Μαλακό σιτάρι και καλαμπόκι εισάγει, μεταξύ άλλων, η χώρα μας από Ρωσία και Ουκρανία.
Όμως, παρά τα όσα λέγονται και γράφονται, απροσδιόριστες είναι οι ποσότητες των προϊόντων αυτών, που εισάγει η Ελλάδα κάθε χρόνο από τις δυο αυτές χώρες. Εφόσον λοιπόν δεν ξέρουμε τα ακριβή τονάζ, δεν μπορεί να γίνει και ασφαλής εκτίμηση για τις συνέπειες από την σύρραξη και τις εισαγωγές, λέει πηγή από το χώρο του εμπορίου στην Ελλάδα, μιλώντας στον ΑγροΤύπο. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η τελευταία μεγάλη εισαγωγή από Ρωσία στην χώρα μας έγινε, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος και αφορούσε καλαμπόκι στην τιμή των 27 λεπτών το κιλό μέσω Μαύρης Θάλασσας. Όσα ανέφεραν εκπρόσωποι της αγοράς στον ΑγροΤύπο αποδεικνύονται και από στοιχεία της Eurostat, που επεξεργάστηκε το αρμόδιο τμήμα των εισαγωγέων βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ). Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτά τα στοιχεία, οι εισαγωγές της χώρας μας από την Ουκρανία το 2021 αφορούσαν ως επί το πλείστον βιομηχανικά είδη με αξία μεγεθών 101 εκατ. ευρώ, τροφίμων αξίας 39 εκατ. ευρώ , πρώτων υλών αξίας 25,17 εκατ. ευρώ και λιπών - ελαίων αξίας μόλις 7,3 εκατ. ευρώ. Όσον αφορά στις εισαγωγές της Ελλάδας από την Ρωσία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η μερίδα του λέοντος αφορά σε πετρελαιοειδή, ενώ το 2021, η αξία των εισαγόμενων τροφίμων ανέρχονταν σε 110 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα η αξία των εισαγόμενων πρώτων υλών το 2021 ήταν μόλις 14,7 εκατ. ευρώ.
Μεγάλες επιπτώσεις διεθνώς, κίνδυνος για την επισιτιστική ασφάλεια
Το γεγονός ότι η Ελλάδα μπορεί να μην εισάγει και τόσο μεγάλες ποσότητες σιτηρών από τις χώρες της εμπόλεμης ζώνης, δε σημαίνει ότι θα επηρεαστεί λιγότερο από τις υπόλοιπες χώρες, μιας και οι ανακατατάξεις και το ντόμινο στην αγορά είναι εύκολο στην εποχή της πληροφορίας. Για παράδειγμα, ανησυχία προκαλεί μόνο και μόνο το δεδομένο πως η Ουκρανία προβλέπονταν να καταταχθεί το 2022 ως ο πέμπτος μεγαλύτερος εξαγωγέας σιταριού παγκοσμίως, με εξαγωγές αξίας 3,59 δις δολαρίων. Με τη σύγκρουση που βρίσκεται δε, σε εξέλιξη στην Ουκρανία και τις επακόλουθες μακροπρόθεσμες διαταραχές της αγροτικής οικονομίας της χώρας, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα διαταραχών στην τιμή των δημητριακών. Δεδομένου ότι από το σιτάρι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η επισιτιστική ασφάλεια, καθώς καταναλώνεται από περισσότερους από 2,5 δις ανθρώπους παγκοσμίως. Πολλές χώρες που καταναλώνουν σιτάρι βασίζονται στις παγκόσμιες εισαγωγές για να καλύψουν τη ζήτηση. Είναι ενδεικτικό πως το 2019, το ουκρανικό σιτάρι εξήχθη σε χώρες κυρίως της βόρειας Αφρικής και της μέσης Ανατολής, ενώ περισσότερα από 60 εκατ. στρέμματα με σιτάρι στην Ουκρανία αναμένεται να συγκομιστούν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2022. Ομοίως, οι κυρώσεις και οι εμπορικοί περιορισμοί στη Ρωσία, το μεγαλύτερο εξαγωγέα σιταριού στον κόσμο είναι πιθανό να ασκήσουν πρόσθετη πίεση στις διεθνείς αγορές σιταριού.
