Η ποιότητα του αιγοπρόβειου γάλακτος αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το τελικό προϊόν και δεν συνδέεται μόνο με την ποσότητα που παράγεται, αλλά και με τα χαρακτηριστικά της σύστασής του. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι εκείνα που καθορίζουν την απόδοση και τη συνολική ποιότητα. Την περίοδο που τα κοπάδια μπαίνουν σε κρίσιμη φάση για τη γαλακτοπαραγωγή ή όταν οι παραγωγοί σχεδιάζουν την επόμενη περίοδο, η συζήτηση αυτή έρχεται πιο έντονα στο προσκήνιο. Το αιγοπρόβειο γάλα, το οποίο στη χώρα μας αξιοποιείται κυρίως για την παραγωγή τυριών, «χτίζει» τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά πολύ πριν φτάσει στο τυροκομείο. Και ο πιο καθοριστικός παράγοντας σε αυτή τη διαδικασία είναι η διατροφή των ζώων.
Διατροφή και ποιότητα: μια σχέση άμεση
Η γαλακτοπαραγωγή και η χημική σύσταση του αιγοπρόβειου γάλακτος δεν επηρεάζονται τυχαία. Ανάμεσα στους πολλούς παράγοντες που παίζουν ρόλο, η διατροφή ξεχωρίζει, καθώς συμμετέχει σε μεγάλο ποσοστό στο συνολικό κόστος παραγωγής και επηρεάζει άμεσα τόσο την ποσότητα όσο και τη σύσταση του γάλακτος. Λίπος και πρωτεΐνη είναι τα δύο βασικά συστατικά που καθορίζουν την απόδοση σε τυρί, την υφή, το άρωμα και τη συνολική ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Η ισορροπία ανάμεσα στην ποσότητα του γάλακτος και την περιεκτικότητά του σε ολικά στερεά αποτελεί βασικό στόχο για κάθε εκμετάλλευση που θέλει να παραμείνει βιώσιμη.
Το ενεργειακό ισοζύγιο και οι επιπτώσεις του στη γαλακτοπαραγωγή
Το επίπεδο διατροφής, και ειδικότερα το ενεργειακό ισοζύγιο των ζώων, επηρεάζει καθοριστικά τη γαλακτοπαραγωγή. Όταν η παροχή τροφής είναι επαρκής από τα πρώτα στάδια της γαλακτικής περιόδου, η παραγωγή γάλακτος αυξάνεται γρήγορα και φτάνει νωρίτερα στο μέγιστο επίπεδο. Αντίθετα, η ανεπαρκής διατροφή, είτε πριν είτε αμέσως μετά τον τοκετό, οδηγεί σε χαμηλότερη και καθυστερημένη κορύφωση της παραγωγής. Η διατροφή επηρεάζει όχι μόνο την ποσότητα αλλά και τη σύσταση του γάλακτος. Το λίπος και η πρωτεΐνη δεν αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο στις μεταβολές του ενεργειακού επιπέδου. Σε γενικές γραμμές, η αύξηση του διατροφικού επιπέδου τείνει να μειώνει την περιεκτικότητα σε λίπος, ενώ ευνοεί την αύξηση της πρωτεΐνης και της καζεΐνης, στοιχεία καθοριστικά για την τυροκομική απόδοση.
Όταν η τροφή δεν επαρκεί, η εικόνα αντιστρέφεται. Σε εκτατικά και ημιεντατικά συστήματα, ο υποσιτισμός εμφανίζεται σε ορισμένες περιόδους λόγω της μειωμένης ποιότητας ή διαθεσιμότητας της βοσκήσιμης ύλης, ενώ και σε εντατικά συστήματα ο ανταγωνισμός και οι αυξημένες ανάγκες των πιο παραγωγικών ζώων μπορεί να οδηγήσουν σε ατομικό υποσιτισμό. Σε αυτές τις περιπτώσεις παρατηρείται μείωση της γαλακτοπαραγωγής και της περιεκτικότητας της πρωτεΐνης, ενώ το ποσοστό λίπους στο γάλα αυξάνεται. Η αύξηση αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα πλεονέκτημα, καθώς συνδέεται με την κινητοποίηση σωματικού λίπους και όχι με ουσιαστική βελτίωση της συνολικής ποιότητας του προϊόντος.
