Οι πρόσφατες δυναμικές κινητοποιήσεις των Ολλανδών κτηνοτρόφων, που κράτησαν σχεδόν όλο το φετινό καλοκαίρι, έφεραν ξανά στο προσκήνιο την ανάγκη εξεύρεσης αποτελεσματικών πολιτικών για τον αγροτικό και τον κτηνοτροφικό τομέα της Ε.Ε. Αφορμή για τις σημαντικές κινητοποιήσεις στάθηκε η ανάκληση των αδειών λειτουργίας 5 πτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων αλλά και τα προβλήματα, που έχουν προκύψει γενικότερα στην κτηνοτροφία με αφορμή τα περιβαλλοντικά μέτρα και την ΚΑΠ. Μπορεί όμως να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα και τον ελληνικό αγροτικό τομέα;
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ολλανδία, εδώ και πολλά χρόνια, όπως μας εξηγεί ο Δρ. Γιώργος Βαλεργάκης, καθηγητής Κτηνιατρικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και επιστημονικός σύμβουλος της Ένωσης Φυλής Χολστάιν Ελλάδος, είναι η αποκαλούμενη νιτρορύπανση.
Σύμφωνα με τους κανονισμούς της Ε.Ε., το όριο της ποσότητας αζώτου προερχόμενο από την κοπριά των εκτρεφόμενων ζώων που μπορεί να εναποτεθεί στους αγρούς είναι 170kg/ha. Σε κάποιες περιπτώσεις, όταν αυτή έχει υποστεί επεξεργασία, μπορεί να αυξηθεί κατά 80kg/ha. Είναι προφανές ότι όσο μικρότερη είναι η έκταση μιας χώρας και όσο μεγαλύτερο το μέγεθος της κτηνοτροφίας της, τόσο μεγαλύτερα θα είναι τα προβλήματά της.
Η Ολλανδία, όπως λέει, ταιριάζει απόλυτα σ’ αυτήν την περιγραφή. Η έκτασή της (ξηρά) είναι περίπου 33.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα και ο πληθυσμός της πάνω από 18 εκ. κάτοικοι. Συγκριτικά, η Μακεδονία έχει έκταση περίπου 34.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και πληθυσμό 2.600.000 κατοίκους. Το μέγεθος της Ολλανδικής κτηνοτροφίας όμως, σε αυτήν την περιορισμένη έκταση γης (που είναι όλη πεδινή, βέβαια) είναι τεράστιο.
Ο Δρ. Βαλεργάκης εξηγεί πως οι γαλακτοπαραγωγές αγελάδες στην Ολλανδία είναι περίπου 1.600.000 (συνολικά 4.000.000 βοοειδή) και ο πληθυσμός των χοίρων ξεπερνά τα 11.000.000. Ο όγκος των αποβλήτων είναι φυσικά ανάλογος. Αυτό δημιουργεί οριακές καταστάσεις σε πολλές περιοχές, πολύ συχνά και πολύ παραπάνω από οριακές. Η γειτνίαση, όμως, με περιοχές χαρακτηρισμένες NATURA 2000, περιπλέκει ακόμα περισσότερο τα πράγματα.
Οι Ολλανδοί κτηνοτρόφοι, όπως εξηγεί, έχουν αναπτυγμένη περιβαλλοντική και οικολογική συνείδηση. Διαμαρτύρονται επειδή οι κανονισμοί (ή/και ο τρόπος εφαρμογής τους) αλλάζουν συνεχώς και δεν μπορούν να προγραμματίσουν αποτελεσματικά τη δραστηριότητά τους. Οι επενδύσεις στην κτηνοτροφία (εγκαταστάσεις, μηχανολογικός εξοπλισμός, γενετικό υλικό) έχουν ορίζοντα τουλάχιστον 20ετίας και απαιτούν σταθερό επιχειρηματικό περιβάλλον. Κι αυτό συμβαίνει, διότι πρόκειται για επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου. Χρειάζονται δηλαδή σημαντικά κεφάλαια εκκίνησης και λειτουργίας για ζωικό κεφάλαιο και τεχνολογικό εξοπλισμό.
ΠΡΟΣΚΑΙΡΕΣ ΛΥΣΕΙΣ ΓΙΑ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ
Η κατάσταση στην Ολλανδία ξέφυγε από κάθε έλεγχο, μολονότι αποτελεί μία από τις 5 χώρες, που πρωταγωνιστούν στον τομέα του αγελαδινού γάλακτος. Όπως εξηγεί ο κ. Βαλεργάκης όμως οι αγροτικές πολιτικές, που ασκούνται συχνά υποκύπτουν σε πρόσκαιρες λύσεις προκειμένου να ικανοποιήσουν το αγροτικό κοινό χωρίς να έχουν αναπτυξιακό ορίζοντα.
