Σήμερα πραγματοποιήθηκε το 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο για το Βαμβάκι στο Μουσείο Μπενάκη, υπό την αιγίδα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και της Περιφέρειας Αττικής, με χορηγό επικοινωνίας τον ΑγροΤύπο. Κατά τις εργασίες του συνεδρίου, εκπρόσωποι της πολιτικής ηγεσίας, θεσμικοί φορείς, αγροτικοί συνεταιρισμοί, παραγωγοί και εκκοκκιστές συζήτησαν και ανέλυσαν καίρια ζητήματα που απασχολούν την ελληνική βαμβακοκαλλιέργεια.
Μεταξύ των θεματικών ενοτήτων που αναπτύχθηκαν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ενότητα «Βαμβάκι και Συνθετικές Ίνες: Η Υγεία, το Περιβάλλον και η Νομοθεσία», με εισηγήσεις από την Elke Hortmayer (Bremen Cotton Exchange) και τον Terry Townsend (Former Executive Director of ICAC), καθώς και συζήτηση πάνελ με τη συμμετοχή του Αντώνη Σιάρκου,( Αναπληρωτή Προέδρου Δ.Ο.Β.), του Δημήτρη Τσιόδρα (Ευρωβουλευτής), του Κώστα Αρβανίτη (Ευρωβουλευτής), του Δημήτρη Σγούρο, (Καθηγητή Δερματολογίας ΕΚΠΑ), και του Σάκη Αρναούτογλου (Ευρωβουλευτής), υπό τον συντονισμό του δημοσιογράφου Τάσου Τέλλογλου.
Στη συζήτηση αναδείχθηκαν συγκεκριμένα ζητήματα που αφορούν τη σύγκριση βαμβακιού και συνθετικών ινών, όπως το περιβαλλοντικό αποτύπωμα, η χρήση χημικών ουσιών, τα μικροπλαστικά, αλλά και οι επιπτώσεις των ευρωπαϊκών κανονισμών στην παραγωγή και την αγορά. Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων ήταν ότι η σύγκριση αυτή δεν γίνεται με ίσους όρους, καθώς οι ευρωπαϊκές μεθοδολογίες αξιολόγησης δημιουργούν στρεβλώσεις που επηρεάζουν άμεσα την παραγωγή και την αγορά. Ακολουθούν τα βασικά σημεία των τοποθετήσεων των ομιλητών.
Τι ειπώθηκε για τη σύγκριση βαμβακιού και συνθετικών ινών
«Το μοντέλο PEF οδηγεί σε παραπλανητικά αποτελέσματα, δημιουργώντας στρεβλώσεις εις βάρος των φυσικών ινών»
Η Elke Hortmayer, εκπροσωπώντας το Bremen Cotton Exchange (Χρηματιστήριο Βάμβακος Βρέμης) και συμμετέχοντας στην καμπάνια Make the Label Count, αναφέρθηκε στο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για τα κλωστοϋφαντουργικά, με έμφαση στις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις και την επισήμανση προϊόντων. Τόνισε ότι η αύξηση της παγκόσμιας παραγωγής ινών οφείλεται κυρίως στις συνθετικές ίνες, με τον πολυεστέρα να κυριαρχεί, γεγονός που οδηγεί σε αυστηρότερες πολιτικές. Επισήμανε ότι το μοντέλο PEF δίνει έμφαση στη φάση παραγωγής, οδηγώντας σε παραπλανητικά αποτελέσματα, όπως το να εμφανίζεται ένα πολυεστερικό ένδυμα από την Κίνα ως περιβαλλοντικά καλύτερο από ένα βαμβακερό, δημιουργώντας στρεβλώσεις εις βάρος των φυσικών ινών χωρίς να αντιμετωπίζονται ζητήματα όπως τα μικροπλαστικά. Αναφέρθηκε επίσης στον κανονισμό ESPR και στις προτάσεις για περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς, εκφράζοντας ανησυχία για τις επιπτώσεις του PEF στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Τέλος, σημείωσε ότι η πρωτοβουλία Make the Label Count, με τη συμμετοχή δεκάδων οργανισμών από το 2021, προωθεί δίκαιη αξιολόγηση και ίσους όρους για τις φυσικές ίνες, όπως το βαμβάκι.
