Η ανθράκωση (Gnomonia leptostyla) αποτελεί μία από τις μυκητολογικές ασθένειες που απασχολούν την καλλιέργεια της καρυδιάς, με την ένταση των προσβολών να διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή, τις καιρικές συνθήκες και τη φυτοπροστατευτική διαχείριση. Η υψηλή σχετική υγρασία στην κόμη μπορεί να ευνοήσει την εξέλιξή της, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχουν η έγκαιρη προστασία και τα καλλιεργητικά μέτρα που συμβάλλουν στον περιορισμό του μολύσματος.
Για την ασθένεια και όσα πρέπει να προσέξουν οι παραγωγοί αυτή την περίοδο, ο ΑγροΤύπος επικοινώνησε με τον γεωπόνο του Συνεταιρισμού Καρυδιών «ΓΑΙΑ ΔΟΜΟΚΟΥ» και υποψήφιο διδάκτορα στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, κ. Χαράλαμπο Ψαρογιάννη, ο οποίος στέκεται ιδιαίτερα και στην ανάγκη σωστής διάκρισης της ανθράκωσης από άλλες αλλοιώσεις των καρπών.
Η έγκαιρη αντιμετώπιση περιόρισε τις προσβολές
Στους καρυδεώνες που παρακολουθεί ο κ. Ψαρογιάννης είχαν καταγραφεί ήδη από την άνοιξη ορισμένες ενδείξεις της ασθένειας. Όπως αναφέρει, από τα μέσα Μαΐου είχαν παρατηρηθεί χαρακτηριστικά κιτρινίσματα σε φύλλα στο εσωτερικό της κόμης, ενώ η ασθένεια είχε εντοπιστεί και νωρίτερα, γεγονός που οδήγησε έγκαιρα σε μέτρα αντιμετώπισης και περιορισμού. «Όσοι είχαν κάνει τον περιορισμό της ασθένειας βλέπουμε ότι έχουν πάει καλά. Οι παραγωγές δεν έχουν θέμα», επισημαίνει.
Η εξέλιξη της ανθράκωσης συνδέεται στενά με τις συνθήκες που επικρατούν στον καρυδεώνα. Αυξημένη σχετική υγρασία στην κόμη, ανεπαρκής αερισμός και ελλιπής κάλυψη κατά τους ψεκασμούς μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες για την ασθένεια. Στο πλαίσιο αυτό, σημασία έχουν επίσης το σωστό κλάδεμα και η διαχείριση της άρδευσης.
Ο κ. Ψαρογιάννης επισημαίνει παράλληλα ότι οι διαθέσιμες εγκεκριμένες φυτοπροστατευτικές επιλογές για τις μυκητολογικές ασθένειες της καρυδιάς είναι περιορισμένες, ενώ στους καρυδεώνες απασχολεί, πέρα από την ανθράκωση, και η βοτρυοσφαίρια. Καθώς η καλλιέργεια βρίσκεται πλέον κοντά ή μέσα στη συγκομιδή, οι δυνατότητες επέμβασης περιορίζονται περαιτέρω από τα προβλεπόμενα χρονικά διαστήματα μεταξύ εφαρμογής και συγκομιδής.
Δεν είναι κάθε εσωτερικό μαύρισμα ανθράκωση
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, σύμφωνα με τον κ. Ψαρογιάννη, στην αναγνώριση των συμπτωμάτων. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανθράκωση χωρίς αλλοίωση στο περικάρπιο», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι στην περίπτωση της ανθράκωσης εμφανίζονται χαρακτηριστικές αλλοιώσεις στο περικάρπιο, ενώ συμπτώματα παρατηρούνται και στα φύλλα. Παράλληλα, εφιστά την προσοχή στη διάκριση από τη βακτηρίωση. Στην περιοχή όπου δραστηριοποιείται, όπως αναφέρει, η βακτηρίωση από Xanthomonas αποτελεί σημαντικό φυτοπαθολογικό πρόβλημα, ενώ καταγράφονται και όψιμες προσβολές.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς, όπως σημειώνει, στο παρελθόν υπήρχε η τάση διαφορετικές αλλοιώσεις να αποδίδονται συλλήβδην στην ανθράκωση. «Δεν είναι όλα ίδια», τονίζει, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να αξιολογούνται τα επιμέρους συμπτώματα πριν μια αλλοίωση αποδοθεί σε συγκεκριμένη ασθένεια.
