Το κόστος παραγωγής στο σκληρό σιτάρι αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα βιωσιμότητας της καλλιέργειας. Σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό εκτός ελέγχου του παραγωγού, η συζήτηση δεν περιορίζεται μόνο στην τιμή πώλησης, αλλά μεταφέρεται ολοένα και περισσότερο στις καλλιεργητικές πρακτικές που διαμορφώνουν το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.
Η μείωση του κόστους δεν προκύπτει από μία μόνο παρέμβαση, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται συνολικά η καλλιέργεια σε όλα τα στάδια ανάπτυξής της. Υπάρχουν συγκεκριμένες πρακτικές που μπορούν να περιορίσουν τις εισροές χωρίς να μειωθεί η απόδοση ή η ποιότητα του προϊόντος, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η σωστή διαχείριση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε βελτίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών.
Κατεργασία εδάφους, σπορά και μηχανήματα: Η βάση του κόστους
Το κόστος παραγωγής στο σκληρό σιτάρι αρχίζει να διαμορφώνεται ήδη από την προετοιμασία του χωραφιού. Η συνήθης πρακτική περιλαμβάνει όργωμα σε βάθος περίπου 25 εκατοστών και δύο περάσματα με δισκοσβάρνα. Εναλλακτικά, η σπορά χωρίς κατεργασία με ειδικές μηχανές απευθείας σποράς μειώνει τις σχετικές δαπάνες, περιορίζει την αποδόμηση της οργανικής ουσίας και επιτρέπει ταχύτερη εργασία, εφόσον αξιοποιείται σε επαρκή έκταση.
Στο στάδιο της σποράς παρατηρείται συχνά χρήση μεγαλύτερης ποσότητας σπόρου από την απαιτούμενη. Στόχος είναι περίπου 700.000 στάχυα ανά στρέμμα, λαμβάνοντας υπόψη την ικανότητα αδελφώματος του φυτού. Ο σωστός υπολογισμός, με βάση το βάρος των 1.000 σπόρων και τα χαρακτηριστικά της ποικιλίας, μπορεί να περιορίσει το κόστος χωρίς να επηρεάσει την εγκατάσταση της καλλιέργειας. Η χρήση πιστοποιημένου σπόρου συμβάλλει στην ομοιομορφία και στη διασφάλιση της φυτρωτικής ικανότητας. Παράλληλα, το πραγματικό κόστος χρήσης των μηχανημάτων συχνά υποεκτιμάται, όταν δεν λαμβάνονται υπόψη αποσβέσεις και λειτουργικά έξοδα. Η ρεαλιστική αποτίμηση αυτών των δαπανών δίνει σαφέστερη εικόνα του συνολικού κόστους παραγωγής.
Χάραξη χωραφιού και ελεγχόμενη κυκλοφορία
Μετά την κατεργασία του εδάφους, οι επαναλαμβανόμενες διελεύσεις των μηχανημάτων οδηγούν σε συμπίεση μεγάλου ποσοστού του χωραφιού. Έρευνες έδειξαν ότι οι τροχοί μπορεί να περάσουν πάνω από το 80% της επιφάνειας, επηρεάζοντας το έδαφος και την καλλιέργεια. Η χάραξη του χωραφιού από τη σπαρτική μηχανή, με καθορισμό σταθερών διαδρομών για τα μηχανήματα, επιτρέπει την ελεγχόμενη κυκλοφορία. Έτσι αποφεύγονται διπλοπεράσματα και κενά στις εφαρμογές λίπανσης και ψεκασμών, μειώνεται η συμπίεση του εδάφους και περιορίζεται η ανάγκη για πρόσθετη κατεργασία. Η πρακτική αυτή δεν έχει άμεσο κόστος εφαρμογής, αλλά αυξάνει την ακρίβεια και μπορεί να μειώσει τις επόμενες δαπάνες.
Βασική λίπανση: Δεν είναι πάντα δεδομένη
Η βασική λίπανση αποτελεί συνήθη πρακτική στην καλλιέργεια του σκληρού σίτου και περιλαμβάνει συνήθως εφαρμογή αζώτου και φωσφόρου κατά την εγκατάσταση της καλλιέργειας. Ωστόσο, η ανάγκη για άζωτο στο στάδιο αυτό δεν είναι πάντοτε δεδομένη. Το σιτάρι φυτρώνει πριν από τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα και μέχρι τα μέσα της περιόδου αυτής παραμένει σε περιορισμένη ανάπτυξη. Οι απαιτήσεις του σε άζωτο είναι μικρές, ενώ παράλληλα υπάρχει αυξημένος κίνδυνος έκπλυσης του στοιχείου λόγω των χειμερινών βροχοπτώσεων.
