Μεγάλη Πέμπτη θα καταβληθούν οι επιδοτήσεις στα αγροτεμάχια που παρουσίασαν προβλήματα στο σύστημα παρακολούθησης (monitoring), είτε λόγω ετερογένειας, είτε λόγω μη επιλέξιμων στοιχείων, καθώς και για τα κοφτολίβαδα ή τις εκτάσεις υπό αγρανάπαυση όπου δεν πραγματοποιήθηκαν οι απαιτούμενες κοπές, χωρίς ποινές, σύμφωνα με τροποποιητική απόφαση.
Συγκεκριμένα δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ η απόφαση η οποία αναφέρει τα εξής:
Για το έτος ενίσχυσης 2025, δεν επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 9 της παρούσας σε περιπτώσεις:
α. Αγροτεμαχίων επί των οποίων εφαρμόζεται το σύστημα παρακολούθησης εκτάσεων και τα οποία παρουσιάζουν ετερογένεια ή στα οποία εντοπίζονται μη επιλέξιμα αστικά στοιχεία και χέρσα εδάφη ή αγροτεμαχίων χωρίς αγροτική δραστηριότητα με συνεχή και αμετάβλητη παρουσία βλάστησης ή αγροτεμαχίων στα οποία η χρήση γης είναι διαφορετική της δηλωθείσας ή αγροτεμαχίων δηλωμένων ως αγρανάπαυση ή κοφτολίβαδα, στα οποία δεν εντοπίστηκε η απαιτούμενη άροση/κοπή ή αγροτεμαχίων και
β. Αγροτεμαχίων τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπό στοιχεία Α1068/12-3-2026 (Β’ 1448) κοινής απόφασης του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Διοικητή της ΑΑΔΕ».
Η ίδια απόφαση αναφέρει για ορισμό δηλωθέντων ζώων για το 2025:
Για τα αιγοπρόβατα, ως «δηλωθέντα ζώα» νοείται ο αριθμός του ζωικού κεφαλαίου που καθορίζεται σύμφωνα με την κοινή απόφαση υπ’ αρ. 873/55993/20-05-2015, όπως αντικαταστάθηκε από την υπ’ αρ. 3378/25-11-2025 (Β’ 6327).
Για τα βοοειδή, ως «δηλωθέντα ζώα» θεωρούνται τα ζώα που καταγράφονται στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Κτηνιατρικής (ΟΠΣΚ).
Απειλή προστίμων από ΕΕ
Σε σχετική ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) αναφέρονται τα εξής:
Η υπουργική απόφαση που υπεγράφη την πρωταπριλιά (ΦΕΚ 1946, τεύχος Β) από τον κ. Τσιάρα λίγο πριν την αποχώρησή του από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν αποτελεί μια απλή τεχνική προσαρμογή. Αποτελεί μια σοβαρά προβληματική πολιτική επιλογή, η οποία αποδυναμώνει το σύστημα ελέγχων, δημιουργεί ζητήματα νομιμότητας και εκθέτει τη χώρα σε μελλοντικούς κινδύνους καταλογισμών και δημοσιονομικών διορθώσεων.
Με τη ρύθμιση αυτή δεν θεραπεύονται οι παθογένειες του συστήματος, τα ελλιπή μητρώα, οι δυσλειτουργίες των διασταυρωτικών ελέγχων και οι αστοχίες της διοίκησης. Αντί να διορθωθεί το πρόβλημα, χαλαρώνουν εκ των υστέρων οι συνέπειες για το έτος ενίσχυσης 2025. Με απλά λόγια, αντί να ενισχυθεί η νομιμότητα, χαμηλώνει ο πήχης της.