Στόχος της Ουκρανίας να περάσει στην τριάδα, σε τροχιά ρεκόρ πριν τον πόλεμο
Όπως μετέδιδε στις 25 Ιανουαρίου το Reuters, η Ουκρανία έχει αναρριχηθεί σημαντικά στις εξαγωγές σιτηρών την τελευταία δεκαετία, στοχεύοντας μάλιστα φέτος να αποτελέσει την τρίτη χώρα διεθνώς στις εξαγωγές στο σιτάρι και τέταρτη στο καλαμπόκι, κάτι βέβαια δύσκολο μετά τις τελευταίες εξελίξεις με την σύρραξη. Σύμφωνα με στοιχεία από το υπουργείο Γεωργίας των ΗΠΑ (USDA) που επεξεργάστηκε ο ΑγροΤύπος, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, οι εξαγωγές σιταριού της Ουκρανίας προβλέπονταν να ανέλθουν σε επίπεδα - ρεκόρ της τάξης των 24 εκατ. τόνων, με πάνω από 17 εκατ. να εξάγονται μεταξύ Ιουλίου και τέλους Ιανουαρίου. Η Ουκρανία ανταγωνίζεται άμεσα τη Ρωσία σε κοντινές αγορές, όπως της Αιγύπτου και της Τουρκίας, έχοντας επεκτείνει σημαντικά τις εξαγωγές σιταριού της προς την γείτονά μας. Η κατάσταση, σύμφωνα με το USDA, γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη εξαιτίας της ξηρασίας στη Μέση Ανατολή, που προκαλεί αύξηση των εισαγωγών σίτου. Ενδεικτικά, οι βροχοπτώσεις είναι κάτω από το μέσο όρο και οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν αποδυναμώσει δραματικά τις αποδόσεις σιταριού στο Ιράν, το Ιράκ και τη Συρία. Η παραγωγή σιταριού στο Ιράν εκτιμάται ότι έχει μειωθεί κατά 3 εκατ. τόνους φέτος. Η μείωση της παραγωγής οδήγησε σε περιορισμό των εγχώριων προμηθειών, προκαλώντας αύξηση των εισαγωγών σιταριού το 2021-2022. Η Ρωσία μάλιστα υπήρξε ο κύριος προμηθευτής λόγω του πλεονεκτήματος μεταφοράς και των σχετικά χαμηλότερων τιμών σε σύγκριση με άλλους μεγάλους εξαγωγείς. Το Ιράν προβλέπεται, σύμφωνα με το USDA, να εισαγάγει 7 εκατ. τόνους σιταριού φέτος. Η Ρωσία κυριαρχεί σε αυτή την αγορά κι έχει ήδη αποστείλει 4 εκατ. τόνους στη χώρα από τον Ιούλιο έως τον Ιανουάριο. Από το Φεβρουάριο του 2021, η Ρωσία άρχισε να στέλνει μεγάλες ποσότητες σιταριού στη Συρία. Η Ρωσία έστειλε πάνω από 800.000 τόνους το 2020/2021 και έχει αποσταλεί 400.000 τόνοι μέχρι στιγμής αυτή την εμπορική χρονιά. Ο υπουργός Οικονομικών της Συρίας δήλωσε πρόσφατα ότι η ετήσια απαίτηση εισαγωγής σιταριού είναι τουλάχιστον 1,5 εκατομμύριο τόνοι λόγω ξηρασίας και ελλείψεων παραγωγής. Κατά νου, οι ρωσικές αποστολές στη Συρία αναμένεται να συνεχιστούν καθ' όλη τη διάρκεια του έτους καθώς η Συρία ανακατασκευάζει τα αποθέματα.
Καλαμπόκι: Παραγωγή ρεκόρ αναμένονταν στην Ουκρανία
Σύμφωνα με το τελευταίο ενημερωτικό του USDA, το 2021-2022, προβλέπονταν παραγωγή καλαμποκιού ρεκόρ ή σχεδόν ρεκόρ για τους μεγάλους εξαγωγείς, δηλαδή την Αργεντινή, τη Βραζιλία, την Ουκρανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Βέβαια, με τον πόλεμο όλα έχουν αλλάξει, ενώ αξίζει να σημειωθεί πως ειδικά η Ουκρανία είχε και αρκετά αποθέματα καλαμποκιού.
Μέτρα από τους Κινέζους
Εν τω μεταξύ, όπως μεταδίδουν διεθνή δίκτυα, οι Κινεζικές αρχές, υποκινούμενες από το διεθνή φόβο περί διαταραχής των αγορών ενόψει της ρωσικής εισβολής, αποφάσισαν να λάβουν μέτρα ώστε να εξασφαλίσουν επάρκεια στους τομείς των τροφίμων και της ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στο κριθάρι και καλαμπόκι αφενός, αλλά και το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο καθώς και πάσης φύσεως σιδηρομεταλλευμάτων αφετέρου, όπως μεταδίδει το Bloomberg.
Κυβερνητικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Εθνικής Επιτροπής Ανάπτυξης και Μεταρρυθμίσεων επιστρατεύτηκαν για το σκοπό αυτόν, πιέζοντας κρατικούς αγοραστές για διεξοδική διερεύνηση των αγορών, σε μια προσπάθεια πρόληψης των πιθανών κενών που τυχόν προκύψουν εξαιτίας του ρώσο-ουκρανικού πολέμου.
Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να αναφερθεί πως οι Κινέζοι αξιωματούχοι δεν έκαναν καμία αναφορά στις τιμές των εισακτέων αγαθών υποδεικνύοντας ότι το κόστος των εισαγωγών δεν είναι στο επίκεντρο της κινεζικής σκέψης την δεδομένη στιγμή. Άλλωστε η Κίνα οδεύει στην περίοδο αιχμής της ζήτησης για πολλά εμπορεύματα και ο κίνδυνος διακοπής της προσφοράς λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία θα επιδεινώσει τις αυξανόμενες τιμές των πάντων.
Συνεπώς η διασφάλιση των προμηθειών είναι υψηλής προτεραιότητας για τη χώρα, με τους αξιωματούχους να ανησυχούν για τον αντίκτυπο που θα έχει το αυξανόμενο παγκόσμιο κόστος των εμπορευμάτων στην κινεζική οικονομία, δεδομένου τού ότι είναι πιθανό η άνοδος των τιμών, να περιπλέξει τα μέτρα για τη διατήρηση της ανάπτυξης της Κίνας.