«Περίπου 2.700 χημικές ουσίες σχετίζονται με τον πολυεστέρα, πολλές δυνητικά τοξικές ή ανεπαρκώς αξιολογημένες»
Ο Terry Townsend, Former Executive Director of ICAC, ανέλυσε τον ρόλο και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του πολυεστέρα, αντικρούοντας την άποψη ότι είναι «ασφαλής» για το περιβάλλον και την υγεία. Τόνισε ότι η παραγωγή του βασίζεται σε πετρελαϊκές πρώτες ύλες, με περίπου το 7% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου να κατευθύνεται στην πετροχημική βιομηχανία, και περιέγραψε τα στάδια μετατροπής σε PTA και MEG, επισημαίνοντας ότι απαιτούν υψηλή κατανάλωση ενέργειας και χρήση χημικών, μέρος των οποίων δεν αποτυπώνεται στις ευρωπαϊκές μεθοδολογίες (PEF). Υπογράμμισε ότι περίπου 2.700 χημικές ουσίες σχετίζονται με τον πολυεστέρα, πολλές δυνητικά τοξικές ή ανεπαρκώς αξιολογημένες, οι οποίες απελευθερώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του λόγω μη βιοαποδομησιμότητας, συμβάλλοντας στη ρύπανση και στα μικροπλαστικά. Παράλληλα, ανέδειξε το υψηλό υδατικό αποτύπωμα (51.000–71.000 m³ νερού ανά τόνο), καθώς και τη γεωπολιτική διάσταση της παραγωγής, με την Κίνα (~75%) και την Ινδία (~10%) να κυριαρχούν, βασιζόμενες εν μέρει σε ορυκτά καύσιμα από χώρες όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα. Τέλος, σημείωσε ότι οι πολιτικές βιωσιμότητας της ΕΕ συχνά εστιάζουν στο βαμβάκι και όχι επαρκώς στον πολυεστέρα, δημιουργώντας στρεβλώσεις και πιθανές μελλοντικές επιπτώσεις στην αγορά.
«Το βαμβάκι είναι ανανεώσιμη και βιοδιασπώμενη ίνα με δυνατότητα ακόμη και αρνητικού αποτυπώματος άνθρακα»
Ο Αντώνης Σιάρκος, Αναπληρωτής Πρόεδρος Δ.Ο.Β., ανέδειξε το βασικό πρόβλημα της βιομηχανίας κλωστοϋφαντουργίας, επισημαίνοντας ότι αποτελεί την τέταρτη σημαντικότερη πηγή περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στην Ευρώπη, μετά τα τρόφιμα, τις κατασκευές και τις μεταφορές. Τόνισε ότι η κατανάλωση κλωστοϋφαντουργικών διπλασιάστηκε την περίοδο 2000–2015 και αναμένεται να αυξηθεί κατά 63% έως το 2030, ενώ κάθε δευτερόλεπτο απορρίπτεται παγκοσμίως ένα φορτηγό ρούχων. Απέδωσε την αύξηση αυτή στο μοντέλο «παράγω–καταναλώνω–απορρίπτω» και στη fast fashion, η οποία βασίζεται κυρίως στις συνθετικές ίνες και ειδικά στον πολυεστέρα, που έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2000 έως σήμερα λόγω χαμηλού κόστους και βιομηχανικής σταθερότητας. Υπογράμμισε όμως ότι ο πολυεστέρας είναι παράγωγο πετρελαίου, άρα μη ανανεώσιμη πρώτη ύλη, ενώ κατά τη χρήση του απελευθερώνει μικροπλαστικά που καταλήγουν στο περιβάλλον και στον ανθρώπινο οργανισμό, καθώς και ότι δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα συσσώρευσης πλαστικών αποβλήτων στο τέλος του κύκλου ζωής. Αντίθετα, παρουσίασε το βαμβάκι ως ανανεώσιμη, βιοδιασπώμενη ίνα που μέσω της φωτοσύνθεσης δεσμεύει CO₂, με προοπτική ακόμη και αρνητικού αποτυπώματος άνθρακα με σύγχρονες καλλιεργητικές πρακτικές. Αναφέρθηκε επίσης στη στρατηγική της ΕΕ για βιώσιμα κλωστοϋφαντουργικά και στον δείκτη PEF, επισημαίνοντας το «παράδοξο» ότι ένα ελληνικό βαμβακερό προϊόν εμφανίζεται περιβαλλοντικά χειρότερο από ένα εισαγόμενο πολυεστερικό, λόγω του ότι δεν λαμβάνονται υπόψη τα μικροπλαστικά, τα πλαστικά απόβλητα και η χρήση μη ανανεώσιμων πόρων. Τέλος, υπογράμμισε τη σημασία του κλάδου για την Ελλάδα, με περίπου 40.000 παραγωγούς, και την ανάγκη συντονισμένης παρέμβασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