Η απόφαση προβλέπει μη επιβολή κυρώσεων για κατηγορίες ευρημάτων που αφορούν ουσιώδη ζητήματα επιλεξιμότητας, όπως ετερογένεια αγροτεμαχίων, μη επιλέξιμα αστικά στοιχεία, διαφορετική χρήση γης από τη δηλωθείσα ή μη διαπίστωση της απαιτούμενης άροσης ή κοπής. Αυτό δεν είναι διορθωτική παρέμβαση. Είναι κανονιστική υποχώρηση.
Η επιλογή αυτή φαίνεται ότι εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με το ενωσιακό πλαίσιο και ιδίως με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2021/2116, ο οποίος απαιτεί αποτελεσματικούς, αναλογικούς και αποτρεπτικούς ελέγχους και κυρώσεις. Το ενωσιακό δίκαιο δεν προβλέπει γενικές “αμνηστίες” για κατηγορίες μη επιλεξιμότητας, αλλά μόνο στενές και ειδικά αιτιολογημένες εξαιρέσεις. Όταν λοιπόν μια εθνική υπουργική απόφαση επιχειρεί να μετατρέψει την εξαίρεση σε κανόνα, δεν λύνει πρόβλημα, αλλά δημιουργεί νέο.
Ταυτόχρονα, η ρύθμιση πλήττει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού οι συνεπείς παραγωγοί εξομοιώνονται στην πράξη με όσους ωφελούνται από μια γενικευμένη χαλάρωση των συνεπειών. Πλήττει και την ασφάλεια δικαίου, καθώς μεταβάλλει εκ των υστέρων το πραγματικό κανονιστικό βάρος των ελέγχων.
Το χειρότερο όμως είναι ότι η απόφαση αυτή δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο. Τον μεταθέτει. Ό,τι σήμερα παρουσιάζεται ως “λύση”, αύριο μπορεί να επιστρέψει ως καταλογισμός, δημοσιονομική διόρθωση ή νέος διασυρμός της χώρας. Όταν αποδυναμώνεις τους ελέγχους αντί να θεραπεύεις τις αιτίες των αστοχιών, απλώς αγοράζεις πολιτικό χρόνο με δημόσιο ρίσκο.
Η χρονική στιγμή της υπογραφής επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την πολιτική βαρύτητα της πράξης. Όταν μια τόσο κρίσιμη απόφαση υπογράφεται λίγο πριν από την αποχώρηση ενός Υπουργού, εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι δεν πρόκειται για πράξη θεσμικής ευθύνης, αλλά για πολιτική διαχείριση εξόδου, με τις συνέπειες να φορτώνονται στους επόμενους. Το ίδιο μοτίβο σιωπής καταγράφεται και στο σοβαρό ζήτημα της ύπαρξης ή μη πράξης αναγνώρισης από τον ΔΟΑΤΑΠ για τον τίτλο σπουδών του νυν Γενικού Γραμματέα Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων του ΥπΑΑΤ. Για το θέμα αυτό η ΠΟΓΕΔΥ θα επανέλθει πολύ σύντομα, προκειμένου να ξεκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα.
Για τον λόγο αυτό, ο νέος Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων οφείλει να πάρει άμεσα καθαρή θέση. Υιοθετεί τη συγκεκριμένη απόφαση; Θεωρεί ότι είναι συμβατή με το ενωσιακό πλαίσιο; Αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πιθανές συνέπειές της ή προτίθεται να την επανεξετάσει πριν η χώρα βρεθεί ξανά εκτεθειμένη;
Η σιωπή, στην περίπτωση αυτή, δεν θα είναι ουδετερότητα. Θα είναι αποδοχή.
Το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν έχει ανάγκη από αποχωρούσες υπογραφές που αφήνουν πίσω τους θεσμικά ερείπια. Έχει ανάγκη από καθαρούς κανόνες, αξιόπιστους ελέγχους και καθαρή πολιτική ευθύνη.
Η αποτυχία ενός συστήματος δεν νομιμοποιεί τη χαλάρωση της νομιμότητας.
Και κανείς νέος Υπουργός δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από την υπογραφή του προηγούμενου.