Η παρουσία και η εξάπλωση του επιβλαβούς οργανισμού καραντίνας Spodoptera frugiperda συνεχίζει να απασχολεί τις φυτοϋγειονομικές αρχές στη χώρα μας.
Με αφορμή σχετικό τεχνικό δελτίο του Τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου της ΔΑΟΚ Δράμας, το οποίο εκδόθηκε πρόσφατα για τη διασπορά του εντόμου εντός των ελληνικών συνόρων αλλά και σε γειτονικές περιοχές, στο πλαίσιο της παρακολούθησής του, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον κ. Σίμογλου, γεωπόνο της ΔΑΟΚ Δράμας, προκειμένου να αποτυπωθεί η εικόνα του επιβλαβούς αυτού οργανισμού, αλλά και η τρέχουσα κατάσταση στη χώρα μας.
Η έκδοση του δελτίου και το ζήτημα της παραπληροφόρησης
Όπως αναφέρει ο κ. Σίμογλου, η συγκεκριμένη ενημέρωση εκδίδεται για δεύτερη ή τρίτη συνεχόμενη χρονιά, περίπου την ίδια εποχή. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε διακινηθεί, κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, «παραπληροφόρηση» γύρω από το έντομο, η οποία συνδεόταν με την «προώθηση γεωργικών φαρμάκων και επεμβάσεων χωρίς επίσημη τεκμηρίωση».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι τα στοιχεία του δελτίου «είναι επίσημα και προέρχονται από οργανωμένο δίκτυο παρακολούθησης». Παράλληλα, τα δεδομένα είναι διαθέσιμα και μέσω ανοικτής διαδικτυακής πλατφόρμας, με διαχείριση από το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, όπου καταγράφονται οι συλλήψεις με συνεχή επικαιροποίηση.
Σύμφωνα με τα τρέχοντα δεδομένα της περιόδου, τα οποία περιλαμβάνουν συλλήψεις έως και πριν από μία εβδομάδα, το έντομο εντοπίζεται κυρίως στη Νότια Ελλάδα. Ο κ. Σίμογλου αναφέρει ότι, καταγράφονται συλλήψεις στην Κρήτη, σε περιορισμένο ακόμη βαθμό, καθώς και σε νησιωτικές περιοχές όπως η Λέσβος, ενώ έχει καταγραφεί και σημείο στην περιοχή της Καλαμάτας.
Τα σημεία αυτά αποτυπώνονται στους σχετικούς χάρτες παρακολούθησης και, όπως επισημαίνεται, με την εξέλιξη της περιόδου αναμένεται να πολλαπλασιαστούν.
Ένας οργανισμός καραντίνας με υψηλό βαθμό επικινδυνότητας
Το Spodoptera frugiperda είναι ένα τροπικό είδος εντόμου, με ιδιαίτερα ευρύ φάσμα ξενιστών, που ξεπερνούν τα 80 είδη φυτών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται ο αραβόσιτος και λοιπά σιτηρά, με τον αραβόσιτο να αποτελεί την καλλιέργεια που πλήττεται περισσότερο, ιδιαίτερα σε χώρες της Αφρικής. Παράλληλα, σημαντικές ζημιές καταγράφονται και σε καλλιέργειες όπως το βαμβάκι, πολλά σολανώδη (πατάτα, τομάτα, πιπεριά, μελιτζάνα, καπνός), φασόλια, κρεμμύδια, αραχίδα, κολοκυνθοειδή και σταυρανθή, καθώς και σε καλλωπιστικά είδη όπως χρυσάνθεμα, γαρύφαλλα και πελαργόνια.
Το έντομο θεωρείται επιβλαβής οργανισμός καραντίνας και παρακολουθείται συστηματικά σε όλη τη χώρα εδώ και χρόνια. Όπως επισημαίνει ο κ. Σίμογλου, πρόκειται για «ένα πολύ επικίνδυνο έντομο», γεγονός που συνδέεται άμεσα με τη δυναμική του να προκαλεί εκτεταμένες ζημιές. Η εμπειρία από αφρικανικές χώρες, όπου το έντομο εξαπλώθηκε ευρέως περίπου πριν από μία δεκαετία, καταδεικνύει την ένταση των επιπτώσεων στις καλλιέργειες, με «σημαντικές απώλειες παραγωγής».
Η εξάπλωσή του έχει ακολουθήσει σταδιακή πορεία προς τα βορειότερα, περνώντας από τη Μέση Ανατολή, με αρχική εμφάνιση στην περιοχή της Αττάλειας και στη συνέχεια στην Κύπρο. Στην Ελλάδα, σποραδικές παρουσίες καταγράφηκαν σε Κρήτη και Πελοπόννησο την περίοδο των έντονων καιρικών φαινομένων του «Daniel», με τον γεωπόνο να σημειώνει ότι πιθανολογείται πως οι ισχυροί άνεμοι συνέβαλαν στη μεταφορά του, χωρίς να αποκλείονται και άλλοι τρόποι διασποράς.
