Η νέα καλλιεργητική περίοδος για το ρύζι ξεκινά σε ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για τους παραγωγούς, με τις πρώτες εργασίες να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στις βασικές ρυζοπαραγωγικές περιοχές της χώρας. Η εικόνα που διαμορφώνεται ενόψει σποράς παραμένει επιβαρυμένη, καθώς η περσινή χρονιά έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα απογοήτευσης στον κλάδο.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Ορυζοπαραγωγών Χαλάστρας, κ. Χρήστο Γκατζάρα, «η ζήτηση παραμένει χαμηλή και τα αποθέματα είναι πολύ υψηλά για την εποχή», ενώ σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος παραγωγής και τις χαμηλές τιμές, η κατάσταση αυτή επηρεάζει άμεσα τις αποφάσεις των παραγωγών για τη νέα χρονιά.
Ο Α.Σ. Χαλάστρας συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών φορέων καλλιέργειας και διακίνησης ρυζιού στη χώρα, με διαχείριση περίπου 50.000 τόνων προϊόντος την προηγούμενη χρονιά.
Απογοητευτική η περσινή χρονιά
Η προηγούμενη καλλιεργητική περίοδος χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερα χαμηλές τιμές παραγωγού, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις δεν κάλυψαν ούτε το κόστος παραγωγής. Όπως επισημαίνεται από τον κ. Γκατζάρα, «μιλάμε για ένα παθητικό της τάξεως των 150 ευρώ το στρέμμα», με πολλούς παραγωγούς να βάζουν χρήματα από την τσέπη τους αντί να έχουν κέρδος.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, όπου οι τιμές «είχαν φτάσει έως και τα 50 λεπτά/κιλό», δηλαδή σχεδόν διπλάσια επίπεδα από τα σημερινά. Στο σημερινό περιβάλλον, οι τιμές διαμορφώνονται αισθητά χαμηλότερα, επηρεάζοντας άμεσα τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές παραγωγού κινούνται ως εξής:
Μεσόσπερμα: περίπου 25 λεπτά/κιλό (250 €/τόνο)
Μακρύσπερμα: περίπου 24 λεπτά/κιλό (240 €/τόνο)
Καρολίνα: περίπου 40 λεπτά/κιλό (400 €/τόνο)
Παρά τη σχετικά καλύτερη τιμή της Καρολίνας, η καλλιέργειά της παραμένει περιορισμένη, καθώς «δεν είναι τόσο παραγωγική σε επίπεδο στρεμματικής απόδοσης».
Κόστος παραγωγής: «Φοβόμαστε να πάμε στο πρατήριο»
Το υψηλό κόστος εισροών αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη φετινή χρονιά, με την πίεση να είναι ιδιαίτερα έντονη στο σκέλος των καυσίμων. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, για τον ανεφοδιασμό ενός τρακτέρ απαιτούνται ποσά που αγγίζουν τα 1.200 ευρώ για περίπου 600 λίτρα, με τον πρόεδρο να σχολιάζει ότι «φοβόμαστε να πάμε στο πρατήριο».
Παράλληλα, αυξημένο παραμένει το κόστος σε εφόδια και λοιπές εισροές, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται περιορισμένη διαθεσιμότητα δραστικών ουσιών για ζιζανιοκτόνα, ενώ όπως αναφέρεται, οι διαθέσιμες λύσεις «δεν καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες» της καλλιέργειας, δυσχεραίνοντας τη διαχείριση των ζιζανίων. Στο ήδη δύσκολο αυτό πλαίσιο προστίθεται και ο έντονος ανταγωνισμός από τρίτες χώρες, όπου εφαρμόζονται διαφορετικές πρακτικές και σημαντικά χαμηλότερα κόστη παραγωγής.
Επιπλέον, ακόμη και για ίδιες δραστικές ουσίες, οι διαφορές στις τιμές είναι ιδιαίτερα μεγάλες, με προϊόντα που στην Ελλάδα κοστίζουν σημαντικά περισσότερο σε σχέση με άλλες χώρες, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το κόστος παραγωγής. Όπως επισημαίνεται, «οι Έλληνες παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται υπό διαφορετικούς όρους», χωρίς να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε φθηνότερες εισροές, ακόμη και όταν πρόκειται για ίδιες δραστικές ουσίες.
Μείωση εκτάσεων έως 10-15% – Στροφή σε άλλες καλλιέργειες
Υπό τις παρούσες συνθήκες, ένα σημαντικό μέρος των παραγωγών φαίνεται να στρέφεται σε εναλλακτικές καλλιέργειες, κυρίως βαμβάκι και καλαμπόκι. Όπως εκτιμά ο πρόεδρος, «η συνολική καλλιεργούμενη έκταση ρυζιού θα μειωθεί κατά 10% έως 15%», ενώ «περίπου 10.000 με 15.000 στρέμματα ενδέχεται να μείνουν ακαλλιέργητα».
Παράλληλα, η εικόνα που μεταφέρεται από το πεδίο είναι ιδιαίτερα πιεστική, καθώς –όπως σημειώνεται– «πολλοί παραγωγοί θα αφήσουν χωράφια ακαλλιέργητα, γιατί δεν συμφέρει να καλλιεργήσουν και να μπουν ξανά μέσα». Η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τις εκτάσεις, αλλά και τη συνολική παρουσία του κλάδου, με παραγωγούς να απομακρύνονται από την καλλιέργεια αναζητώντας πιο σταθερό εισόδημα.
Ιδιαίτερη είναι η κατάσταση σε περιοχές όπως η Χαλάστρα, όπου τα αλατούχα εδάφη περιορίζουν τις εναλλακτικές. Όπως αναφέρεται, «υπάρχουν χωράφια που δεν μπορούν να μπουν άλλες καλλιέργειες», με αποτέλεσμα το ρύζι να παραμένει σε πολλές περιπτώσεις μονόδρομος, έστω και με αυξημένο ρίσκο.
Σε εξέλιξη οι προετοιμασίες – Σπορά σε περίπου 40 ημέρες
Σε φάση προετοιμασίας βρίσκονται αυτή την περίοδο οι ορυζοπαραγωγοί, με τις εργασίες να έχουν ήδη ξεκινήσει εδώ και περίπου 20 ημέρες. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, «οι εργασίες γίνονται κανονικά και δεν υπάρχουν προβλήματα από τον καιρό αυτή την περίοδο», με τους παραγωγούς να προχωρούν στις απαραίτητες καλλιεργητικές παρεμβάσεις. Εφόσον διατηρηθεί η ίδια εικόνα, «σε περίπου 40 ημέρες θα ξεκινήσει και η σπορά του ρυζιού», δίνοντας το επόμενο σήμα για την έναρξη της νέας καλλιεργητικής χρονιάς.
Κλείνοντας, ο κ. Γκατζάρας επισημαίνει ότι «το μόνο που ευχόμαστε είναι να επιστρέψουμε στην κανονικότητα και να μπορέσουμε να καλλιεργήσουμε», με την ανησυχία για το μέλλον του κλάδου να παραμένει έντονη.