«οι πολιτικές πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να επιβαρύνουν τους Ευρωπαίους παραγωγούς και να πλήττουν την ανταγωνιστικότητά τους»
Ο Δημήτρης Τσιόδρας, Ευρωβουλευτής, αναφέρθηκε στην ανάγκη ισορροπίας μεταξύ Πράσινης Μετάβασης και διατήρησης της ευρωπαϊκής παραγωγής, επισημαίνοντας ότι οι πολιτικές πρέπει να εφαρμόζονται χωρίς να επιβαρύνουν τους Ευρωπαίους παραγωγούς και να πλήττουν την ανταγωνιστικότητά τους. Τόνισε ότι η ΕΕ κινείται προς μια «λογική προσαρμογή» του πλαισίου, μέσω εργαλείων όπως η Στρατηγική για τα Κλωστοϋφαντουργικά, το EcoDesign και το Green Claims Directive, αν και το τελευταίο «πάγωσε» λόγω στρεβλώσεων που ευνοούσαν εταιρείες fast fashion. Υπογράμμισε τη σημασία του βαμβακιού για χώρες όπως η Ελλάδα, που είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός στην ΕΕ, και τη στήριξή του μέσω της ΚΑΠ, με ειδικές ενισχύσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία για επενδύσεις (π.χ. άρδευση, νέες πρακτικές). Επισήμανε την ανάγκη μετάβασης σε καλλιέργειες με λιγότερες εισροές (νερό, φυτοφάρμακα) μέσω νέων τεχνικών – όχι γενετικά τροποποιημένων οργανισμών – ώστε να μειωθεί το κόστος και να αυξηθεί η ανθεκτικότητα. Παράλληλα, ανέδειξε το πρόβλημα του αθέμιτου ανταγωνισμού από εισαγόμενα προϊόντα που δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, τονίζοντας ότι απαιτούνται αυστηρότεροι έλεγχοι και ενίσχυση της αρχής της αμοιβαιότητας. Τέλος, αναφέρθηκε σε δράσεις προώθησης ευρωπαϊκών προϊόντων (π.χ. «Enjoy it’s from Europe») και στην ανάγκη ανάδειξης της ποιότητας τους, ώστε να στηριχθεί η εγχώρια παραγωγή χωρίς προστατευτισμό.
«το βαμβάκι μπορεί είτε να πιεστεί από την αγορά και την κλιματική κρίση είτε να αποτελέσει βασικό πυλώνα βιώσιμης ανάπτυξης, απασχόλησης και ευρωπαϊκής αυτάρκειας»
Ο Κώστας Αρβανίτης, Ευρωβουλευτής, ανέδειξε τη στρατηγική σημασία του βαμβακιού για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, τονίζοντας ότι περίπου το 80% της παραγωγής βαμβακιού της ΕΕ προέρχεται από την Ελλάδα και ότι δεκάδες χιλιάδες παραγωγοί εξαρτώνται από αυτό, γεγονός που συνδέεται ακόμη και με ζητήματα δημογραφικού και περιφερειακής συνοχής. Επισήμανε ότι η ΕΕ διατηρεί ειδικό καθεστώς ενίσχυσης για το βαμβάκι, ενώ μέσω της νέας ΚΑΠ (2023–2027) δίνεται έμφαση σε αποτελέσματα, οικολογικά σχήματα, επενδύσεις και συμβουλευτική για πιο ανθεκτική και βιώσιμη παραγωγή. Παράλληλα, αναφέρθηκε στις ευρωπαϊκές πολιτικές για τα κλωστοϋφαντουργικά και τα μικροπλαστικά, σημειώνοντας ότι περίπου το 60% των ινών είναι συνθετικές, κυρίως πολυεστέρας, και ότι η ΕΕ αναγνωρίζει τη συμβολή τους στη ρύπανση, εισάγοντας μέτρα όπως το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος και την ευθύνη παραγωγού. Υπογράμμισε τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής, λόγω οικονομικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών, και την ανάγκη για συμμαχίες και κοινή γραμμή των ευρωβουλευτών. Τέλος, πρότεινε τη διατήρηση και ενίσχυση των ενισχύσεων για το βαμβάκι, επενδύσεις σε υδατική ανθεκτικότητα και υποδομές, καθώς και σύνδεση του ευρωπαϊκού βαμβακιού με την ποιότητα και την ιχνηλασιμότητα, τονίζοντας ότι το βαμβάκι μπορεί είτε να πιεστεί από την αγορά και την κλιματική κρίση είτε να αποτελέσει βασικό πυλώνα βιώσιμης ανάπτυξης, απασχόλησης και ευρωπαϊκής αυτάρκειας.
