Το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.) σε ανακοίνωση που εξέδωσε αναφέρει ότι είναι κάθετα αντίθετο με τις διατάξεις του υπό διαβούλευση σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τις οποίες προβλέπεται η ανάθεση κτηνιατροδικαστικών πράξεων σε ιατροδικαστές.
Η πρόβλεψη αυτή εγείρει σοβαρά επιστημονικά, θεσμικά και λειτουργικά ζητήματα, καθώς η διερεύνηση των αιτίων θανάτου, των κακώσεων και κάθε σχετικού παθολογικού ή τραυματικού ευρήματος στα ζώα, αποτελεί αντικείμενο της κτηνιατρικής επιστήμης και προϋποθέτει εξειδικευμένες γνώσεις συγκριτικής παθολογίας, ανατομίας, φυσιολογίας, νοσολογίας και κτηνιατρικής διαγνωστικής.
Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε επιστημονική πράξη ασκείται από τον κατά νόμο αρμόδιο επιστήμονα, σύμφωνα με τα επαγγελματικά δικαιώματα που απορρέουν από την ισχύουσα νομοθεσία και τις θεμελιώδεις αρχές προστασίας της δημόσιας υγείας, της ευζωίας των ζώων και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. έχει επανειλημμένα επισημάνει προς την Πολιτεία ότι αποτελεί ουσιαστικό πρόβλημα η διαχρονική έλλειψη των αναγκαίων δημόσιων υποδομών για την άσκηση κτηνιατροδικαστικών υπηρεσιών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να στερείται οργανωμένου δικτύου κατάλληλων κτηνιατρικών νεκροτομείων και εργαστηρίων, τα οποία μπορούν να διενεργούν με επιστημονική επάρκεια τις απαραίτητες για την κτηνιατροδικαστική αλλά και για την διάγνωση (π.χ. επικίνδυνων νοσημάτων) νεκροψίες, νεκροτομές και τις απαιτούμενες εργαστηριακές εξετάσεις, όχι μόνο για τα ζώα συντροφιάς αλλά και για τα παραγωγικά ζώα, τα ιπποειδή και τα άγρια ζώα και πτηνά. Οι προϋπάρχουσες δομές στα δύο Κτηνιατρικά Κέντρα Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και σε ορισμένα περιφερειακά εργαστήρια, αντί να εκσυγχρονιστούν και να στελεχωθούν με εξειδικευμένο κτηνιατρικό προσωπικό και λοιπό προσωπικό, απαξιώθηκαν και αποστελεχώθηκαν. Οι ελάχιστοι εξειδικευμένοι κτηνίατροι που υπήρξαν συνταξιοδοτήθηκαν πριν είκοσι και δεκαπέντε χρόνια χωρίς να αντικατασταθούν.
Παράλληλα, απαιτείται η στελέχωση των σχετικών υπηρεσιών με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, ιδίως κτηνιάτρους, με την κατάλληλη εκπαίδευση και εμπειρία, καθώς και η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου που θα καθορίζει με σαφήνεια:
• ποιος είναι ο αρμόδιος επιστήμονας για τη διενέργεια της κτηνιατροδικαστικής πράξης,
• σε ποιες πιστοποιημένες εγκαταστάσεις αυτή πραγματοποιείται,
• ποια διαδικασία ακολουθείται από την παραγγελία της εξέτασης έως την ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης,
• ποια είναι τα πρότυπα λειτουργίας, τεκμηρίωσης και διασφάλισης της επιστημονικής αξιοπιστίας των πορισμάτων.
Οι νομοθετικές πρωτοβουλίες οφείλουν να κατοχυρώνουν τον ρόλο του κτηνιάτρου ως του μόνου αρμόδιου επιστήμονα για την τέλεση κτηνιατροδικαστικών πράξεων και, ταυτόχρονα, να αντιμετωπίζουν τα πραγματικά προβλήματα του συστήματος και όχι να επιχειρούν τη μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς προηγουμένως να έχουν εξασφαλιστεί οι αναγκαίες επιστημονικές, θεσμικές και υλικοτεχνικές προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή τους.
Σε μια σύγχρονη και ευνομούμενη Πολιτεία, η νομοπαρασκευαστική διαδικασία πρέπει να βασίζεται στην επιστημονική τεκμηρίωση, στην εμπειρία των καθ' ύλην αρμόδιων επιστημονικών φορέων, στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και στην εσωτερική συνοχή του δικαίου. Η νομοθέτηση οφείλει να ενισχύει και να συμπληρώνει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο, με σεβασμό στις αρμοδιότητες που έχουν ήδη αναγνωριστεί από την έννομη τάξη, και όχι να δημιουργεί επικαλύψεις ή συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών επιστημονικών αντικειμένων.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. καλεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης να επανεξετάσει τις επίμαχες διατάξεις στο πλαίσιο ουσιαστικού διαλόγου με το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, τους κτηνιατρικούς επιστημονικούς φορείς και τα αρμόδια Υπουργεία, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο, επιστημονικά τεκμηριωμένο και λειτουργικό σύστημα κτηνιατροδικαστικής στη χώρα.
Το ΓΕΩΤ.Ε.Ε. δηλώνει ότι θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τον θεσμικό ρόλο της κτηνιατρικής επιστήμης, τα νόμιμα επαγγελματικά δικαιώματα των κτηνιάτρων και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός σύγχρονου πλαισίου που θα υπηρετεί αποτελεσματικά τη Δικαιοσύνη, την προστασία των ζώων και το δημόσιο συμφέρον.
