά εδάφη που δεν αποστραγγίζουν εύκολα, σε αρδευόμενους ελαιώνες, καθώς και σε παραθαλάσσιες και απάνεμες περιοχές.
Από την άλλη πλευρά, οι έρπουσες και οι νεαρές νύμφες πρώτης και δεύτερης ηλικίας, λόγω του μικρού μεγέθους και του λεπτού σώματός τους, είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες στην αφυδάτωση και, όταν επικρατούν ξηροθερμικές συνθήκες, εμφανίζουν υψηλά ποσοστά θνησιμότητας.
Καλλιεργητικά μέτρα και στοχευμένες επεμβάσεις
Στην αντιμετώπιση του λεκανίου πρέπει να δίνεται πρωτίστως προτεραιότητα στον περιορισμό των συνθηκών που ευνοούν την ανάπτυξη των πληθυσμών του. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την εφαρμογή κατάλληλων καλλιεργητικών μέτρων, τα οποία είναι σχετικά απλά, έχουν μικρό κόστος και συμβάλλουν στην αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που μπορεί να προκαλέσει η υπερβολική ή άστοχη χρήση εντομοκτόνων.
Η μεγάλη διάρκεια της περιόδου ωοτοκίας έχει ως αποτέλεσμα οι έρπουσες και οι νύμφες πρώτης και δεύτερης ηλικίας να είναι παρούσες στην καλλιέργεια σχεδόν καθ' όλη τη θερμή περίοδο του έτους. Η ευαισθησία των νεαρών αυτών σταδίων, και ιδιαίτερα των ερπουσών, στην αφυδάτωση, καθιστά ιδιαίτερα σημαντικό το σωστό κλάδεμα και την εξασφάλιση καλού αερισμού και φωτισμού της κόμης των ελαιοδέντρων. Στα βασικά καλλιεργητικά μέτρα περιλαμβάνονται επίσης η αποφυγή της υπερβολικής αζωτούχου λίπανσης, η ισορροπημένη άρδευση και η απομάκρυνση των ιδιαίτερα προσβεβλημένων βλαστών, ώστε να περιορίζονται οι αναμολύνσεις.
Εφόσον κριθεί αναγκαία η χημική καταπολέμηση, θα πρέπει προηγουμένως να εκτιμώνται τα είδη και οι πληθυσμοί των φυσικών εχθρών που υπάρχουν στον ελαιώνα. Η μεγάλη διάρκεια της ωοτοκίας δυσχεραίνει τον χρονισμό των επεμβάσεων, καθώς τα ευαίσθητα στα εντομοκτόνα στάδια του εντόμου, κυρίως οι έρπουσες, είναι παρόντα στην καλλιέργεια για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ως κατάλληλος χρόνος εφαρμογής των ψεκασμών θεωρείται ο Αύγουστος, όταν έχει εκκολαφθεί το μεγαλύτερο ποσοστό των ερπουσών και ο πληθυσμός αποτελείται κυρίως από τα νεαρά αυτά άτομα, τα οποία είναι περισσότερο ευαίσθητα στα εντομοκτόνα. Επειδή, όμως, η φαινολογία του λεκανίου διαφέρει ανάλογα με την περιοχή και το έτος, απαιτείται τακτική παρακολούθηση της εξέλιξης των εκκολάψεων των ερπουσών πριν από τη λήψη απόφασης για επέμβαση.
Συνήθως εφαρμόζεται γαλάκτωμα θερινού ορυκτελαίου ή εγκεκριμένο οργανικό συνθετικό εντομοκτόνο. Ωστόσο, επειδή η περίοδος εφαρμογής των ψεκασμών συμπίπτει με την παρουσία και τη δράση των φυσικών εχθρών του λεκανίου, οι επεμβάσεις θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να αποφεύγονται και, όταν κρίνονται απαραίτητες, να πραγματοποιούνται τοπικά, σε συγκεκριμένες εστίες της καλλιέργειας με έντονα προσβεβλημένα δέντρα. Η παρουσία και η δράση των ωφέλιμων οργανισμών αποτελούν, άλλωστε, βασική παράμετρο στη διαχείριση των πληθυσμών του λεκανίου.
Οι φυσικοί εχθροί και η βιολογική καταπολέμηση
Σημαντικό ρόλο στον φυσικό περιορισμό των πληθυσμών του λεκανίου διαδραματίζουν τα παρασιτοειδή και τα αρπακτικά έντομα. Σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν καταγραφεί συνολικά 78 είδη ωφέλιμων εντόμων, τα οποία ανήκουν σε 39 γένη και 13 οικογένειες. Στα παρασιτοειδή περιλαμβάνονται κυρίως Υμενόπτερα των οικογενειών Aphelinidae, Encyrtidae και Pteromalidae, ενώ στα αρπακτικά συγκαταλέγονται κυρίως Κολεόπτερα της οικογένειας Coccinellidae και Νευρόπτερα της οικογένειας Chrysopidae.
Στην Ελλάδα αναφέρονται αρκετά σημαντικά ωφέλιμα είδη, μεταξύ των οποίων παρασιτοειδή των γενών Coccophagus και Metaphycus, το ωοφάγο Scutellista caerulea, το Νευρόπτερο Chrysoperla carnea και αρπακτικά Κολεόπτερα όπως τα Exochomus quadripustulatus και Rhyzobius forestieri. Στους φυσικούς εχθρούς του λεκανίου περιλαμβάνεται επίσης ο εντομοπαθογόνος μύκητας Verticillium lecanii.
Τα κοκκοειδή αποτελούν πρόσφορο πεδίο για την εφαρμογή μεθόδων βιολογικής καταπολέμησης. Στην Ελλάδα εφαρμόστηκαν με επιτυχία από εντομολόγους του Εργαστηρίου Βιολογικής Καταπολέμησης του Μπενακείου Φυτοπαθολογικού Ινστιτούτου τόσο η Κλασική Βιολογική Καταπολέμηση, που βασίζεται στην εισαγωγή και εγκατάσταση εξωτικών ωφέλιμων ειδών, όσο και η Διαχείριση, με στόχο τη διαφύλαξη και ενίσχυση των ήδη υπαρχόντων ωφέλιμων οργανισμών.
Στο πλαίσιο της Κλασικής Βιολογικής Καταπολέμησης πραγματοποιήθηκε η εισαγωγή και εγκατάσταση του παρασιτοειδούς Metaphycus helvolus σε ελαιώνες και του αρπακτικού Rhyzobius forestieri σε εσπεριδοειδώνες. Για την αντιμετώπιση σοβαρών προσβολών σε ελαιώνες της περιοχής Αράχοβας–Άμφισσας εφαρμόστηκε επίσης μαζική εκτροφή στο εντομοτροφείο και εξαπόλυση του αρπακτικού Exochomus quadripustulatus.
Η αποτελεσματική αξιοποίηση της ωφέλιμης εντομοπανίδας προϋποθέτει την αναγνώριση των ειδών που υπάρχουν στην καλλιέργεια, τη γνώση των βιολογικών και φαινολογικών χαρακτηριστικών τους και τη συνεχή παρακολούθηση των πληθυσμών τους σε σχέση με εκείνους του λεκανίου. Η βιολογική καταπολέμηση μπορεί να βασιστεί είτε στα ήδη υπάρχοντα ωφέλιμα είδη μιας περιοχής είτε στην ενίσχυση των πληθυσμών τους μέσω προγραμματισμένων εξαπολύσεων.