Η περίοδος των νέων φυτεύσεων και των αναδιαρθρώσεων στους ελαιώνες επαναφέρει κάθε χρόνο τη συζήτηση γύρω από τα συστήματα φύτευσης της ελιάς. Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα μέσα από παραδείγματα του εξωτερικού, το υπερπυκνό σύστημα καλλιέργειας έχει παρουσιαστεί ως μια λύση που υπόσχεται χαμηλότερο κόστος συγκομιδής και υψηλή παραγωγικότητα. Το ερώτημα όμως παραμένει: κατά πόσο ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί στα ελληνικά δεδομένα;
Με βάση τη μακρόχρονη εμπειρία του στην ελαιοκομία, ο γεωπόνος–ερευνητής και συγγραφέας κ. Χαρτζουλάκης τοποθετείται με σαφήνεια, αναδεικνύοντας τα όρια, τις πραγματικές δυνατότητες αλλά και τις παγίδες που συχνά αποσιωπώνται στη δημόσια συζήτηση.
Οι ελληνικές ιδιαιτερότητες δεν ευνοούν το υπερπυκνό μοντέλο
Όπως επισημαίνει ο κ. Χαρτζουλάκης στον ΑγροΤύπο, «η δομή της ελληνικής γεωργίας αποτελεί από μόνη της έναν βασικό περιοριστικό παράγοντα». Ο μικρός και κατακερματισμένος κλήρος, η έντονη κλίση των εδαφών σε πολλές περιοχές, καθώς και η ετερογένεια των αγροτεμαχίων, καθιστούν τις υπερπυκνές φυτεύσεις δύσκολα εφαρμόσιμες.
Το υπερπυκνό σύστημα απαιτεί μεγάλες, ενιαίες και επίπεδες εκτάσεις, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί η πλήρης μηχανοποίηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το κόστος ανεβαίνει απότομα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η αγορά ή ακόμη και η ενοικίαση του εξοπλισμού συγκομιδής προϋποθέτει εκτάσεις που να μπορούν να «αποσβέσουν» μια επένδυση ιδιαίτερα υψηλού κόστους, κάτι που δεν συναντάται στον μέσο ελληνικό ελαιώνα.
Αηφορία, νερό και έδαφος: το αδύναμο σημείο των υπερπυκνών φυτεύσεων
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, τίθεται έντονα και το ζήτημα της αειφορίας. Σύμφωνα με τον ίδιο, στις υπερπυκνές φυτεύσεις παρατηρείται συστηματικά υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων, με πρώτο το νερό. Τα δέντρα φυτεύονται σε πολύ μικρές αποστάσεις, γεγονός που αυξάνει τις ανάγκες άρδευσης και λίπανσης.
Παράλληλα, η έντονη χρήση βαρέων μηχανημάτων συμπιέζει το έδαφος και επιταχύνει τη φθορά του. Το αποτέλεσμα είναι φυτείες με περιορισμένο παραγωγικό ορίζοντα, καθώς –όπως τονίζεται– μετά από περίπου 10 έως 15 χρόνια απαιτείται επαναφύτευση. Πρόκειται για ένα σύστημα που, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «δεν αφήνει τίποτα πίσω του», ούτε σε επίπεδο εδάφους ούτε σε επίπεδο βιοποικιλότητας.
Παραγωγικότητα με ημερομηνία λήξης
Ένα ακόμη σημείο που συχνά παραλείπεται αφορά τη διάρκεια της παραγωγικότητας. Όπως επισημαίνει, τα περισσότερα διαθέσιμα στοιχεία και παρατηρήσεις αφορούν τα πρώτα χρόνια λειτουργίας των υπερπυκνών ελαιώνων, όταν οι αποδόσεις βρίσκονται στο μέγιστο. Αντίθετα, σπάνια υπάρχουν δεδομένα για το τι συμβαίνει μετά τη δεκαετία. Η έντονη μηχανική επέμβαση στο δέντρο, με κλάδεμα που περιορίζεται στις ανάγκες της μηχανής, οδηγεί σε φυτά που σταδιακά μετατρέπονται σε «ξύλο» και χάνουν τη δυνατότητα ουσιαστικής παραγωγής. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο αποδίδει ένας ελαιώνας σήμερα, αλλά αν μπορεί να αποδώσει με σταθερότητα στο βάθος του χρόνου.
Χαμηλή οξύτητα δεν σημαίνει υψηλή ποιότητα
Στη συζήτηση γύρω από την ποιότητα του ελαιολάδου, γίνεται συχνά επίκληση της χαμηλής οξύτητας που επιτυγχάνεται σε υπερπυκνές φυτεύσεις, λόγω της άμεσης συγκομιδής και έκθλιψης του καρπού. Πράγματι, όπως αναφέρεται, η οξύτητα μπορεί να κυμανθεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα για τον ίδιο δεν είναι αυτό. Τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου, τα οποία συνδέονται άμεσα με την προστιθέμενη αξία του προϊόντος, επηρεάζονται καθοριστικά από τη λίπανση και κυρίως από την υπερβολική χρήση αζώτου. Σε πυκνές φυτεύσεις, οι ανάγκες του φυτού αυξάνονται σημαντικά, γεγονός που οδηγεί σε λάδια φτωχότερα σε φαινόλες και άλλα ευεργετικά συστατικά.
