Ένας εχθρός που τα τελευταία χρόνια απασχολεί έντονα τους παραγωγούς εσπεριδοειδών, ο μαύρος ακανθώδης αλευρώδης, βρίσκεται και πάλι σε φάση δραστηριότητας. Η εξέλιξη αυτή προκύπτει από πρόσφατο τεχνικό δελτίο γεωργικών προειδοποιήσεων του Τμήματος Περιφερειακού Κέντρου Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων.
Το δελτίο εκδόθηκε έπειτα από επιτόπιες παρατηρήσεις και συλλήψεις εντόμων σε κίτρινες κολλητικές παγίδες, που έχουν εγκατασταθεί σε προσβεβλημένα δέντρα από τη Διεύθυνση Αγροτικής Ανάπτυξης Θεσπρωτίας, στην παραλιακή ζώνη της Π.Ε. Θεσπρωτίας. Το γεγονός αυτό σηματοδοτεί την έναρξη της πτήσης των ενηλίκων, δηλαδή της πρώτης γενεάς του έτους και της διασποράς του εντόμου.
Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον γεωπόνο κ. Ν. Μέτσιο από το Τμήμα Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων, προκειμένου να μεταφέρει στους παραγωγούς χρήσιμες επισημάνσεις για τη διαχείριση του συγκεκριμένου εχθρού.
Αλευρώδης: Πώς επηρεάζει την παραγωγή στην πράξη
Ο μαύρος ακανθώδης αλευρώδης (Aleurocanthus spiniferus) δεν αποτελεί έναν απλό εχθρό επιφανειακής προσβολής. Πρόκειται για έντομο με έντονη δυναμική εξάπλωσης, που μπορεί να προσβάλει ολόκληρα δέντρα και να επηρεάσει σημαντικά την εμπορική αξία της παραγωγής. Όπως αναφέρει ο κ. Μέτσιος, «μπορεί να προσβληθεί ολόκληρο δέντρο, ολόκληρη παραγωγή, χωρίς να περιορίζεται σε ένα σημείο», υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα των προσβολών που μπορεί να προκαλέσει.
Οι προνύμφες του εντόμου εγκαθίστανται κυρίως στην κάτω επιφάνεια των φύλλων, απομυζούν τους χυμούς του φυτού και εκκρίνουν μεγάλες ποσότητες μελιτώματος. Πάνω σε αυτό αναπτύσσεται ο μύκητας της καπνιάς, με αποτέλεσμα φύλλα και καρποί να καλύπτονται από τη γνωστή για τους παραγωγούς «μαύρη επικάλυψη». Η κατάσταση αυτή οδηγεί σε υποβάθμιση της ποιότητας, μειωμένη ανάπτυξη των δέντρων, ακόμη και σε ξήρανση κλάδων ή ολόκληρων δέντρων, ενώ οι καρποί καθίστανται μη εμπορεύσιμοι.
Η βιολογία του εντόμου συμβάλλει στη δυσκολία διαχείρισής του. Το A. spiniferus περνά από έξι αναπτυξιακά στάδια, ενώ ο κύκλος ζωής του μπορεί να διαρκεί περίπου δύο έως τέσσερις μήνες, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες. Οι ήπιες θερμοκρασίες και η υψηλή σχετική υγρασία ευνοούν την ανάπτυξή του, ενώ μπορούν να εμφανιστούν περισσότερες γενεές μέσα στο έτος. Παράλληλα, το έντομο αποφεύγει το άμεσο ηλιακό φως, γεγονός που εξηγεί γιατί οι προσβολές εντοπίζονται συχνότερα στην κάτω πλευρά των φύλλων και σε πιο προστατευμένα σημεία της κόμης.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι, παρότι οι παρατηρήσεις προέρχονται από τη Θεσπρωτία, η εικόνα αφορά τις ευρύτερες περιοχές με εσπεριδοειδή, ενώ οι σχετικές οδηγίες διαχείρισης ισχύουν συνολικά για την καλλιέργεια.
Τι πρέπει να κάνουν οι παραγωγοί
Ο κ. Μέτσιος τονίζει ότι η αντιμετώπιση του εντόμου δεν βασίζεται σε μία μόνο πρακτική. Αντίθετα, απαιτείται συνδυασμός καλλιεργητικών, χημικών και βιολογικών πρακτικών, με έμφαση στην πρόληψη και την έγκαιρη επέμβαση. Όπως επισημαίνει, «ιδιαίτερα σε αγροτεμάχια όπου έχει ήδη καταγραφεί προσβολή από προηγούμενα έτη, η παρακολούθηση και η έγκαιρη διαχείριση του εχθρού είναι επιτακτική». Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σύσταση είναι πιο άμεση: να εφαρμοστεί κατάλληλο φυτοπροστατευτικό προϊόν, παράλληλα με τα αναγκαία καλλιεργητικά μέτρα.
