Η καλλιέργεια του ρυζιού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της ελληνικής φυτικής παραγωγής, με τη Χαλάστρα να παραμένει διαχρονικά μία από τις βασικότερες ορυζοπαραγωγικές ζώνες της χώρας. Η φετινή καλλιεργητική περίοδος, ωστόσο, ξεκινά μέσα σε κλίμα προβληματισμού, καθώς οι παραγωγοί καλούνται να διαχειριστούν μια σειρά από αστάθμητους παράγοντες, που επηρεάζουν τόσο τον προγραμματισμό των σπορών όσο και τη συνολική εικόνα της αγοράς.
Οι σπορές ρυζιού δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει, παρά το γεγονός ότι οι παραγωγοί έχουν ολοκληρώσει την προετοιμασία των χωραφιών και βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα. Το βασικό ζήτημα που κρατά «παγωμένη» την έναρξη της καλλιεργητικής περιόδου είναι η καθυστέρηση στην παροχή νερού από τα αρδευτικά δίκτυα, σε μια χρονιά που ήδη χαρακτηρίζεται από σημαντική μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων.
Μιλώντας στον ΑγροΤύπο, ο πρόεδρος του Α’ Αγροτικού Συνεταιρισμού Χαλάστρας, κ. Χρήστος Γκαντζάρας, περιέγραψε τη δύσκολη εικόνα που διαμορφώνεται φέτος για τον κλάδο του ρυζιού, με τις καθυστερήσεις στην άρδευση, τις χαμηλές τιμές και τα αποθέματα να εντείνουν την ανησυχία των παραγωγών ενόψει των σπορών.
Σε αναμονή για το νερό – «Μέσα στον Μάιο πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η σπορά»
Όπως εξηγεί ο κ. Γκαντζάρας, οι παραγωγοί έχουν πραγματοποιήσει τις απαραίτητες καλλιεργητικές εργασίες και βρίσκονται σε θέση να μπουν άμεσα στα χωράφια, ωστόσο η διαδικασία δεν μπορεί να ξεκινήσει χωρίς την παροχή νερού στα δίκτυα.
«Οι παραγωγοί είναι έτοιμοι και περιμένουμε να δοθούν νερά ώστε να ξεκινήσει ο σπαρμός», επισημαίνεται χαρακτηριστικά, με τον ίδιο να τονίζει ότι κάθε επιπλέον καθυστέρηση αυξάνει την ανησυχία για την ομαλή εξέλιξη της χρονιάς.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού, η σπορά του ρυζιού δεν είναι μια διαδικασία που ολοκληρώνεται άμεσα, καθώς απαιτεί χρονική συνέχεια και σωστό προγραμματισμό. «Δεν είναι ότι ξεκινάει και τελειώνει αμέσως. Χρειάζεται περίπου ένας μήνας ώστε να ολοκληρωθεί», αναφέρει, εξηγώντας ότι στόχος είναι να μην υπάρξουν σπορές που θα φτάσουν χρονικά στον Ιούνιο, καθώς τότε αυξάνονται οι κίνδυνοι για τις όψιμες καλλιέργειες.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι οι καθυστερημένες σπορές μπορεί αργότερα να οδηγήσουν σε προβλήματα κατά την ανάπτυξη και την ωρίμανση του φυτού, ιδιαίτερα όταν αλλάζουν οι καιρικές συνθήκες μετά τα μέσα Αυγούστου. Όπως αναφέρει, «τα γυρίσματα του καιρού μπορεί να δημιουργήσουν μύκητες και ασθένειες που αφαιρούν βάρος και επηρεάζουν την παραγωγή».
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει ότι οι πρόσφατες βροχοπτώσεις δεν αποτελούν ουσιαστική λύση για την περιοχή, αφού το ρύζι εξαρτάται απόλυτα από τη λειτουργία του αρδευτικού δικτύου και την οργανωμένη παροχή νερού. «Εμείς περιμένουμε να μας πουν πότε θα δοθούν νερά. Από τη στιγμή που θα γίνει αυτό, οι παραγωγοί μπορούν άμεσα να μπουν για λίπανση και σπορά», σημειώνει.
Μειωμένες εκτάσεις και πίεση από την αγορά – «Η μείωση φτάνει ακόμη και το 30%»
Ιδιαίτερα ανησυχητική εμφανίζεται η εικόνα και σε επίπεδο καλλιεργούμενων εκτάσεων, καθώς –σύμφωνα με τον κ. Γκαντζάρα– η αποχώρηση παραγωγών από το ρύζι είναι τελικά μεγαλύτερη από τις αρχικές εκτιμήσεις.
«Η μείωση είναι δραματική», αναφέρει χαρακτηριστικά, εκτιμώντας πλέον ότι οι εκτάσεις ενδέχεται να εμφανίσουν πτώση της τάξης του 20%-30% σε σχέση με πέρυσι.
Όπως εξηγεί, αρκετοί παραγωγοί στρέφονται προς το βαμβάκι, αναζητώντας μια διαφορετική διέξοδο μέσα στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον. «Το βαμβάκι δείχνει να κινείται καλύτερα και πολλοί κάνουν στροφή προς τα εκεί», σημειώνει, προσθέτοντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργεί και η ήδη υπάρχουσα σχέση των παραγωγών με τα εκκοκκιστήρια, τα οποία παρέχουν εφόδια με πίστωση μέχρι την παράδοση της παραγωγής.
Την ίδια ώρα, η αγορά του ρυζιού συνεχίζει να προβληματίζει έντονα τους ορυζοπαραγωγούς. Οι τιμές παραμένουν χαμηλές, ενώ –όπως αναφέρεται– δεν διαφαίνεται μέχρι στιγμής κάποια ουσιαστική ανάκαμψη της ζήτησης.
«Οι τιμές όχι μόνο δεν ανεβαίνουν, αλλά δείχνουν και πτωτική τάση», επισημαίνει ο πρόεδρος του συνεταιρισμού, ενώ ιδιαίτερη αναφορά κάνει και στα αποθέματα που εξακολουθούν να υπάρχουν στις αποθήκες. Σύμφωνα με τον ίδιο, περίπου το 20% της παραγωγής παραμένει αδιάθετο, είτε λόγω περιορισμένης ζήτησης είτε επειδή κάποιοι παραγωγοί περίμεναν βελτίωση των τιμών.
Παράλληλα, περιγράφει ένα ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο για την απορρόφηση των αποθεμάτων πριν από τη νέα συγκομιδή, επισημαίνοντας ότι η αγορά μπαίνει σύντομα στη θερινή περίοδο όπου παραδοσιακά υποχωρεί η εμπορική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι τιμές παραγωγού κινούνται ως εξής:
Μεσόσπερμα: περίπου 26 λεπτά/κιλό (260 €/τόνο)
Μακρύσπερμα: περίπου 24 λεπτά/κιλό (240 €/τόνο)
Καρολίνα: περίπου 38 λεπτά/κιλό (380 €/τόνο)
Ωστόσο, ειδικά για την ποικιλία Καρολίνα, όπως διευκρινίζει, το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η τιμή αλλά κυρίως η απουσία εμπορικής κίνησης. «Δεν υπάρχει αγορά», σημειώνει χαρακτηριστικά.