Η παγκόσμια αγορά σιταριού εισέρχεται σε μια πενταετία όπου δεν προδιαγράφονται θεαματικές ανατροπές, ωστόσο οι ισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης αναμένεται να γίνουν σταδιακά πιο απαιτητικές, με βάση τα πενταετή σενάρια εξέλιξης της διεθνούς αγοράς δημητριακών που καταρτίζει το International Grains Council (IGC). Η συνολική παραγωγή θα συνεχίσει να αυξάνεται, όχι μέσα από επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, αλλά κυρίως μέσω βελτίωσης των αποδόσεων. Παράλληλα, η κατανάλωση θα ακολουθήσει ανοδική πορεία και θα οδηγηθεί σε νέα ιστορικά υψηλά, με βασικό μοχλό τις διατροφικές ανάγκες σε Ασία και Αφρική. Το αποτέλεσμα θα είναι μια αγορά που θα παραμείνει επαρκώς εφοδιασμένη, αλλά σαφώς λιγότερο «χαλαρή» σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια.
Παραγωγή: τα στρέμματα μένουν, οι αποδόσεις κάνουν τη διαφορά
Στην αρχή της περιόδου, η παγκόσμια παραγωγή σιταριού φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ, με τη σοδειά του 2025/26 να επωφελείται από εξαιρετικές αποδόσεις, οι οποίες αντιστάθμισαν τη μικρή μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Αν και ένα αντίστοιχο επίπεδο δεν θεωρείται δεδομένο για κάθε επόμενη χρονιά, η συνολική τάση παραμένει ανοδική. Μέχρι το τέλος της πενταετίας, η παγκόσμια παραγωγή προβλέπεται να αγγίξει τους 864 εκατ. τόνους το 2030/31, αυξημένη κατά περίπου 33 εκατ. τόνους σε σχέση με το 2025/26.
Η αύξηση αυτή δεν προέρχεται από περισσότερα χωράφια, καθώς οι εκτάσεις εμφανίζονται σχεδόν στάσιμες και σε ορισμένες χρονιές ελαφρώς μειωμένες, αλλά από τη βελτίωση της μέσης απόδοσης. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι αποδόσεις εκτιμάται ότι θα ανέβουν από περίπου 3,76 τόνους ανά εκτάριο σήμερα σε 3,91 τόνους ανά εκτάριο στο τέλος της περιόδου, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,8%. Η δυναμική αυτή αποδίδεται κυρίως στη βελτίωση των ποικιλιών και λιγότερο στην περαιτέρω εντατικοποίηση των εισροών, καθώς στις βασικές παραγωγικές ζώνες τα περιθώρια έχουν ήδη σε μεγάλο βαθμό αξιοποιηθεί. Παρά τη συνολική άνοδο, το μερίδιο των οκτώ βασικών εξαγωγέων στη συνολική παγκόσμια παραγωγή παραμένει περιορισμένο, καλύπτοντας περίπου το 49% το 2030/31, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια άνεσης στην πλευρά της προσφοράς.
Κατανάλωση: το φαγητό οδηγεί τις εξελίξεις
Η παγκόσμια κατανάλωση σιταριού ακολουθεί επίσης ανοδική τροχιά, αυξανόμενη με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,1%, ελαφρώς χαμηλότερο από το 1,2% της προηγούμενης πενταετίας. Σε απόλυτους αριθμούς, η συνολική χρήση προβλέπεται να αυξηθεί κατά περίπου 45 εκατ. τόνους και να φτάσει τους 864 εκατ. τόνους το 2030/31, επίπεδο αντίστοιχο με την προβλεπόμενη παραγωγή.
Η κύρια κινητήρια δύναμη παραμένει η διατροφική χρήση, η οποία ενισχύεται από τη δημογραφική αύξηση και την αστικοποίηση, ιδιαίτερα στην Αφρική, όπου ακόμη και η κατά κεφαλήν κατανάλωση εμφανίζει ανοδική τάση. Στο ίδιο πλαίσιο, η Ινδία αναμένεται να εξελιχθεί στον μεγαλύτερο καταναλωτή σιταριού για τρόφιμα παγκοσμίως. Αντίθετα, σε Ευρώπη, Κίνα και Ιαπωνία, η κατανάλωση συγκρατείται από τη γήρανση του πληθυσμού και τις διατροφικές αλλαγές, με στροφή προς άλλα τρόφιμα. Η χρήση του σιταριού ως ζωοτροφή αυξάνεται με πιο αργό ρυθμό, περίπου 0,8% ετησίως, καθώς η παρουσία υποκατάστατων και η βελτίωση της αποδοτικότητας περιορίζουν την περαιτέρω διεύρυνση. Η βιομηχανική χρήση παραμένει μικρή, αντιπροσωπεύοντας γύρω στο 4% της συνολικής κατανάλωσης.