Η σημερινή κατάσταση: Παρακολούθηση χωρίς εκτεταμένες ζημιές
Μέχρι σήμερα, οι καταγραφές αφορούν κυρίως συλλήψεις σε παγίδες, ενώ, όπως επισημαίνεται, «δεν έχουν διαπιστωθεί εκτεταμένες ζημιές» σε καλλιέργειες. Παράλληλα, ενδέχεται να έχουν παρατηρηθεί σποραδικές προσβολές σε θερμοκηπιακές καλλιέργειες στην Κρήτη, σε πολύ περιορισμένο βαθμό. Η κατάσταση, ωστόσο, παρακολουθείται στενά.
Κατά τα τελευταία 3–4 χρόνια παρατηρείται σχετική σταθερότητα στην εικόνα, με αύξηση των συλλήψεων κυρίως κατά τους φθινοπωρινούς μήνες. Από την παρούσα περίοδο έως και τον Σεπτέμβριο–Οκτώβριο αναμένεται αύξηση τόσο στον αριθμό όσο και στη συχνότητα των συλλήψεων, κυρίως στη Νότια Ελλάδα, σε περιοχές όπως η Κρήτη, η Πελοπόννησος, η Εύβοια, η Αττική και η Βοιωτία.
Στις περιοχές όπου έχουν καταγραφεί παρουσίες εφαρμόζονται ειδικό πρόγραμμα επισκοπήσεων καθώς και λοιπές συγκεκριμένες διαδικασίες σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία . Στο πλαίσιο αυτό, παραγωγοί καλλιεργειών όπως πιπεριά και μελιτζάνα υποχρεούνται να διακινούν τα προϊόντα τους με φυτοϋγειονομικό διαβατήριο, διαδικασία που συνεπάγεται αυξημένες απαιτήσεις τόσο για τους γεωπόνους όσο και για τους παραγωγούς.
Πού εστιάζεται ο προβληματισμός
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας «για το ενδεχόμενο εμφάνισης του εντόμου σε καλλιέργειες αραβοσίτου στην Κεντρική Ελλάδα και ειδικότερα στη Θεσσαλία, με πιθανή επέκταση προς τη Μακεδονία». Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επιπτώσεις ενδέχεται να είναι σημαντικές, δεδομένης της σημασίας των συγκεκριμένων καλλιεργειών. Συνεχίζει λέγοντας ότι, το έντομο είναι τροπικό είδος και δεν εμφανίζει διάπαυση, γεγονός που σημαίνει ότι παραμένει ενεργό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Σύμφωνα με τον γεωπόνο, στη Νότια Ελλάδα – και ιδιαίτερα σε περιοχές με ήπιους χειμώνες όπως η Κρήτη (π.χ. Ιεράπετρα) και η Νότια Πελοπόννησος – οι πιθανότητες εγκατάστασης είναι αυξημένες. Αντίθετα, στη Βόρεια Ελλάδα εκτιμάται ότι οι χαμηλές θερμοκρασίες κάτω των 10°C λειτουργούν περιοριστικά για την επιβίωσή του κατά τον χειμώνα.
Η διασπορά του εντόμου συνδέεται κυρίως με μεταναστευτικές πτήσεις. Όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, «όταν οι πληθυσμοί αυξηθούν σε μία περιοχή και η φέρουσα ικανότητα του αγροοικοσυστήματος δεν επαρκεί», παρατηρούνται μαζικές μετακινήσεις προς νέες περιοχές. Η διαδικασία αυτή απαιτεί χρόνο και την ανάπτυξη διαδοχικών γενεών, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανή μετακίνηση προς τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία δεν αναμένεται άμεσα, αλλά ενδέχεται να εκδηλωθεί αργότερα, ενδεχομένως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Διευκρινίζεται επίσης ότι η διασπορά δεν συνδέεται με τη διακίνηση σπόρου ή προϊόντων όπως ο αραβόσιτος ή η χορτονομή μηδικής. Παράλληλα, όπως έχει ήδη επισημανθεί, το έντομο παρουσιάζει μεγάλο εύρος ξενιστών, συμπεριλαμβανομένων και άγριων ειδών, γεγονός που αυξάνει τη δυνατότητα επιβίωσης και εγκατάστασης σε περιοχές όπου οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.
Τι πρέπει να γίνεται σε περίπτωση εντοπισμού
Όπως επισημαίνει ο κ. Σίμογλου, σε περίπτωση που παραγωγός ή γεωπόνος παρατηρήσει ύποπτο έντομο ή σύμπτωμα, η οδηγία είναι σαφής: «άμεση ενημέρωση της τοπικής ΔΑΟΚ».
Στη συνέχεια, οι φυτοϋγειονομικοί ελεγκτές αναλαμβάνουν τη διαδικασία επιβεβαίωσης και, εφόσον διαπιστωθεί η παρουσία του εντόμου, ενεργοποιούνται τα προβλεπόμενα στάδια, τα οποία περιλαμβάνουν εντατικοποίηση της παρακολούθησης με πυκνό δίκτυο παγίδων και διερεύνηση της έκτασης της εξάπλωσης.
«Ακόμη και η επιβεβαίωση ενός και μόνο ατόμου θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική», λόγω του καθεστώτος καραντίνας.