Στην καθημερινότητα της αιγοπροβατοτροφίας, ο σωστός σχεδιασμός της εκτροφής παίζει καθοριστικό ρόλο για τη διατήρηση της παραγωγικότητας και του εισοδήματος του παραγωγού. Ωστόσο, δεν είναι λίγες οι απώλειες που δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές, αλλά επηρεάζουν σταθερά τη συνολική εικόνα της εκμετάλλευσης.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων «σιωπηλών» απωλειών είναι οι μολύνσεις από γαστρεντερικά νηματώδη παράσιτα στα αιγοπρόβατα. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που δεν εκδηλώνεται πάντα με έντονα συμπτώματα, επηρεάζει όμως την υγεία των ζώων, την παραγωγικότητα και, τελικά, τη βιωσιμότητα της εκτροφής.
Πώς μολύνονται τα ζώα στη βοσκή
Η μόλυνση των αιγοπροβάτων με γαστρεντερικά νηματώδη συμβαίνει κυρίως κατά τη βόσκηση. Μαζί με το χόρτο, τα ζώα καταναλώνουν προνύμφες των παρασίτων που βρίσκονται στο βοσκότοπο. Οι προνύμφες αυτές, αφού εισέλθουν στο πεπτικό σύστημα, ωριμάζουν και εγκαθίστανται στο λεπτό έντερο ή στο ήνυστρο, όπου αναπαράγονται και παράγουν αυγά. Τα αυγά αποβάλλονται με τα κόπρανα, μολύνοντας εκ νέου το βοσκότοπο και διαιωνίζοντας τον κύκλο του παρασιτισμού. Ο κύκλος αυτός περιλαμβάνει ένα εξωτερικό στάδιο στο περιβάλλον και ένα εσωτερικό στάδιο μέσα στο ζώο, γεγονός που καθιστά τη διαχείριση του προβλήματος ιδιαίτερα απαιτητική.
Οι συνθήκες που ευνοούν τον παρασιτισμό
Οι θερμές και υγρές περίοδοι αποτελούν το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη και εξάπλωση των παρασίτων. Όταν υπάρχει πυκνό, πράσινο χόρτο και υψηλή υγρασία, αυξάνεται σημαντικά η παρουσία μολυσμάτων στο βοσκότοπο και, κατά συνέπεια, ο κίνδυνος μαζικής μόλυνσης των ζώων. Θερμοκρασίες μεταξύ 20 και 30 βαθμών Κελσίου ευνοούν την ταχεία εκκόλαψη των αυγών και την ανάπτυξη των προνυμφών. Αντίθετα, σε συνθήκες ξηρασίας ή γενικότερα αντίξοες συνθήκες, η ανάπτυξή τους αναστέλλεται, χωρίς όμως να εξαλείφεται πλήρως το πρόβλημα, καθώς τα αυγά μπορούν να παραμείνουν βιώσιμα μέχρι να επανέλθουν οι κατάλληλες συνθήκες. Η υπερβόσκηση και η αυξημένη πυκνότητα ζώων ανά στρέμμα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, αυξάνοντας την πιθανότητα έντονης μόλυνσης.
Ένα πρόβλημα που δεν φαίνεται – και γι’ αυτό συχνά δεν διαγιγνώσκεται έγκαιρα
Ένα από τα πιο ύπουλα χαρακτηριστικά των γαστρεντερικών νηματωδών είναι ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν προκαλούν εμφανή συμπτώματα. Τα ζώα μπορεί να συνεχίζουν να βόσκουν και να παράγουν, όμως με μειωμένη απόδοση, χαμηλότερη γαλακτοπαραγωγή και σταδιακή εξασθένηση, χωρίς η αιτία να γίνεται άμεσα αντιληπτή. Γι’ αυτό και οι μολύνσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως νοσήματα μειωμένης παραγωγικότητας. Το κόστος τους δεν είναι άμεσο και θεαματικό, αλλά σωρευτικό, επηρεάζοντας σταθερά το εισόδημα του παραγωγού και τη συνολική εικόνα της εκτροφής.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διάγνωση με βάση μόνο την εξωτερική εικόνα των ζώων είναι δύσκολη και συχνά αναξιόπιστη. Η ασφαλής διάγνωση γίνεται με παρασιτολογική εξέταση κοπράνων, σε αντιπροσωπευτικό αριθμό δειγμάτων ανά εκτροφή, η οποία επιτρέπει την εκτίμηση της έντασης του παρασιτισμού και αποτελεί απαραίτητο βήμα πριν από κάθε θεραπευτική παρέμβαση. Η τυφλή χορήγηση φαρμάκων χωρίς προηγούμενη διάγνωση όχι μόνο δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά μπορεί να το επιδεινώσει μακροπρόθεσμα.
Αντιμετώπιση με μέτρο, σχεδιασμό και σωστή διαχείριση
Η χρήση ανθελμινθικών φαρμάκων αποτελεί βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των γαστρεντερικών νηματωδών, αρκεί να γίνεται στον σωστό χρόνο, στη σωστή δόση και με ορθολογικό τρόπο. Η αλόγιστη χρήση τους έχει οδηγήσει στην εμφάνιση ανθεκτικότητας των παρασίτων, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των διαθέσιμων σκευασμάτων και δυσκολεύει τη διαχείριση του προβλήματος στο μέλλον. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην περίοδο της γαλακτοπαραγωγής, καθώς η παρουσία καταλοίπων στο γάλα καθιστά τη χρήση φαρμάκων απαγορευτική. Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση βασίζεται σε στοχευμένες παρεμβάσεις, σε συγκεκριμένες φάσεις του παραγωγικού κύκλου και μόνο σε μέρος του ποιμνίου, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Πέρα όμως από τα φάρμακα, καθοριστικό ρόλο παίζουν η ισορροπημένη διατροφή και η σωστή διαχείριση του βοσκότοπου. Ένα σιτηρέσιο που καλύπτει τις ανάγκες των ζώων και περιέχει επαρκές επίπεδο πρωτεϊνών συμβάλλει στη μείωση των μολύνσεων και στη βελτίωση της γενικότερης υγείας του ποιμνίου. Παράλληλα, η περιτροπική βόσκηση, με διαστήματα ανάπαυσης των λειμώνων, βοηθά στο «σπάσιμο» του κύκλου ζωής των παρασίτων, ενώ η μείωση της πυκνότητας βόσκησης περιορίζει την ένταση της μόλυνσης και τον κίνδυνο επαναμόλυνσης.
Ένα ζήτημα που αφορά τον συνολικό σχεδιασμό της εκτροφής
Τα γαστρεντερικά νηματώδη αποτελούν έναν παράγοντα που επηρεάζει σταθερά την υγεία των αιγοπροβάτων και τη συνολική παραγωγικότητα της εκτροφής, χωρίς πάντα να γίνεται άμεσα αντιληπτός. Η παρουσία τους δεν συνδέεται μόνο με εμφανή συμπτώματα, αλλά με σταδιακές απώλειες που επιβαρύνουν το εισόδημα του παραγωγού. Η έγκαιρη διάγνωση, η στοχευμένη αντιμετώπιση και η σωστή διαχείριση της εκτροφής μπορούν να περιορίσουν σημαντικά αυτές τις απώλειες. Όταν οι παρεμβάσεις βασίζονται σε δεδομένα και όχι σε πρακτικές χωρίς σχεδιασμό, το αποτέλεσμα δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη στιγμή, αλλά τη συνολική βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης.
Πηγή:Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 2/2018, «Γαστρεντερικά νηματώδη παράσιτα αιγοπροβάτων», σελ. 77–80