Αποθέματα: λιγότερα, αλλά ακόμη «άνετα»
Με την κατανάλωση να κινείται οριακά πάνω από την παραγωγή στο σύνολο της περιόδου, τα παγκόσμια αποθέματα σιταριού προβλέπεται να μειωθούν σταδιακά. Στο τέλος της πενταετίας, τα τελικά αποθέματα εκτιμώνται κοντά στους 270 εκατ. τόνους, περίπου 5 εκατ. τόνους χαμηλότερα από το επίπεδο του 2025/26 και στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων έξι ετών. Παρά τη μείωση αυτή, ο λόγος αποθεμάτων προς χρήση παραμένει σχετικά άνετος, κατά μέσο όρο στο 32%, έναντι 34% την προηγούμενη πενταετία.
Η μεγαλύτερη συρρίκνωση αποθεμάτων καταγράφεται στην Κίνα και στους βασικούς εξαγωγείς. Στην Κίνα, τα αποθέματα υποχωρούν σταδιακά και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν στους 127 εκατ. τόνους το 2030/31, το χαμηλότερο επίπεδο από το 2018/19, αν και εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των παγκόσμιων αποθεμάτων. Στους οκτώ βασικούς εξαγωγείς, τα συνολικά αποθέματα προβλέπεται να μειωθούν στους 64 εκατ. τόνους, περίπου 12% χαμηλότερα σε σχέση με το 2025/26. Αντίθετα, στην Ινδία τα αποθέματα ακολουθούν ανοδική πορεία και εκτιμάται ότι θα φτάσουν περίπου τους 28 εκατ. τόνους στο τέλος της περιόδου.
Εμπόριο: νέα ρεκόρ, με πιο ήπιους ρυθμούς
Το διεθνές εμπόριο σιταριού συνεχίζει να επεκτείνεται και προς το τέλος της πενταετίας καταγράφει νέα ιστορικά υψηλά επίπεδα. Η αύξηση συνδέεται κυρίως με τις ενισχυμένες εισαγωγικές ανάγκες χωρών της Αφρικής και της Ασίας για την κάλυψη διατροφικών αναγκών, σε ένα περιβάλλον όπου η κατανάλωση τροφίμων αυξάνεται ταχύτερα από την εγχώρια παραγωγή. Παρά την ανοδική πορεία των εμπορικών ροών, ο ρυθμός μεγέθυνσης εμφανίζεται πιο συγκρατημένος σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια, αντανακλώντας μια αγορά που ωριμάζει και λειτουργεί με μικρότερα περιθώρια απορρόφησης κραδασμών. Στο πλαίσιο αυτό, η ενίσχυση του διεθνούς εμπορίου δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη διεύρυνση των αποθεμάτων, στοιχείο που περιορίζει τη συνολική ευελιξία της παγκόσμιας αγοράς σιταριού.
Η μεγάλη εικόνα
Συνολικά, το σιτάρι βαδίζει προς το 2030/31 σε ένα περιβάλλον σχετικής ισορροπίας, χωρίς ενδείξεις ακραίων ελλείψεων ή υπερπροσφοράς. Η παγκόσμια παραγωγή και κατανάλωση συγκλίνουν σε παρόμοια επίπεδα, τα αποθέματα μειώνονται αλλά παραμένουν σε διαχειρίσιμα όρια, ενώ το διεθνές εμπόριο συνεχίζει να αναπτύσσεται με πιο ήπιους ρυθμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, το βάρος μετατοπίζεται από την επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων στη σταθερότητα και την αξιοπιστία των αποδόσεων, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κλιματικής μεταβλητότητας και εντονότερου ανταγωνισμού μεταξύ καλλιεργειών.