«τα συνθετικά υφάσματα δημιουργούν ένα μικροπεριβάλλον αυξημένης θερμότητας και υγρασίας πάνω στο δέρμα»
Ο Δημήτρης Σγούρος, Καθηγητής Δερματολογίας ΕΚΠΑ, προσέγγισε το θέμα από την πλευρά της ανθρώπινης υγείας, επισημαίνοντας ότι τα συνθετικά υφάσματα, όπως ο πολυεστέρας, το νάιλον και η ελαστάνη, παρουσιάζουν χαμηλή διαπνοή, δημιουργώντας ένα μικροπεριβάλλον αυξημένης θερμότητας και υγρασίας πάνω στο δέρμα. Αυτό, όπως ανέφερε από την κλινική εμπειρία, οδηγεί σε επιδείνωση δερματοπαθειών, όπως ατοπική δερματίτιδα, ακμή στη ράχη και ερεθισμούς, ιδιαίτερα σε άτομα που αθλούνται ή έχουν ευαίσθητο δέρμα, ενώ καταγράφονται και αυξημένες αλλεργικές αντιδράσεις, συχνά δύσκολα ανιχνεύσιμες. Αντίθετα, το 100% βαμβάκι, λόγω καλύτερης διαπνοής, συμβάλλει σε βελτίωση συμπτωμάτων, κάτι που επιβεβαιώνεται και από μελέτες και την εμπειρία ασθενών. Τόνισε επίσης ότι το βαμβάκι θεωρείται ασφαλές για όλες τις ηλικίες, από νεογνά έως ηλικιωμένους και ασθενείς, ενώ χρησιμοποιείται και στην ιατρική πράξη (π.χ. γάζες) για καλύτερη επούλωση τραυμάτων. Παράλληλα, εξέφρασε προβληματισμό για τη χρήση χημικών στην παραγωγή πολυεστέρα – αναφέροντας τα περίπου 2.700 χημικά που έχουν επισημανθεί – και για τις πιθανές επιπτώσεις τους, καθώς και για την εισπνοή μικροπλαστικών. Τέλος, σχολίασε ότι, παρά τους στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής για μείωση μικροπλαστικών και αποβλήτων, υπάρχουν αντιφάσεις στον τρόπο αξιολόγησης του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.
«οι παραγωγοί δεν ζητούν προνόμια αλλά δίκαιους όρους ανταγωνισμού»
Ο Σάκης Αρναούτογλου, Ευρωβουλευτής και μέλος των Επιτροπών Περιβάλλοντος, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αναφέρθηκε στην ανάγκη θέσπισης δίκαιων και επιστημονικά τεκμηριωμένων κανόνων στην ευρωπαϊκή πολιτική για τα κλωστοϋφαντουργικά, επισημαίνοντας τα προβλήματα του φαινομένου “greenwashing”. Τόνισε ότι, αν και η ΕΕ σωστά επιχειρεί να προστατεύσει τον καταναλωτή, εργαλεία όπως το PEF δεν αποτυπώνουν πλήρως κρίσιμες παραμέτρους, όπως τα μικροπλαστικά, τα πλαστικά απόβλητα, η κυκλικότητα και η διάρκεια ζωής των προϊόντων, γεγονός που οδηγεί σε στρεβλώσεις και άδικες συγκρίσεις μεταξύ φυσικών και συνθετικών ινών. Υπογράμμισε ότι το βαμβάκι αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, εισόδημα για χιλιάδες οικογένειες και σημαντικό εξαγωγικό προϊόν, και ότι οι παραγωγοί δεν ζητούν προνόμια αλλά δίκαιους όρους ανταγωνισμού. Αναφέρθηκε επίσης στον ρόλο των ευρωπαϊκών επιτροπών στην αξιολόγηση των πολιτικών (επιστημονικά δεδομένα, επιπτώσεις στον παραγωγό και στις τοπικές οικονομίες), επισημαίνοντας την ανάγκη χρήσης επικαιροποιημένων στοιχείων για το βαμβάκι και ουσιαστικής στήριξης μέσω της ΚΑΠ. Τέλος, τόνισε ότι η πράσινη μετάβαση πρέπει να είναι δίκαιη, με εμπιστοσύνη του καταναλωτή και χωρίς να αφήνει τους αγρότες εκτεθειμένους.