Να ενισχυθούν οι επενδύσεις για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας έναντι της απευθείας ενίσχυσης των αγροτών, προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος, στην έκθεση του Διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα.
Όπως επισημαίνει η βελτίωση των αγροτικών υποδομών, η ψηφιοποίηση και η αυτοματοποίηση είναι βασικοί πυλώνες για έναν σύγχρονο αγροτικό τομέα.
Ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας και δομικών στρεβλώσεων.
Η κλιματική αλλαγή επίσης προκαλεί σημαντικές ζημίες στον αγροτικό τομέα της ΕΕ, με την ξηρασία να αποτελεί το 50% των κλιματικών κινδύνων. Προτείνονται μέτρα προσαρμογής, όπως η εισαγωγή ανθεκτικών ποικιλιών, η διαχείριση υδατικών πόρων και η δημιουργία χρηματοοικονομικών εργαλείων.
Ακόμη η συνένωση μικρών αγροτικών ιδιοκτησιών σε συνεργατικά σχήματα κρίνεται αναγκαία για την αύξηση της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων.
Ο αγροτικός τομέας σε αριθμούς
Σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, η συμβολή του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα χαμηλή (4,3% – στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ, Μάρτιος 2026). Σε όρους απασχόλησης, οι απασχολούμενοι στην αγροτική παραγωγή αποτελούν το 11,5% της συνολικής απασχόλησης (στοιχεία Παγκόσμιας Τράπεζας 2024).
Ο αγροτικός τομέας πάσχει από δομικές ανισορροπίες, με συνέπεια τη χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητά του τόσο διαχρονικά όσο και σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Ο αριθμός των αγροτικών εκμεταλλεύσεων βαίνει συνεχώς μειούμενος, δηλώνοντας τη συρρίκνωση του συγκεκριμένου τομέα, που αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ-27.
Αυτό που διαφοροποιεί την ελληνική περίπτωση σε σχέση με την ΕΕ-27 και άλλες ευρωπαϊκές χώρες είναι η συντριπτική κυριαρχία των μικρών σε έκταση εκμεταλλεύσεων.
Το 73% του συνολικού αριθμού των αγροτικών ιδιοκτησιών προς εκμετάλλευση στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα.
Η κυριαρχία του μικρού κλήρου είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης γεωμορφολογίας του εδάφους, με τους ορεινούς όγκους να διακόπτουν τις πεδινές εκτάσεις, καθώς και της μη ενθάρρυνσης, μέσω κατάλληλων κινήτρων, της συνένωσης των αγροτικών κλήρων.
Επιπλέον, στην Ελλάδα πάνω από τις μισές ιδιοκτησίες τελούν υπό τη διαχείριση απασχολουμένων ηλικίας άνω των 55 ετών.
Αν και η Ελλάδα δεν αποτελεί τη μόνη χώρα με γερασμένο εργατικό δυναμικό στον αγροτικό τομέα, που αποτελεί απόρροια της γήρανσης του πληθυσμού, εντούτοις απέχει πολύ από άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία ή η Ολλανδία, οι οποίες, μολονότι υποφέρουν επίσης από δυσμενή δημογραφικά χαρακτηριστικά, εμφανίζουν σαφώς μικρότερο ποσοστό της ηλιακής ομάδας άνω των 55 ετών που απασχολείται στον αγροτικό τομέα
Η διαφορά σε σχέση με άλλες χώρες είναι εντονότερη όταν λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο η ηλικία αλλά και το επίπεδο αγροτικής εκπαίδευσης. Είναι γεγονός ότι μόλις το 0,7% του συνόλου των αγροτικών ιδιοκτησιών στην Ελλάδα (συγκριτικά με 10% για την ΕΕ-27) διαθέτει αγροτικό δυναμικό όλων των ηλικιακών ομάδων πλήρους αγροτικής εκπαίδευσης.
Αποτέλεσμα αυτών των ιδιαιτεροτήτων του αγροτικού τομέα της Ελλάδος, δηλαδή του μικρού κλήρου και του γερασμένου και εξαιρετικά ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, είναι η χαμηλή προστιθέμενη αξία και η πολύ μικρή συμμετοχή του αγροτικού τομέα στην προστιθέμενη αξία του συνόλου της οικονομίας.
Η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) του αγροτικού τομέα (σε σταθερές τιμές) έχει έντονη μεταβλητότητα και δεν επιδεικνύει μια σταθερή ανοδική τάση. Εξάλλου, η ποσοστιαία συμμετοχή της στη συνολική πραγματική ΑΠΑ της ελληνικής οικονομίας μειώθηκε από 6,2% το 2000 σε 3,3% στην αρχή της ελληνικής κρίσης χρέους το 2008 και παρέμεινε κοντά σε αυτά τα επίπεδα μέχρι και σήμερα (4,3% το 2025), καταγράφοντας έντονη στασιμότητα.