Όταν το “περισσότερο” δεν σημαίνει καλύτερο
Ο υπερσιτισμός, που συχνά προκύπτει από την ομαδική διατροφή, οδηγεί σε αύξηση της γαλακτοπαραγωγής και της πρωτεϊνοπεριεκτικότητας του γάλακτος, με ταυτόχρονη μείωση του λίπους. Η πρακτική αυτή μπορεί να είναι χρήσιμη σε ορισμένα στάδια, απαιτεί όμως προσοχή, καθώς οι ανάγκες των ζώων διαφέρουν σημαντικά μέσα στο ίδιο κοπάδι. Στην πράξη, η ομαδική διατροφή συχνά καλύπτει τις ατομικές διαφορές, με αποτέλεσμα κάποια ζώα να υπερσιτίζονται και άλλα να υποσιτίζονται, γεγονός που επηρεάζει τόσο την παραγωγή όσο και τη σύσταση του γάλακτος.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η διαχείριση της πρωτεΐνης και των συμπυκνωμένων τροφών στο σιτηρέσιο. Η επάρκεια πρωτεΐνης είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη της γαλακτοπαραγωγικής ικανότητας, ωστόσο η αύξησή της πέρα από ένα συγκεκριμένο επίπεδο δεν οδηγεί σε περαιτέρω βελτίωση της σύστασης του γάλακτος και συχνά συνεπάγεται άσκοπη αύξηση του κόστους. Αντίστοιχα, η υπερβολική συμμετοχή συμπυκνωμένων τροφών, παρότι αυξάνει το ενεργειακό επίπεδο, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο το λίπος όσο και την πρωτεΐνη του γάλακτος και να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία του πεπτικού συστήματος.
Σύστημα εκτροφής και τελικό αποτέλεσμα
Το σύστημα εκτροφής συνδέεται άμεσα με τη διατροφή και, κατ’ επέκταση, με την ποιότητα του γάλακτος. Τα εκτατικά και ημιεντατικά συστήματα, που βασίζονται στη βόσκηση φυσικών βοσκοτόπων, οδηγούν σε γάλα πλουσιότερο σε λίπος και σε ορισμένα μικροσυστατικά, στοιχεία που συνδέονται με την ποιότητα και τον χαρακτήρα των παραγόμενων τυριών. Αντίθετα, στα εντατικά συστήματα, όπου κυριαρχούν τα σιτηρέσια υψηλής ενέργειας, παρατηρείται αύξηση της πρωτεΐνης αλλά μείωση του λίπους και της σχέσης λίπους προς πρωτεΐνη, γεγονός που επηρεάζει τα τυροκομικά χαρακτηριστικά.
Η ποιότητα του γάλακτος είναι θέμα ισορροπίας
Η ποιότητα του αιγοπρόβειου γάλακτος δεν διαμορφώνεται τυχαία ούτε την τελευταία στιγμή. Αποτελεί το αποτέλεσμα επιλογών και πρακτικών που εφαρμόζονται στη διατροφή των ζώων και επηρεάζουν σταθερά τόσο την παραγωγή όσο και τη σύσταση του γάλακτος. Για τον κτηνοτρόφο, η πρόκληση δεν βρίσκεται στην υπερβολή, αλλά στην ισορροπία. Στην προσαρμογή της διατροφής στις πραγματικές ανάγκες του κοπαδιού, με στόχο ένα γάλα που να συνδυάζει ικανοποιητική παραγωγή και σταθερή ποιότητα. Μια προσέγγιση που σέβεται τα ζώα, υποστηρίζει τη βιωσιμότητα της εκμετάλλευσης και αποτυπώνεται τελικά στο προϊόν που φτάνει στον καταναλωτή.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 2/2008 «Ποιότητα του αιγοπρόβειου γάλακτος – Επίδραση διατροφικών παραγόντων», σελ. 60–64