Σε περιπτώσεις όπου η προηγούμενη καλλιέργεια ήταν ποτιστική ή ψυχανθές, μπορεί να υπάρχει υπολειμματικό άζωτο στο έδαφος, γεγονός που μειώνει ή και μηδενίζει την ανάγκη για βασική αζωτούχο λίπανση. Σε αυτές τις περιπτώσεις η εφαρμογή φωσφόρου μπορεί να γίνεται με βάση τα αποτελέσματα ανάλυσης εδάφους. Αντίθετα, σε χωράφια με συνεχόμενη καλλιέργεια σιτηρών, η προσθήκη μικρής ποσότητας αζώτου στη βασική λίπανση κρίνεται απαραίτητη. Η ορθολογική αξιολόγηση των αναγκών του χωραφιού μπορεί να περιορίσει περιττές εισροές και να συμβάλει σε πιο ισορροπημένη διαχείριση της καλλιέργειας.
Επιφανειακή λίπανση: κρίσιμο στάδιο για απόδοση και πρωτεΐνη
Η έντονη ανάπτυξη του φυτού ξεκινά με την άνοδο της θερμοκρασίας και την αύξηση της διάρκειας της ημέρας. Στο στάδιο αυτό το σκληρό σιτάρι χρειάζεται σημαντικές ποσότητες αζώτου για να δημιουργήσει τον απαραίτητο φυτικό «σκελετό» που θα στηρίξει υψηλή παραγωγή. Η πρώτη επιφανειακή λίπανση είναι καθοριστική. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει και η δεύτερη δόση αζώτου, κατά το στάδιο που το φυτό σχηματίζει το στάχυ και αναπτύσσει τον σπόρο. Σύμφωνα με δεδομένα διεθνούς έρευνας, η πρωτεΐνη του σπόρου παράγεται από άζωτο που βρίσκει το φυτό διαθέσιμο στο έδαφος εκείνη την περίοδο. Όταν η παροχή δεν είναι επαρκής, η ποιότητα υποβαθμίζεται και οι πρωτεΐνες μειώνονται. Η παράλειψη της δεύτερης δόσης, με στόχο τη μείωση κόστους, μπορεί να οδηγήσει σε προϊόν χαμηλότερης ποιότητας. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις με πολύ ξηρή άνοιξη, όπου η συνολική παραγωγή περιορίζεται και το άζωτο δεν εκπλύνεται.
Φυτοπροστασία: μείωση κόστους χωρίς προληπτικούς ψεκασμούς
Η μονοκαλλιέργεια οδηγεί σε αύξηση των πληθυσμών ζιζανίων και συσσώρευση σπόρων στο έδαφος. Οι σωστά σχεδιασμένες αμειψισπορές συμβάλλουν στη σταδιακή μείωση των πληθυσμών και περιορίζουν τις ανάγκες σε ζιζανιοκτόνα. Στις ασθένειες, οι εδαφοκλιματικές συνθήκες της χώρας δεν ευνοούν συστηματικά σοβαρές προσβολές. Η εφαρμογή προληπτικών ψεκασμών αυξάνει το κόστος χωρίς πάντα να δικαιολογείται. Υπάρχουν συστήματα υποστήριξης αποφάσεων που, με βάση δεδομένα και πληροφορίες που εισάγει ο παραγωγός, μπορούν να προειδοποιούν για αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ασθενειών και να περιορίζουν άσκοπες επεμβάσεις. Σε περιπτώσεις όπου οι προσβολές περιορίζονται σε συγκεκριμένα σημεία του χωραφιού, είναι δυνατή η τοπική αντιμετώπιση, μειώνοντας περαιτέρω τη χρήση σκευασμάτων.
Άρδευση: πότε αποδίδει και πότε όχι
Η άρδευση μπορεί να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή σε χρονιές με πολύ ξηρή άνοιξη. Αντίθετα, σε υγρές χρονιές δεν φαίνεται να καλύπτει το κόστος της. Σε συνθήκες ξηρασίας, ένα πότισμα στο τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου μπορεί να ενισχύσει την απόδοση, ιδίως όταν συνδυάζεται με σωστή αζωτούχο λίπανση. Απαιτείται προσοχή στη χρονική στιγμή και στην ποσότητα νερού. Πότισμα κατά τη γονιμοποίηση ή σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο ριζικό σύστημα και να επηρεάσει αρνητικά την καλλιέργεια.
Μπορεί τελικά να μειωθεί το κόστος;
Η μείωση του κόστους παραγωγής στο σκληρό σιτάρι δεν αποτελεί θεωρητικό στόχο, αλλά αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών σε όλη τη διάρκεια της καλλιέργειας. Όταν οι παρεμβάσεις βασίζονται στις πραγματικές ανάγκες του χωραφιού, το συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα μπορεί να βελτιωθεί χωρίς να υποβαθμιστεί η παραγωγή. Στο τελικό ισοζύγιο, ο παραγωγός δεν καθορίζει την τιμή πώλησης. Μπορεί όμως να καθορίσει τον τρόπο διαχείρισης της καλλιέργειας — και εκεί βρίσκεται το ουσιαστικό περιθώριο παρέμβασης.
Πηγές:
Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 10/2017. «Κόστος παραγωγής σκληρού σίτου και δυνατότητες μείωσής του – Μέρος 1ο», Φ. Γέμτος, σελ. 56–59.
Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 11/2017. «Κόστος παραγωγής σκληρού σίτου και δυνατότητες μείωσής του – Μέρος 2ο», Φ. Γέμτος, σελ. 66–70.