Μεταρρυθμίσεις στον αγροτικό τομέα που προτείνει η Τράπεζα της Ελλάδος
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητας του αγροτικού τομέα προϋποθέτει στροφή της αγροτικής πολιτικής προς επενδύσεις, καινοτομία, υψηλές δεξιότητες και σύγχρονα επιχειρηματικά σχήματα.
Η ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα προϋποθέτει ένα ολιστικό στρατηγικό σχέδιο, σε πλήρη ευθυγράμμιση με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της ΕΕ, το οποίο θα στοχεύει στη βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη μέσω εκσυγχρονισμού, τεχνολογικής αναβάθμισης, αναδιάρθρωσης της παραγωγής και αξιοποίησης οικονομιών κλίμακας.
Στο πλαίσιο αυτό, απαιτείται ενίσχυση των επενδύσεων σε σύγχρονες αγροτικές υποδομές, ιδίως σε αρδευτικά έργα και σε συστήματα αποτελεσματικότερης διαχείρισης των φυσικών πόρων, καθώς και ευρύτερη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών – όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση, η ρομποτική, η αυτοματοποίηση και η ευφυής γεωργία – που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή, να μειώσουν το κόστος, να περιορίσουν το περιβαλλοντικό αποτύπωμα και να ενισχύσουν την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Παράλληλα, αναγκαίες προϋποθέσεις είναι ο περιορισμός του «γνωσιακού κενού» στον αγροτικό τομέα μέσω επιμόρφωσης και αναβάθμισης δεξιοτήτων του ανθρώπινου κεφαλαίου, ο εκσυγχρονισμός των αγροτικών σπουδών και η στενότερη σύνδεσή τους με τη μεταποίηση τροφίμων, η συνεργασία με εταιρίες τεχνολογίας και η κινητοποίηση επενδυτικών κεφαλαίων.
Επιπλέον, απαιτούνται πρωτοβουλίες για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών με βάση τις εξελίξεις στη ζήτηση και στις κλιματικές συνθήκες, καθώς και για τη συνένωση μικρών εκμεταλλεύσεων σε συνεργατικά σχήματα με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, μέσω επιτάχυνσης της κτηματογράφησης και των αναδασμών, ώστε να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός του κλήρου και να ενισχυθεί η καθετοποίηση της παραγωγής.
Τέλος, κρίσιμοι παράγοντες είναι ο επαναπροσδιορισμός του αγρότη ως σύγχρονου επαγγελματία και ο αναπροσανατολισμός της ΚΑΠ από εργαλείο εισοδηματικής στήριξης σε μοχλό εκσυγχρονισμού, καινοτομίας και βιώσιμης ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα.
Πρωταρχικός στόχος πρέπει να είναι η βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη, η οποία κρίνεται απαραίτητη για:
α) τη διευκόλυνση της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων,
β) τη διασφάλιση της επάρκειας της χώρας σε όρους ποσότητας και ποιότητας τροφίμων,
γ) την αύξηση του αγροτικού εισοδήματος και
δ) την ενίσχυση των εξαγωγών της βιομηχανίας τροφίμων.
Αν και οι κυβερνήσεις συχνά καταφεύγουν στις οικονομικές ενισχύσεις, με τη μορφή επιδοτήσεων ή αποζημιώσεων, για την άμεση στήριξη του αγροτικού εισοδήματος, το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι βραχυπρόθεσμο χωρίς να επιλύει διαρθρωτικές στρεβλώσεις, οι οποίες επιφέρουν επιβλαβείς συνέπειες μονιμότερα.
Χωρίς να μειώνεται η σημασία των οικονομικών ενισχύσεων ως μέτρου πολιτικής, οι επενδύσεις σε αγροτικές υποδομές είναι εκείνο το μέσο πολιτικής που διορθώνει στρεβλώσεις και προσδίδει ανθεκτικότητα μέσω της προσαρμογής, με θετικά αποτελέσματα μονιμότερου χαρακτήρα.
Η βελτίωση των αγροτικών υποδομών αφορά:
α) τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υποδομών με έμφαση στην αποτελεσματικότερη διαχείριση των φυσικών πόρων (π.χ. αρδευτικά έργα),
β) τη χρήση των νέων τεχνολογιών με έμφαση στην ψηφιοποίηση, την αυτοματοποίηση και τη βιωσιμότητα, με στόχο την αύξηση της παραγωγής και τη μείωση του κόστους παραγωγής και
γ) τον περιορισμό του «γνωσιακού κενού», με ανάληψη πρωτοβουλιών για επιμόρφωση και απόκτηση δεξιοτήτων των νεοεισερχομένων στον τομέα, με στόχο την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα, την επιχειρηματικότητα και τη συνεργασιμότητα.
