Η νόμιμη είσοδος αλλοδαπών στην Ελλάδα εξελίχθηκε σε παράνομο δουλεμπόριο.
Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ηρακλείου Κρήτης εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στην εμπορία και παράνομη διαμονή πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια.
Όπως προέκυψε από την ενδελεχή και εμπεριστατωμένη αστυνομική έρευνα, τα μέλη της οργάνωσης τουλάχιστον από το έτος 2023, είχαν συστήσει δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική ομάδα, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, μέσω της εμπορίας ανθρώπων, υπό την μορφή της εργασιακής εκμετάλλευσης, σε συνδυασμό με τη συστηματική καταστρατήγηση της μεταναστευτικής και εργατικής νομοθεσίας.
Συνελήφθησαν συνολικά 21 μέλη της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία που σχηματίσθηκε περιλαμβάνονται ακόμη 11 άτομα.
Τα τελευταία τρία χρόνια φέρονται παθόντες τουλάχιστον 48 αλλοδαποί, ενώ ερευνόνται άλλες 200 υποθέσεις.
Το κύκλωμα, κατάφερνε μέσω ιδιωτικών ΚΕΠ και ψευδών βεβαιώσεων να εξασφαλίζει άδειες παραμονής και εργασίας.
Επίσης, τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης διέθεταν τους αλλοδαπούς ως εργατικό δυναμικό σε επιχειρήσεις ή ιδιώτες, παρακρατώντας μέρος των αποδοχών τους.
Το συνολικό οικονομικό όφελος που αποκόμισε η οργάνωση εκτιμάται ότι ανέρχεται περίπου στο χρηματικό ποσό των 5.000.000 ευρώ.
Η οργάνωση λειτουργούσε υπό το κέλυφος ομόρρυθμης εταιρείας, με έδρα το Ηράκλειο Κρήτης, η οποία είχε συσταθεί ήδη από το 2021 και δραστηριοποιούνταν στη συνδυαστική παροχή γραμματειακών και συμβουλευτικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών χρηματικής διαμεσολάβησης, παρέχοντας στην πράξη κάλυψη (βιτρίνα) για την τέλεση των παράνομων δραστηριοτήτων.
Στο πλαίσιο αυτό, τα μέλη της οργάνωσης ανέπτυξαν δίκτυο συνεργατών στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ιδίως μέσω ελληνικών προξενικών Αρχών σε Ισλαμαμπάντ, Ντόχα και Άμπου Ντάμπι, μέσω του οποίου προέβαιναν στη συστηματική εισαγωγή πολιτών τρίτων χωρών στην ελληνική επικράτεια και στην υφαρπαγή θεωρήσεων εισόδου.
Η δράση τους περιλάμβανε τη στρατολόγηση αλλοδαπών, κυρίως από χώρες της Ασίας, στους οποίους παρουσίαζαν ψευδώς ότι δύνανται να εξασφαλίσουν νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα, εκμεταλλευόμενοι την ευάλωτη θέση τους και αποσπώντας τη συναίνεσή τους με απατηλά μέσα, όπως ψευδείς υποσχέσεις για νόμιμη εργασία και διαμονή στην Ελλάδα.
Στη συνέχεια διευκόλυναν την είσοδό τους στη χώρα μέσω της διαδικασίας μετάκλησης εργαζομένων, κάνοντας χρήση εικονικών εργοδοτών και καταρτίζοντας εικονικές ατομικές συμβάσεις εργασίας, χωρίς η δηλούμενη εργασιακή σχέση να υφίσταται στην πραγματικότητα.
Για την επίτευξη του σκοπού τους, υπέβαλαν ανακριβή και ψευδή στοιχεία στις αρμόδιες Αρχές, προκειμένου να εκδοθούν θεωρήσεις εισόδου και άδειες διαμονής, ακόμη και σε περιπτώσεις που δεν πληρούνταν οι νόμιμες προϋποθέσεις, ενώ παράλληλα δεν τηρούσαν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη διαδικασία μετάκλησης, όπως η πραγματική απασχόληση των αλλοδαπών ή η δήλωση μη εμφάνισής τους. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις προέβαιναν και σε εικονική καταβολή ασφαλιστικών εισφορών, προκειμένου να δημιουργείται η εικόνα νόμιμης απασχόλησης και να υποστηρίζονται οι σχετικές αιτήσεις χορήγησης αδειών διαμονής, παραπλανώντας τις αρμόδιες δημόσιες Αρχές και υπηρεσίες.
Μετά την είσοδο των αλλοδαπών στη χώρα, τα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν την παραλαβή, μεταφορά και εγκατάστασή τους σε συγκεκριμένες περιοχές της επικράτειας, κυρίως στους Νομούς Ηρακλείου, Λασιθίου και Ρεθύμνου, αλλά και σε περιοχές της Βοιωτίας και της Αττικής.