Η βιοποικιλότητα και οι ελληνικές ποικιλίες στο περιθώριο
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο ζήτημα της βιοποικιλότητας. Όπως τονίζεται, η επικράτηση λίγων διεθνών ποικιλιών οδηγεί σταδιακά στην εγκατάλειψη των τοπικών ελληνικών ποικιλιών, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής. Στο σημείο αυτό, υπογραμμίζεται ότι η Κορωνέικη, για παράδειγμα, αποτελεί μια ελληνική ποικιλία και δεν μπορεί να «μπαίνει στο ίδιο καλούπι» με ποικιλίες που έχουν επιλεγεί για μαζικά, πλήρως μηχανοποιημένα συστήματα παραγωγής, όπως οι ισπανικές. Όπως αναφέρεται, «οι χώρες που έχουν επενδύσει στη μαζική παραγωγή ελαιολάδου ελέγχουν ήδη αυτό το πεδίο, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα δύσκολο για άλλες χώρες να ανταγωνιστούν στη βάση της ποσότητας».
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι οι επιλογές φύτευσης συχνά επηρεάζονται από τη διαθεσιμότητα του φυτωριακού υλικού, ανεξάρτητα από το αν αυτό αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή για τις τοπικές συνθήκες. Όταν ορισμένες ελληνικές ποικιλίες είναι πιο απαιτητικές ή πιο χρονοβόρες στην παραγωγή φυτωριακού υλικού, περιορίζεται έμμεσα η παρουσία τους στην πράξη, γεγονός που συμβάλλει περαιτέρω στη συρρίκνωση της ποικιλιακής βάσης.
«Δεν μπορείς να πάρεις υπεραξία όταν παράγεις ένα προϊόν που είναι ίδιο παντού», σημειώνεται χαρακτηριστικά ο κ. Χαρτζουλάκης, τονίζοντας ότι η πραγματική δύναμη της ελληνικής ελαιοκομίας δεν βρίσκεται στη μαζική παραγωγή, αλλά στη διαφοροποίηση, στην ταυτότητα και στην ανάδειξη των δικών της ποικιλιών.
Τι πραγματικά λειτουργεί στα ελληνικά δεδομένα
Σύμφωνα με όσα επισημαίνονται απο τον κ. Χαρτζουλάκη, το σύστημα που λειτουργεί σταθερά και με προοπτική στα ελληνικά δεδομένα είναι το εντατικό, αλλά όχι το υπερεντατικό. Φυτεύσεις της τάξης των 25 έως 40 δέντρων ανά στρέμμα, προσαρμοσμένες στη μορφολογία του εδάφους και στις απαιτήσεις της κάθε ποικιλίας, μπορούν να προσφέρουν σταθερή παραγωγή χωρίς να εξαντλούν τους πόρους.
Μάλιστα, τονίζεται ότι ένας σωστά καλλιεργημένος εντατικός ελαιώνας δεν έχει να ζηλέψει τίποτα σε συνολική παραγωγή από έναν υπερπυκνό, όταν ληφθεί υπόψη ο πλήρης κύκλος ζωής της φυτείας.
Πίσω από όλα τα παραπάνω, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο ζήτημα: η νοοτροπία. Η έλλειψη οργάνωσης, η απουσία συλλογικών σχημάτων και η αποσπασματική λήψη αποφάσεων οδηγούν σε επιλογές που συχνά βασίζονται στη μόδα και όχι στη γνώση. Όπως επισημαίνεται απο τον κ. Χαρτζουλάκη, «χωρίς σοβαρό σχεδιασμό και χωρίς αξιολόγηση εδάφους, νερού και οικονομικών δεδομένων, καμία νέα φύτευση δεν μπορεί να είναι πραγματικά βιώσιμη». Η ποιότητα, η σταθερότητα και η συνεργασία αποτελούν, σύμφωνα με την εμπειρία του, τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο για την ελληνική ελαιοκομία.
Η ελιά θέλει προσαρμογή, όχι αντιγραφή
Η συζήτηση γύρω από τα συστήματα φύτευσης της ελιάς δεν μπορεί να γίνεται αποκομμένη από την πραγματικότητα της ελληνικής γεωργίας. Όπως προκύπτει από τις επισημάνσεις που κατατέθηκαν, το ζητούμενο δεν είναι η υιοθέτηση μοντέλων που αναπτύχθηκαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες, αλλά η προσαρμογή στις δικές μας δυνατότητες. Με ορθολογική διαχείριση, σεβασμό στο έδαφος και στο νερό, και με έμφαση στην ποιότητα και την ταυτότητα των ελληνικών ποικιλιών, η ελληνική ελαιοκομία μπορεί να παραμείνει παραγωγική και βιώσιμη στον χρόνο.