Η απότομη πτώση της θερμοκρασίας και το εσωτερικό καφέτιασμα
Μια διαφορετική εικόνα παρατήρησε φέτος ο κ. Ψαρογιάννης σε ορισμένους κατά τα άλλα υγιείς καρπούς, οι οποίοι εξωτερικά δεν παρουσίαζαν αλλοίωση στο περικάρπιο ή στο κέλυφος, αλλά μετά το άνοιγμά τους εμφάνιζαν σκουρότερο χρωματισμό στην ψίχα. Όπως εξηγεί, παρακολουθούσε την εξέλιξη και την ωρίμανση καρπών ήδη από τον Αύγουστο χωρίς να έχει εντοπίσει ανάλογη εικόνα. Το φαινόμενο παρατηρήθηκε μετά την έντονη μεταβολή του καιρού, όταν η θερμοκρασία από επίπεδα κοντά στους 38 βαθμούς υποχώρησε στους 14-15 βαθμούς κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στο στάδιο ωρίμανσης στο οποίο βρίσκονταν οι καρποί εκείνη τη στιγμή. Όπως εξηγεί, το εδώδιμο μέρος του καρυδιού μπορεί να ωριμάζει έως και 15-20 ημέρες νωρίτερα από το περικάρπιο. Έτσι, εξωτερικά το περικάρπιο μπορεί να μην έχει ακόμη εμφανίσει ράγισμα, ενώ η ωρίμανση της ψίχας έχει ήδη προχωρήσει. Σε περιοχές όπου η ωρίμανση είχε ολοκληρωθεί δεν παρατήρησε το ίδιο φαινόμενο, ενώ όπου η θερμοκρασιακή μεταβολή συνέπεσε με την ολοκλήρωση της ωρίμανσης της ψίχας, το καφέτιασμα εμφανίστηκε σε μικρό ποσοστό καρπών και κυρίως στο κάτω ένα τρίτο της κόμης.
Με βάση την εικόνα που έχει σχηματίσει από τις επισκέψεις του στους καρυδεώνες, ο ίδιος εκτιμά ότι ενδέχεται να πρόκειται για αντίδραση των δέντρων σε μια έντονα στρεσογόνο μεταβολή, με την κατάσταση των δέντρων, τη θρέψη, την άρδευση και το μικροκλίμα κάθε περιοχής να μπορούν να διαφοροποιούν την αντίδρασή τους. Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι πρόκειται για επιτόπια παρατήρηση και προσωπική εκτίμηση και όχι για συμπέρασμα που έχει επιβεβαιωθεί μέσω ειδικής επιστημονικής ή εργαστηριακής διερεύνησης.
Η παρατήρηση αποκτά πρακτική σημασία στη συγκομιδή, καθώς οι συγκεκριμένοι καρποί μπορεί εξωτερικά να μην παρουσιάζουν εμφανές πρόβλημα, ενώ ορισμένοι έχουν ήδη πέσει στο έδαφος πριν από την κύρια συλλογή. «Καλό είναι να την ελέγξουν οι παραγωγοί για να μην βάλουν αυτά τα καρύδια μέσα στην καλή τους παραγωγή και την ανακατέψουν», αναφέρει ο κ. Ψαρογιάννης, εφιστώντας την προσοχή στους καρπούς που έχουν πέσει πριν ξεκινήσει η κανονική συγκομιδή.
Μετά τη συγκομιδή, έμφαση στην υγιεινή του καρυδεώνα
Με τη συγκομιδή να βρίσκεται σε εξέλιξη ή να ξεκινά, ανάλογα με την περιοχή και την ποικιλία, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μείωση του μολύσματος που θα παραμείνει στον καρυδεώνα για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο. Ο μύκητας διαχειμάζει στα προσβεβλημένα φυτικά όργανα που πέφτουν στο έδαφος, γι' αυτό σε περιπτώσεις έντονης προσβολής απαιτείται προσεκτική διαχείριση των φυτικών υπολειμμάτων.
Ο κ. Ψαρογιάννης προτείνει, μετά τη συγκομιδή και τη φυλλόπτωση, σχολαστικό καθαρισμό των καρυδεώνων όπου έχει καταγραφεί σοβαρό πρόβλημα. Όπως εξηγεί, προσβεβλημένοι και συχνά κούφιοι καρποί μπορούν να απομακρύνονται με τη χρήση φυσητήρων μαζί με τα υπόλοιπα προσβεβλημένα φυτικά τμήματα, καθώς ο καταστροφέας δεν εξασφαλίζει από μόνος του την καταστροφή κάθε προσβεβλημένου καρπού που έχει πέσει στο έδαφος. «Το καλύτερο θεωρώ ότι είναι να περιμένουν και τη φυλλόπτωση και να μπουν και να καθαρίσουν το χωράφι τους», σημειώνει.
Στα μέτρα περιορισμού του πρωτογενούς μολύσματος περιλαμβάνονται επίσης η απομάκρυνση των ξερών πεσμένων φύλλων ή η ενσωμάτωσή τους στο έδαφος με ελαφρύ φρεζάρισμα και το σωστό κλάδεμα για καλύτερο αερισμό της κόμης. Σε περιπτώσεις μεγάλης προσβολής μπορεί να εφαρμόζεται εγκεκριμένο χαλκούχο σκεύασμα πριν ή μετά την πτώση των φύλλων, πάντοτε σύμφωνα με την έγκριση και τις οδηγίες χρήσης του εκάστοτε φυτοπροστατευτικού προϊόντος.
Η αντιμετώπιση της ανθράκωσης δεν εξαντλείται, επομένως, σε μία φυτοπροστατευτική επέμβαση. Η έγκαιρη προστασία κατά την καλλιεργητική περίοδο, η σωστή αναγνώριση των συμπτωμάτων, ο καλός αερισμός της κόμης και η διαχείριση του προσβεβλημένου φυτικού υλικού αποτελούν διαδοχικά μέρη μιας συνολικότερης στρατηγικής, με στόχο τον περιορισμό τόσο των προσβολών όσο και του διαθέσιμου μολύσματος για την επόμενη περίοδο.