Καθοριστικό στοιχείο της δράσης τους αποτελούσε η παρακράτηση των ταξιδιωτικών εγγράφων (διαβατηρίων) των αλλοδαπών σε πολλές περιπτώσεις, με σκοπό την άσκηση ελέγχου και τη δημιουργία σχέσης εξάρτησης αυτών από τα μέλη της οργάνωσης, περιορίζοντας ουσιαστικά τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης και επιλογής τους.
Παράλληλα, δημιουργούσαν υπέρμετρες οικονομικές υποχρεώσεις σε βάρος τους, τις οποίες οι αλλοδαποί καλούνταν να αποπληρώσουν μέσω της εργασίας τους, τελώντας σε καθεστώς εξάρτησης.
Ακολούθως, οι αλλοδαποί τοποθετούνταν σε θέσεις εργασίας που καθορίζονταν από τα ίδια τα μέλη της οργάνωσης, υπό καθεστώς εργασιακής εκμετάλλευσης, χωρίς την τήρηση των προβλεπόμενων όρων εργασίας και χωρίς την καταβολή των νόμιμων αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών. Επιπλέον, απαιτούνταν από αυτούς η καταβολή χρηματικών ποσών, τόσο για τη διεκπεραίωση της διαδικασίας εισόδου και παραμονής τους, όσο και για τη συνέχιση της απασχόλησής τους.
Τα παράνομα έσοδα διακινούνταν μέσω καταγραφών και σημειώσεων οικονομικών συναλλαγών, καθώς και μέσω τρίτων προσώπων, καταδεικνύοντας οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα.
Ως προς τη δομή και τη λειτουργία της η οργάνωση ενεργούσε συντονισμένα για την επίτευξη του σκοπού της και διέθετε σαφή ιεραρχική διάρθρωση. Τα μέλη της είχαν διακριτούς, αλληλοσυμπληρούμενους και σε αρκετές περιπτώσεις αυτοτελείς ρόλους, οι οποίοι εντάσσονταν σε ενιαίο επιχειρησιακό σχήμα, ανεξαρτήτως της γνώσης εκάστου μέλους ως προς το σύνολο των επιμέρους ενεργειών ή στόχων της οργάνωσης, ως εξής:
- ηγετικά μέλη, που συγκροτούσαν τον σκληρό πυρήνα της οργάνωσης, τα οποία ήταν υπεύθυνα για τη συγκρότηση, τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και τον έλεγχο της συνολικής δράσης της οργάνωσης, λαμβάνοντας τις αποφάσεις και κατευθύνοντας τα λοιπά μέλη, διασφαλίζοντας τη συνοχή, την αποτελεσματικότητα και τη συνέχεια της εγκληματικής δραστηριότητας,
- μέλη της οργάνωσης, που εμφανίζονταν ως υπάλληλοι ή συνεργάτες της επιχείρησης-«βιτρίνας» (υποστηρικτική ομάδα), συμμετείχαν ενεργά στην υλοποίηση της εγκληματικής δραστηριότητας, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση των διοικητικών διαδικασιών της μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών και της υποβολής αιτήσεων για άδειες διαμονής, εξασφαλίζοντας την εξέλιξη και τον έλεγχο των διαδικασιών αυτών και υποστηρίζοντας τη συνολική λειτουργία της οργάνωσης,
- μεσάζοντες/ άμεσοι συνεργάτες (συναυτουργοί) της οργάνωσης, αποτελούσαν ενεργά μέλη του δικτύου στην Ελλάδα, λειτουργώντας ως επιχειρησιακός μηχανισμός της οργάνωσης, με ρόλο τη διασύνδεση με πολίτες τρίτων χωρών, την εξασφάλιση της συμμετοχής τους και τη διευκόλυνση της μεταφοράς τους στην Ελλάδα, στο πλαίσιο της συνολικής δράσης της οργάνωσης,
- μέλη, που είχαν το ρόλο του εικονικού εργοδότη, τα οποία εμφανίζονταν ως νόμιμοι απασχολούντες, εντάσσονταν στο δίκτυο της οργάνωσης με ρόλο την υλοποίηση της διαδικασίας μετάκλησης πολιτών τρίτων χωρών. Μέσω αυτών υποβάλλονταν αιτήματα μετάκλησης, καταρτίζονταν εικονικές συμβάσεις εργασίας και δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για την είσοδο και παραμονή των αλλοδαπών στη χώρα, χωρίς να υφίσταται πραγματική εργασιακή σχέση.
Τα ανωτέρω μέλη λειτουργούσαν με διακριτούς αλλά συνδυασμένους στόχους, με τους μεσάζοντες και τους εικονικούς εργοδότες να επιτελούν αυτοτελείς ρόλους, χωρίς άμεση μεταξύ τους αλληλεπίδραση, ενώ ο σκληρός πυρήνας της οργάνωσης και τα μέλη της επιχείρησης εξασφάλιζαν τον συντονισμό, την κατεύθυνση και τον έλεγχο της συνολικής δράσης, διαμορφώνοντας πυραμοειδή ιεραρχική δομή.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στις αρμόδιες εισαγγελικές Αρχές, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για τη διακρίβωση του πλήρους εύρους της εγκληματικής τους δραστηριότητας.

