Αύξηση κονδυλίων της ΚΑΠ για την ενίσχυση ορεινών και μειονεκτικών περιοχών αναμένεται να υπάρξει τα επόμενα χρόνια στην ΕΕ.
Η υποστήριξη της ΚΑΠ είναι σημαντική για τη διατήρηση της γεωργίας και τις κτηνοτροφίας στις περιοχές με φυσικούς περιορισμούς, αναφέρει πρόσφατη μελέτη της Κομισιόν. Χωρίς αυτές τις ενισχύσεις μεγάλα περιοχές με φυσικούς περιορισμούς - όπως βουνά ή άγονα εδάφη - θα κινδύνευαν να εγκαταλειφθούν. Οι άμεσες ενισχύσεις (Πρώτος Πυλώνας) και οι επενδύσεις στο πλαίσιο των ταμείων αγροτικής ανάπτυξης (Δεύτερος Πυλώνας) συμβάλλουν στη διατήρηση της γεωργίας και της αγροτικής οικονομίας σε αυτές τις ειδικές περιοχές.
Οι εκμεταλλεύσεις που βρίσκονται σε αυτές τις περιοχές είναι κατά μέσο όρο λιγότερο εντατικές, με περισσότερες χρήσεις γης ωφέλιμες για το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα, όπως λιβάδια, πρωτεϊνούχες καλλιέργειες και αγρανάπαυση.
Σε αυτές τις περιοχές η καλλιέργεια είναι πιο δύσκολη λόγω δυσμενών συνθηκών, όπως το υψόμετρο, η κλίση, η ξηρότητα, η χαμηλή θερμοκρασία, φτωχά εδάφη. Οι περιοχές με φυσικούς περιορισμούς καλύπτουν το 59% της χρησιμοποιούμενης γεωργικής έκτασης της ΕΕ.
Για την περίοδο 2023-2027, η στήριξη του των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών που παρέχεται μέσα από Στρατηγικά Σχέδια της ΚΑΠ των κρατών μελών ανέρχεται σε δημόσια δαπάνη 18,7 δισ. ευρώ, καλύπτοντας 47 εκατ. εκτάρια (470 εκατ. στρέμματα).
Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει το 17% της συνολικής δημόσιας χρηματοδότησης για την αγροτική ανάπτυξη και το 6% της συνολικής δημόσιας χρηματοδότησης της ΚΑΠ.
Όμως εδώ η μελέτη της Κομισιόν επισημαίνει ότι παρά την οικονομική στήριξη η διαφορά του εισοδήματος των αγροτοκτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων που βρίσκονται σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς - σε σχέση με αυτές που δεν είναι - παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Στις ορεινές περιοχές το μέσο αγροτικό εισόδημα είναι μειωμένο κατά 20,4%, ενώ στις μειονεκτικές κατά 26,5%.
Η φιλοπεριβαλλοντική πολιτική της ΕΕ πρέπει να φτάσει και σε αυτές τις περιοχές. Η μελέτη έδειξε ότι οι καλλιέργειες σε ορεινές και μειονεκτικές περιοχές χρησιμοποιούν αντίστοιχα 55% και 26% λιγότερα ορυκτά λιπάσματα αζώτου. Επίσης οι δαπάνες ανά εκτάριο για φυτοπροστατευτικά προϊόντα είναι αντίστοιχα 56% και 49% χαμηλότερες.
Υπάρχουν επίσης στοιχεία ότι τα αγροκτήματα σε αυτές τις περιοχές έχουν μεγαλύτερα μερίδια πρωτεϊνούχων καλλιεργειών, λιβαδιών και αγρανάπαυσης, που είναι χρήσεις γης που αποδεδειγμένα είναι πιο ωφέλιμες για το περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα. Οι πρωτεϊνούχες καλλιέργειες βελτιώνουν τη γονιμότητα του εδάφους και μειώνουν την ανάγκη για συνθετικά λιπάσματα. Η αγρανάπαυση και τα λιβάδια μειώνουν τον κίνδυνο διάβρωσης του εδάφους, υποστηρίζουν τη βιοποικιλότητα, βελτιώνουν τις βιοφυσικές ιδιότητες του εδάφους και συμβάλλουν στη διατήρηση των τοπίων.
