Σχέδιο οικονομικής στήριξης για τους ορυζοκαλλιεργητές της Κεντρικής Μακεδονίας, οι οποίοι καταγράφουν απώλειες παραγωγής, άνω του 40%, εξαιτίας της κλιματικής κρίσης, παρουσίασαν οι αντιπεριφερειάρχες Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Γιουτίκας, και Αγροτικής Οικονομίας, Γιώργος Κεφαλάς.
Στο επίκεντρο τίθενται τόσο η μείωση του κόστους παραγωγής όσο και η διασφάλιση της βιωσιμότητας της καλλιέργειας.
«Χτυπούμε το καμπανάκι του κινδύνου, καθώς πλέον ακόμη και η επόμενη καλλιεργητική περίοδος που ξεκινά σε ένα μήνα, τίθεται εν αμφιβόλω. Σε πλήρη συντονισμό με τους φορείς των παραγωγών, των μεταποιητών, των επιχειρήσεων εμπορίας και την Εθνική Διεπαγγελματική Ένωση Ελληνικού Ρυζιού καταθέτουμε συγκεκριμένες προτάσεις, προκειμένου να δημιουργηθεί το ανάχωμα που θα κρατήσει καταρχήν όρθιους τους παραγωγούς και θα δώσει ανάσα βιωσιμότητας στον κλάδο», επισήμανε ο κ. Γιουτίκας.
Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η Ελλάδα είναι η τρίτη ρυζοπαραγωγός χώρα στην Ε.Ε., μετά την Ιταλία και την Ισπανία, με το 80% των συνολικά καλλιεργούμενων εκτάσεων ρυζιού (308.000 στρέμματα), να βρίσκεται στην Κεντρική Μακεδονία (240.000 στρέμματα) και επίκεντρο κυρίως στις πεδινές παραποτάμιες και παραθαλάσσιες περιοχές της περιοχής του δέλτα των ποταμών Αξιού, Λουδία και Αλιάκμονα και στον κάμπο των Σερρών. Με το τελικό προϊόν να έχει κατοχυρώσει στη διεθνή αγορά, την υψηλή ποιότητα και την υψηλή διατροφική του αξία.
Αντίστοιχα, σε αυτές τις περιοχές παράγεται το 80% των συνολικών ποσοτήτων ρυζιού στη χώρα, ενώ γύρω από την καλλιέργεια έχει αναπτυχθεί ένας δυναμικός επιχειρηματικός χώρος με μονάδες ξήρανσης, επεξεργασίας, αποθήκευσης, τυποποίησης και διάθεσης του προϊόντος, με ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα τα προηγούμενα χρόνια.
Όπως σημείωσε ο Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης, η ευρωπαϊκή εμπορική συμφωνία με ρυζοπαραγωγές χώρες της Άπω Ανατολής (Βιετνάμ, Καμπότζη Μιανμάρ), χωρίς να τηρηθούν ρήτρες διασφάλισης στο τονάζ είχε ως αποτέλεσμα να κατακλυστεί η ευρωπαϊκή αγορά από ρύζι αυτών των χωρών, ενώ τα αυστηρά πρότυπα και οι κανονισμοί που επιβάλλει η ΕΕ για τη χρήση φυτοφαρμάκων, αλλά και σε κάθε στάδιο της παραγωγής και της τυποποίησης με συνεχείς ελέγχους που εξασφαλίζουν την υψηλή ποιότητα, δημιουργούν υψηλά κόστη, τα οποία δεν επιτρέπουν την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ρυζιού στην τιμή.
«Είναι μια ιδιαίτερα αρνητική εξέλιξη που οδηγεί την ελληνική παραγωγή σε πλήρη ασφυξία. Η Εθνική Διεπαγγελματική Ένωση Ελληνικού Ρυζιού υπολογίζει ότι το 2025 οι εισαγωγές ρυζιού στην ΕΕ από τρίτες χώρες έφτασαν τους 570.000 τόνους. Προκειμένου να μπει φραγμός, το προηγούμενο διάστημα οργανώσαμε διευρυμένες συναντήσεις με ρυζοκαλλιεργητές, αλλά και με επιχειρηματίες του χώρου, των ορυζόμυλων, των επιχειρήσεων τυποποίησης και διάθεσης του προϊόντος, για να δούμε πως μπορούμε συντονισμένα να κινηθούμε. Αναλάβαμε πρωτοβουλία πριν την έναρξη της διαδικασίας επανεξέτασης του αδασμολόγητου ορίου της ευρωπαϊκής συμφωνίας με τις τρίτες χώρες, για την ενημέρωση όλων των Ελλήνων ευρωβουλευτών και μέσω τηλεδιάσκεψης τον περασμένο Δεκέμβριο τους παρουσιάσαμε συγκεκριμένες προτάσεις, ως δικλείδες ασφαλείας για το ελληνικό ρύζι. Ωστόσο και οι νέες ευρωπαϊκές αποφάσεις, δεν δίνουν ανάσα στους Έλληνες παραγωγούς, ενώ βρίσκεται μπροστά και η εφαρμογή της νέας ευρωπαϊκής συμφωνίας, γνωστής ως συμφωνίας Mercosur.
Οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια πολύ σύντομα στον αφανισμό της ελληνικής ρυζοκαλλιέργειας και ενός ολόκληρου σημαντικού κλάδου της εθνικής οικονομίας», τόνισε ο Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης, προσθέτοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει εκτός των άλλων και σοβαρές περιβαλλοντικές συνέπειες, δεδομένου ότι «στα αδύναμα, αλατούχα εδάφη που καλλιεργείται το ρύζι, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί τίποτα άλλο. Τα 200.000 και πλέον στρέμματα καλλιέργειας ρυζιού στη Θεσσαλονίκη, δημιουργούν από μόνα τους ένα ισχυρό περιβαλλοντικό οικοσύστημα, που αν εκλείψει, λόγω της υφαλμυρότητας του νερού, θα οδηγηθούμε σε περιβαλλοντική ερημοποίηση και συρρίκνωση της πανίδας».
Οι προτάσεις που ανέφερε είναι:
1) Να δοθεί φθηνό ρεύμα σε οργανωμένες ομάδες παραγωγών και στους συνεταιρισμούς τους. Σήμερα ισχύει μόνο για μεμονωμένους αγρότες. ΤΟΕΒ και ΓΟΕΒ δεν δικαιούνται φθηνό ρεύμα, το αγοράζουν ακριβά και τελικά μετακυλίουν αυτό το κόστος στους αγρότες. Να ενταχθούν και οι Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων στο πρόγραμμα ΓΑΙΑ.
2) Να επιτραπεί η παράλληλη εισαγωγή φαρμάκων, λιπασμάτων, σπόρων εντός του πλαισίου της Ε.Ε. και από οργανώσεις παραγωγών (ομάδες παραγωγών και αγροτικά νομικά πρόσωπα). Όπως ακριβώς ισχύει για τις φαρμακαποθήκες και τα σούπερ μάρκετς.
3) Να ενταχθούν στη ρύθμιση για τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης για το αγροτικό πετρέλαιο εκτός από τα φυσικά πρόσωπα και τα νομικά πρόσωπα των αγροτών.
Από την πλευρά του, ο κ. Κεφαλάς παρουσίασε τα βασικά αιτήματα προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αφορούν την αποζημίωση των πληγέντων παραγωγών για το 2025, μέσω κάθε διαθέσιμου μηχανισμού στήριξης και τη μείωση της ελάχιστης παραγωγής ανά εκτάριο από τέσσερις σε δύο τόνους, ώστε να διασφαλιστεί η συνδεδεμένη ενίσχυση. Βασικό αίτημα είναι και η τροποποίηση του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής του ΕΛΓΑ, ώστε η κάλυψη να εκτείνεται πέραν της 31ης Οκτωβρίου και να περιλαμβάνει ζημιές από καθυστερημένη ωρίμανση και πλάγιασμα φυτών.
«Έχουμε σημαντική μείωση των στρεμματικών αποδόσεων, χαμηλή (υποβαθμισμένη) ποιότητα και μείωση της εμπορικής αξίας του ρυζιού σε ποσοστό που υπολογίζεται ότι υπερβαίνει το 40%. Οι παραγωγοί είναι σε απόγνωση και εγείρονται σοβαρά ερωτήματα αν θα μπορέσουν να μπουν δυναμικά στη νέα καλλιεργητική περίοδο που ξεκινά σε ένα μήνα, καθώς ο ΕΛΓΑ δεν αποζημιώνει αυτές τις απώλειες», σημείωσε ο κ. Κεφαλάς και παρουσίασε τις προτάσεις που απέστειλε στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, προκειμένου για άμεση οικονομική ενίσχυση των αγροτών.
Οι προτάσεις του είναι:
1) Η εξέταση της δυνατότητας αποζημίωσης των πληγέντων καλλιεργητών ρυζιού στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας την καλλιεργητική περίοδο 2025, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών, με κάθε διαθέσιμο μηχανισμό στήριξης (π.χ. Κανονισμός De Minimis στον Γεωργικό Τομέα (ΕΕ) 2024/3118).
2) Η μείωση της κατ’ ελάχιστο παραγωγής προϊόντος ανά εκτάριο στους 2 tn/ha από 4 tn/ha, που προβλέπεται, προκειμένου να διασφαλιστεί η λήψη της συνδεδεμένης ενίσχυσης για την καλλιέργεια ρυζιού από τους παραγωγούς στις πληγείσες περιοχές
3) Η πρόβλεψη, μέσω τροποποίησης του Κανονισμού Ασφάλισης Φυτικής Παραγωγής του ΕΛΓΑ, της δυνατότητας επέκτασης της χρονικής διάρκειας της ασφαλιστικής κάλυψης της καλλιέργειας ρυζιού πέραν της 31ης Οκτωβρίου κάθε έτους, καθώς και την ένταξη στις καλυπτόμενες ασφαλιστικές περιπτώσεις των ανωτέρω ζημιών, προκειμένου ο Κανονισμός να ανταποκρίνεται στις υφιστάμενες καλλιεργητικές συνθήκες.
«Με αυτά τα μέτρα οι παραγωγοί θα μπορέσουν να ανασάνουν οικονομικά και να προετοιμαστούν για τη νέα καλλιεργητική περίοδο», τόνισε, σημειώνοντας ότι υπάρχει προφορική δέσμευση του υπουργείου για εξέταση των προτάσεων.