Π.Ε.Κ.Δ.Υ.: ΠΡΟΧΕΙΡΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ
Η Πανελλήνια Ένωση Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων (Π.Ε.Κ.Δ.Υ.) ανακοίνωσε ότι παρακολουθεί με ιδιαίτερη ανησυχία τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για τη διενέργεια νεκροτομών σε ζώα και διαπιστώνει ότι, αντί να αντιμετωπιστεί το πραγματικό πρόβλημα που εδώ και χρόνια έχει αναδείξει η κτηνιατρική κοινότητα, επιχειρείται η υιοθέτηση μιας πρόχειρης και επιστημονικά εσφαλμένης λύσης.
Εδώ και περισσότερο από έναν χρόνο, η Π.Ε.Κ.Δ.Υ. είχε προειδοποιήσει εγγράφως την πολιτική ηγεσία των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι προβληματικό και δεν διασφαλίζει ούτε την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ούτε την προστασία των εργαζομένων κτηνιάτρων. Είχαμε επισημάνει ότι η χώρα στερείται οργανωμένης Κτηνιατροδικαστικής Υπηρεσίας, εξειδικευμένων υποδομών και σαφούς θεσμικού πλαισίου για τη διερεύνηση περιστατικών θανάτωσης ή κακοποίησης ζώων.
Δυστυχώς, αντί η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το πραγματικό πρόβλημα, επιλέγει μια λύση που δημιουργεί ακόμη σοβαρότερα ζητήματα.
Οι νεκροτομές ζώων και η συνακόλουθη παθολογοανατομική διερεύνηση αποτελούν εξειδικευμένο αντικείμενο της Κτηνιατρικής Επιστήμης. Η διερεύνηση των αιτίων θανάτου, η μακροσκοπική και μικροσκοπική αξιολόγηση των παθολογικών αλλοιώσεων, η αναγνώριση λοιμωδών, παρασιτικών και άλλων νοσημάτων, η διαφορική διάγνωση, η ορθή δειγματοληψία για εργαστηριακές εξετάσεις (ιστοπαθολογικές, μικροβιολογικές, τοξικολογικές, μοριακές κ.ά.) και η ερμηνεία των ευρημάτων προϋποθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις Κτηνιατρικής Παθολογικής Ανατομικής, Παθολογίας, Λοιμωδών Νοσημάτων, Τοξικολογίας και Συγκριτικής Ανατομικής, γνωστικά αντικείμενα που δεν περιλαμβάνονται στην εκπαίδευση και την ειδίκευση των ιατροδικαστών.
Με κάθε σεβασμό στον θεσμικό και επιστημονικό ρόλο των ιατροδικαστών, η ειδικότητά τους αφορά τη διερεύνηση θανάτων ανθρώπων και όχι ζώων. Η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς την απαιτούμενη επιστημονική εξειδίκευση δεν επιλύει το πρόβλημα αντίθετα, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την αξιοπιστία των πραγματογνωμοσυνών και κατ' επέκταση για την ίδια την απονομή της δικαιοσύνης.
Η Π.Ε.Κ.Δ.Υ. είχε εγκαίρως προτείνει τη μόνη ουσιαστική και επιστημονικά ορθή λύση: τη δημιουργία οργανωμένης Κτηνιατροδικαστικής Υπηρεσίας με εξειδικευμένους κτηνιάτρους, κατάλληλες υποδομές, σύγχρονα εργαστήρια και σαφές θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας. Μόνο έτσι μπορούν να διασφαλιστούν:
- η επιστημονική εγκυρότητα των πορισμάτων,
- η αποτελεσματική προστασία της ευζωίας των ζώων,
- η ορθή υποστήριξη της ποινικής διαδικασίας,
- η προστασία της δημόσιας υγείας και
- η ασφάλεια των εργαζομένων.
Η κυβέρνηση, αντί να αξιοποιήσει τις τεκμηριωμένες προτάσεις της Π.Ε.Κ.Δ.Υ. και της κτηνιατρικής κοινότητας, επιλέγει μια πρόχειρη και επικίνδυνη λύση, η οποία δεν αντιμετωπίζει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος.
Η προστασία των ζώων δεν υπηρετείται με επικοινωνιακές παρεμβάσεις ούτε με μεταφορά αρμοδιοτήτων σε επιστήμονες άλλης ειδικότητας. Απαιτεί επιστημονική επάρκεια, θεσμική σοβαρότητα και σεβασμό στις διακριτές αρμοδιότητες κάθε επιστημονικού κλάδου.
Είναι αδιανόητο, σε μια χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντί να δημιουργούνται οι αναγκαίες δημόσιες κτηνιατροδικαστικές δομές, να επιχειρείται η υποκατάσταση της Κτηνιατρικής Επιστήμης.
Η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει:
- Γιατί αγνόησε τις τεκμηριωμένες προτάσεις της Π.Ε.Κ.Δ.Υ.;
- Γιατί δεν προχώρησε στη δημιουργία οργανωμένης Κτηνιατροδικαστικής Υπηρεσίας;
- Γιατί επιλέγει λύσεις που δεν αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος;
Η Π.Ε.Κ.Δ.Υ. καλεί την πολιτική ηγεσία να αποσύρει κάθε σχεδιασμό που υποβαθμίζει την επιστημονική διαδικασία και να προχωρήσει άμεσα σε ουσιαστικό διάλογο με τους θεσμικούς εκπροσώπους των κτηνιάτρων, προκειμένου να θεσπιστεί ένα ολοκληρωμένο και σύγχρονο σύστημα κτηνιατροδικαστικής στη χώρα.
Η Π.Ε.Κ.Δ.Υ. θα συνεχίσει να υπερασπίζεται την επιστημονική δεοντολογία, το κύρος της Κτηνιατρικής Επιστήμης και το δικαίωμα της κοινωνίας να διαθέτει αξιόπιστες, επιστημονικά τεκμηριωμένες πραγματογνωμοσύνες για κάθε περιστατικό θανάτου ή κακοποίησης ζώου.