Στο πλαίσιο αυτό, συστήνεται στους παραγωγούς:
τακτικός έλεγχος των καλλιεργειών
άμεση αφαίρεση και καταστροφή (κάψιμο) προσβεβλημένων βλαστών
σωστό κλάδεμα για επαρκή αερισμό των δέντρων
αποφυγή μετακίνησης μολυσμένου φυτικού υλικού, καθώς μπορεί να συμβάλει στη διασπορά και εγκατάσταση του εντόμου σε νέες περιοχές
Ωστόσο, ο ίδιος επισημαίνει ότι «στην πράξη, μέσα σε έναν οπωρώνα, είναι δύσκολο να εφαρμοστούν όλα τα μέτρα στον βαθμό που προτείνονται», ιδιαίτερα σε μεγάλες εκμεταλλεύσεις.
Η χρήση εγκεκριμένων φυτοπροστατευτικών προϊόντων αποτελεί βασικό εργαλείο, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ήδη προσβολή. Ωστόσο, ο έλεγχος του εντόμου μόνο με χημικά μέσα «δεν έχει αποδειχθεί επαρκής», γεγονός που καθιστά απαραίτητη τη συμπληρωματική εφαρμογή καλλιεργητικών και βιολογικών πρακτικών.
Τι ισχύει σήμερα για τη βιολογική καταπολέμηση
Ο γεωπόνος αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια ενισχύονται οι προσπάθειες βιολογικής καταπολέμησης του εντόμου. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει ξεκινήσει η εγκατάσταση του ωφέλιμου παρασιτοειδούς Encarsia smithi από το Μπενάκειο Φυτοπαθολογικό Ινστιτούτο, φυσικού εχθρού του αλευρώδη, σε επιλεγμένες περιοχές της Θεσπρωτίας.
Τα πρώτα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά, καθώς έχει διαπιστωθεί παρουσία του ωφέλιμου εντόμου τόσο στα σημεία εξαπόλυσης όσο και σε ακτίνα έως και ενός χιλιομέτρου. Ωστόσο, όπως σημειώνει ο κ. Μέτσιος, η εγκατάστασή του δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό, επισημαίνοντας ότι «δεν έχει εγκατασταθεί ακόμη καλά, δηλαδή δεν έχει μεγάλο πληθυσμό» και ότι τα αποτελέσματα μέχρι στιγμής «είναι περιορισμένα».
Παράλληλα, έχει καταγραφεί σημαντικός παρασιτισμός των προνυμφών του εντόμου, περίπου 30%, από δεύτερο, μη ταυτοποιημένο μέχρι στιγμής ωφέλιμο οργανισμό. Το φαινόμενο αυτό βρίσκεται υπό διερεύνηση ως προς τη δυναμική και την αξιοποίησή του. Επιπλέον, αναμένεται και η αξιοποίηση νέων φυσικών εχθρών, όπως το αρπακτικό έντομο Amitus hesperidum, το οποίο θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικό κατά του μαύρου ακανθώδη αλευρώδη, στο πλαίσιο ενίσχυσης των βιολογικών μεθόδων.
Η στρατηγική αντιμετώπισης φαίνεται να μετατοπίζεται προς ένα πιο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης, με έμφαση στις βιολογικές μεθόδους, όχι μόνο για τον αλευρώδη, αλλά και για άλλους εχθρούς των εσπεριδοειδών, όπως ο ψευδόκοκκος και οι τετράνυχοι.
Η σημασία της έγκαιρης παρέμβασης
Καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του αλευρώδη παίζει ο χρόνος. Ο γεωπόνος τονίζει ότι η έγκαιρη ανίχνευση και η άμεση δράση μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την εξάπλωση και τις επιπτώσεις στην παραγωγή, επισημαίνοντας ότι «οι παραγωγοί θα πρέπει να κάνουν συχνούς ελέγχους, να ενημερώνονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες και να συμβουλεύονται τον γεωπόνο τους».
Η έναρξη των πτήσεων αποτελεί το πρώτο “καμπανάκι” για τους παραγωγούς, οι οποίοι καλούνται να εντείνουν την παρακολούθηση των καλλιεργειών τους και να κινηθούν προληπτικά.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι, όταν το έντομο εγκατασταθεί και αναπτύξει υψηλούς πληθυσμούς, η αντιμετώπιση γίνεται σαφώς πιο δύσκολη, ενώ το κόστος – τόσο οικονομικό όσο και ποιοτικό – αυξάνεται σημαντικά.