Τα χειμερινά σιτηρά αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής φυτικής παραγωγής και η αποτελεσματική διαχείριση των ζιζανίων παραμένει καθοριστικός παράγοντας για την απόδοση της καλλιέργειας. Η ανθεκτικότητα των ζιζανίων στα ζιζανιοκτόνα αποτελεί διεθνώς ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα στη σύγχρονη γεωργία, με αυξανόμενο αριθμό καταγεγραμμένων περιπτώσεων σε πολλά είδη.
Η Ήρα (Lolium rigidum) συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα και θεωρείται από τα πλέον «πρωταγωνιστικά» ως προς την ανάπτυξη ανθεκτικότητας σε διαφορετικούς τρόπους δράσης ζιζανιοκτόνων. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας σιτηρών και αναδεικνύει τη σημασία της ορθής στρατηγικής διαχείρισης.
Πώς δημιουργήθηκε το πρόβλημα
Η μονοκαλλιέργεια και η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή ζιζανιοκτόνων με τον ίδιο τρόπο δράσης, χωρίς συνδυασμό με μη χημικές μεθόδους, δημιούργησαν έντονη πίεση επιλογής. Μέσα στους αρχικά ευαίσθητους πληθυσμούς της ήρας υπήρχαν φυτά με φυσική ανοχή. Με τα χρόνια, αυτά τα φυτά επιβίωσαν, πολλαπλασιάστηκαν και τελικά επικράτησαν, μετατρέποντας ευαίσθητους πληθυσμούς σε ανθεκτικούς. Η βιολογία και η οικολογία του ζιζανίου συνέβαλαν στην ταχεία εξάπλωση της ανθεκτικότητας, ιδιαίτερα στις καλλιέργειες χειμερινών σιτηρών όπου εφαρμόζονται σταθερά τα ίδια σχήματα ζιζανιοκτονίας.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Ανθεκτικοί πληθυσμοί ήρας σε ALS ή/και ACCase αναστολείς έχουν καταγραφεί σε πολλές περιοχές της χώρας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, πληθυσμοί που δεν ελέγχθηκαν από ALS αναστολείς αντιμετωπίστηκαν προσωρινά με ACCase αναστολείς. Ωστόσο, αποτελέσματα από συλλογές και δοκιμές σε αγρούς με προβλήματα ελέγχου έδειξαν ότι σε σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων η αποτελεσματικότητα των ALS ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, ενώ σε περίπου τους μισούς από αυτούς τους πληθυσμούς παρατηρήθηκε μη ικανοποιητικός έλεγχος και με ACCase αναστολείς, γεγονός που υποδηλώνει πολλαπλή ανθεκτικότητα. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η απλή μετατόπιση από μία χημική ομάδα σε άλλη δεν αποτελεί μακροπρόθεσμη λύση.
Στροφή σε διαφορετικούς τρόπους δράσης
Για τη διαχείριση αγρών με επιβεβαιωμένη ανθεκτικότητα απαιτείται χρήση ζιζανιοκτόνων με διαφορετικό τρόπο δράσης από τους ALS και ACCase αναστολείς, καθώς και περιορισμός της συνεχούς χρήσης των τελευταίων. Στη χώρα μας υπάρχουν δραστικές ουσίες με διαφορετικό μηχανισμό δράσης, οι οποίες εφαρμόζονται προφυτρωτικά ή πολύ νωρίς μεταφυτρωτικά. Ορισμένες δρουν αναστέλλοντας τη βιοσύνθεση λιπαρών οξέων και επηρεάζοντας την κυτταροδιαίρεση, ελέγχοντας κυρίως αγρωστώδη ζιζάνια, ενώ άλλες δρουν στο φωτοσύστημα ΙΙ ή στη βιοσύνθεση καροτενοειδών. Σε δοκιμές έχει καταγραφεί αποτελεσματικότητα ορισμένων από αυτές ακόμη και σε πληθυσμούς με πολλαπλή ανθεκτικότητα. Η εναλλαγή δραστικών ουσιών, ιδιαίτερα όταν έχουν παρόμοιο τρόπο δράσης, συνιστάται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια, ακόμη και όταν τα προϊόντα παραμένουν αποτελεσματικά.
Ο ρόλος των μη χημικών μεθόδων
Η ολοκληρωμένη διαχείριση δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στα ζιζανιοκτόνα. Η εφαρμογή μη χημικών μέτρων στοχεύει στη μείωση της τράπεζας σπόρων στο έδαφος και στη σταδιακή αποδυνάμωση του πληθυσμού της ήρας. Σε αγρούς με έντονο πρόβλημα μπορεί να εφαρμοστεί βαθύ όργωμα άνω των 40 εκατοστών, ώστε οι σπόροι να μεταφερθούν σε βάθος μεγαλύτερο των 10 εκατοστών, όπου χάνουν τη βλαστικότητά τους μετά από δύο χρόνια. Δεν συνιστάται όμως η ετήσια επανάληψη, καθώς επαναφέρει σπόρους στην επιφάνεια. Η χρήση πιο ανταγωνιστικών καλλιεργειών, όπως βρώμη, σίκαλη, τριτικάλε ή κριθάρι, η εφαρμογή ψευδοσποράς, η καθυστέρηση σποράς σε επιβαρυμένους αγρούς, η επιφανειακή καταστροφή νεαρών φυτών πριν τη σπορά και η αμειψισπορά με καλλιέργειες που διακόπτουν τον βιολογικό κύκλο του ζιζανίου αποτελούν πρακτικές που συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση των πληθυσμών.
Πρόληψη και συνεχής παρακολούθηση
Η συχνή επισκόπηση των αγρών είναι κρίσιμη. Αγροί όπου επιβιώνουν φυτά ήρας μετά την εφαρμογή της συνιστώμενης δόσης στο κατάλληλο στάδιο ανάπτυξης θεωρούνται ύποπτοι για ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Η τήρηση αρχείων βοηθά στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η καταστροφή φυτών πριν την άνθηση και σποροπαραγωγή, καθώς έχει αποδειχθεί ότι η ανθεκτικότητα μπορεί να εξαπλωθεί ακόμη και μέσω μεταφοράς γύρης σε αποστάσεις έως και τριών χιλιομέτρων. Παράλληλα, ο καθαρισμός γεωργικών μηχανημάτων και η χρήση καθαρού σπόρου καλλιέργειας μειώνουν τον κίνδυνο εισαγωγής ανθεκτικών σπόρων σε νέους αγρούς.
Ένα ζήτημα που απαιτεί στρατηγική
Η ανθεκτικότητα της ήρας δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα πρακτικών που εφαρμόστηκαν επί σειρά ετών. Η διαχείρισή της απαιτεί σχεδιασμό σε επίπεδο αγρού και συνέπεια στις επιλογές που γίνονται κάθε καλλιεργητική περίοδο. Για τον παραγωγό των χειμερινών σιτηρών, το ζητούμενο είναι η προστασία της καλλιέργειας και της απόδοσης σε βάθος χρόνου. Η έγκαιρη προσαρμογή της στρατηγικής αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη βιωσιμότητα του αγρού.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, 02|21. «Χειμερινά Σιτηρά: Διαχείριση Ανθεκτικότητας της Ήρας (Lolium rigidum)», Θ. Γιτσόπουλος, σελ. 69–71.