Ομοίως, η διαφοροποίηση των καλλιεργειών είναι μια σημαντική αγρο-οικολογική πρακτική με θετικές επιπτώσεις σε διάφορες περιβαλλοντικές πτυχές, συμπεριλαμβανομένης της βιοποικιλότητας, της επικονίασης, του ελέγχου παρασίτων, του κύκλου των θρεπτικών ουσιών, της γονιμότητας του εδάφους και της ρύθμισης του νερού. Σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς η διαφοροποίηση των καλλιεργειών είναι υψηλότερη από ό,τι σε άλλες εκμεταλλεύσεις. Στις ορεινές περιοχές επικρατούν λιβάδια. Η παύση της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής θα επηρέαζε αρνητικά τα οικοσυστήματα, αλλά θα οδηγούσε σε απώλεια πολύτιμων ορεινών τροφίμων, όπως του κρέατος ελευθέρας βοσκής αλλά και κάποιων τυριών.
Όλα αυτά αποτελούν ένα σοβαρό επιχείρημα για την χώρα μας που στα εδάφη διαθέτει ορεινές και μειονεκτικές περιοχές να αυξήσει την οικονομική στήριξη αυτών των περιοχών.
Στην Ελλάδα για το 2023 η παρέμβαση Π3-71: «Ενισχύσεις σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από φυσικά ή άλλα ειδικά μειονεκτήματα» (πρώην εξισωτική αποζημίωση) δίνει ενίσχυση σε τρεις διαφορετικές δράσεις που είναι:
- Δράση 1: Αντισταθμιστική ενίσχυση σε ορεινές περιοχές. Η ενίσχυση καθορίζεται στα 122,20 ευρώ ανά εκτάριο (12,22 ευρώ ανά στρέμμα)
- Δράση 2: Αντισταθμιστική ενίσχυση σε περιοχές με φυσικούς περιορισμούς, εκτός των ορεινών. Η ενίσχυση καθορίζεται στα 89,90 ευρώ ανά εκτάριο (8,99 ευρώ το στρέμμα)
- Δράση 3: Αντισταθμιστική ενίσχυση για τις περιοχές με ειδικά μειονεκτήματα. Η ενίσχυση καθορίζεται στα 89,90 ευρώ ανά εκτάριο (8,99 ευρώ το στρέμμα).
Σε όλες τις κατηγορίες των τριών δράσεων το ύψος της ενίσχυσης εξαρτάται από την έκταση της εκμετάλλευσης, που μετά τα 20 εκτάρια (1 εκτάριο = 10 στρέμματα) μειώνεται προοδευτικά ως ακολούθως:
Για τμήμα της έκτασης της εκμετάλλευσης έως και 20 ha (200 στρέμματα): χορηγείται το 100% της ενίσχυσης,
Για τμήμα της έκτασης της εκμετάλλευσης μεγαλύτερο από 20 ha έως και 25 ha (200 - 250 στρέμματα): χορηγείται 80% της ενίσχυσης,
Για τμήμα της έκτασης της εκμετάλλευσης μεγαλύτερο από 25 ha έως και 30 ha (250 - 300 στρέμματα): χορηγείται 50% της ενίσχυσης,
Για το τμήμα της έκτασης της εκμετάλλευσης πέραν των 30 ha (300 στρέμματα) δεν χορηγείται ενίσχυση. Σε εκμεταλλεύσεις μεγαλύτερες των 30 εκταρίων, θα ενισχύεται η έκταση μόνο μέχρι τα 30 ha.
Μήπως αντί να βάζουμε σε αυτές τις περιοχές αιολικά και φωτοβολταϊκά πάρκα θα ήταν καλύτερο να δίναμε αύξηση των ενισχύσεων για την αγροτική παραγωγή. Αυτό θα έδινε οικονομική ανάσα ζωής αλλά και θα βοηθούσε τους νέους να μείνουν σε αυτές τις περιοχές. Η Κομισιόν ανοίγει ένα παράθυρο μένει να δούμε αν το ΥπΑΑΤ θελήσει να το εκμεταλλευτεί στην αναπροσαρμογή του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ, που αναμένεται να γίνει τον επόμενο χρόνο.