«Η λογική του «χορτάτου σκύλου και της ολόκληρης πίτας» δεν έχει διάρκεια, ποτέ δεν είχε... Αν κατά παράβαση των κοινοτικών κανονισμών αδειοδοτούνται μονάδες για να αποφευχθούν πρόσκαιρα δυσάρεστες καταστάσεις, αυτές θα αναδυθούν πάντοτε κάποια ακόμα πιο ακατάλληλη στιγμή. Αυτό συνέβη στην Ολλανδία, μετά το 2015», τονίζει.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε όλη την Ε.Ε. όπως λέει, είναι ότι η εμπιστοσύνη μεταξύ κτηνοτρόφων και πολιτικού προσωπικού, φαίνεται ότι έχει διαρραγεί. Η άκριτη (καθαρά ψηφοθηρική) υιοθέτηση από πολλούς πολιτικούς σχηματισμούς της ατζέντας ακτιβιστικών οργανώσεων και η προβολή από αυτούς (και τα ΜΜΕ) παντελώς ψευδών και αντιεπιστημονικών απόψεων γύρω από την παραγωγή τροφίμων ζωικής προέλευσης, εντείνει την καχυποψία και δυσκολεύει την εξεύρεση λύσεων κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά αποδεκτών.
ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ
Ο καθηγητής Κτηνιατρικής σημειώνει πως αυτό είναι το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα της ευρωπαϊκής κτηνοτροφίας. Η φράση που ακούμε συχνά από τους Έλληνες κτηνοτρόφους – «δεν μας θέλουν» – ακούγεται, έστω λίγο πιο διστακτικά, σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έχουν όλα αυτά επιπτώσεις στον ελληνικό κτηνοτροφικό τομέα; “Ακούς χτύπους στα Χανιά, άκου τσοι και δω σιμά”, τονίζει ο ίδιος που έλκει την καταγωγή του από την Κρήτη. Όπως λέει, ο κτηνοτροφικός τομέας στην Ελλάδα δεν είναι τόσο αναπτυγμένος ώστε να δημιουργεί τέτοιου είδους προβλήματα στο περιβάλλον κι αυτό φάνηκε κι από σχετικά πρόσφατη (2023) μελέτη του Εργαστηρίου Ζωικής Παραγωγής και Προστασίας του Περιβάλλοντος του Τμήματος Κτηνιατρικής του ΑΠΘ για την Π.Ε. Θεσσαλονίκης στην κοιλάδα της Μυγδονίας. Συνεπώς, υπήρξαν μεμονωμένα προβλήματα μόνο σε συγκεκριμένα σημεία, που ήταν εντοπισμένα.
Ο ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΚΑΠ
Υποστηρίζει όμως, πως με τις εξαγγελλόμενες «εθνικές πολιτικές» (σε όλη την Ευρώπη) και κοινοτικές πολιτικές στα θέματα περιβάλλοντος (εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κ.λπ.), δεν πρέπει να εφησυχάζουμε. Επομένως, όσοι σχεδιάζουν τη νέα ΚΑΠ δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει σημαντικά διατροφικά ελλείμματα οφείλει ν΄ ανασχεδιάσει την κτηνοτροφική πολιτική της σε άλλη βάση.
Όπως σημειώνει, πρέπει ο ευρύτερος κτηνοτροφικός κόσμος που περιλαμβάνει εκτός από τους κτηνοτρόφους, τους μάχιμους γεωτεχνικούς, τις βιομηχανίες τροφίμων, τις αντίστοιχες βιομηχανίες υποστήριξης (π.χ. ζωοτροφές και εξοπλισμός), τον αγροτικό τύπο και τους ακαδημαϊκούς δασκάλους, να οργανωθεί και να αναλάβει, την πρωτοβουλία, γενικά.
«Δεν πρέπει να ακολουθούμε, πρέπει να οδηγούμε. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορέσουμε να προστατέψουμε και την εκάστοτε πολιτική ηγεσία από τα λάθη, που προέρχονται από ελλιπή ενημέρωση και εκλογικές λογικές. Η κτηνοτροφία είναι μια οικονομική δραστηριότητα εθνικής ανάγκης και σημασίας. Μπορεί και πρέπει ν’ αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης», τονίζει.