Ο διασυνοριακός κίνδυνος
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων δεν γνωρίζει σύνορα και παραμένει ένας από τους πιο ανησυχητικούς παράγοντες για την ελληνική κτηνοτροφία. Η Ελλάδα μπορεί να έχει ενισχύσει τα μέτρα εντός της επικράτειας, όμως η απειλή από τις γειτονικές χώρες εξακολουθεί να βαραίνει και να καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το επίπεδο συναγερμού.
Σύμφωνα με την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Αύγουστο του 2025 η Βουλγαρία ανέφερε 40 νέες εξάρσεις ευλογιάς αιγοπροβάτων και κατσικιών στις περιοχές Plovdiv, Stara Zagora και Haskovo, καθώς και μία πρόσφατη έξαρση στην περιοχή Kardzhali, η οποία μάλιστα βρίσκεται εκτός των ήδη σχεδιασμένων ζωνών περιορισμού. Για τον λόγο αυτόν θεσπίστηκαν εκτεταμένες ζώνες προστασίας και επιτήρησης, με στόχο να περιοριστεί η εξάπλωση της νόσου εκτός συνόρων και να ελεγχθεί η κατάσταση εντός Βουλγαρίας.
Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στην Τουρκία. Οι αρμόδιες αρχές της χώρας έχουν επανειλημμένα ανακοινώσει περιστατικά ευλογιάς τα τελευταία χρόνια, με την περιοχή της Ανατολικής Θράκης να χαρακτηρίζεται από την Ε.Ε. ως «υψηλού κινδύνου» για διασπορά προς τα Βαλκάνια. Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς όπως ο FAO και ο Παγκόσμιος Οργανισμός για την Υγεία των Ζώων (WOAH, πρώην OIE), η Ανατολική Θράκη έχει καταγράψει επαναλαμβανόμενα κρούσματα ευλογιάς μικρών μηρυκαστικών, γεγονός που ενισχύει τις ανησυχίες για πιθανή επανείσοδο της νόσου στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι η πιθανότητα εισόδου παραμένει υπαρκτή, όχι μόνο λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης αλλά και εξαιτίας των εμπορικών και μεταφορικών ροών που καθημερινά περνούν τα σύνορα.
Η διεθνής βιβλιογραφία (SpringerLink, 2024) επιβεβαιώνει την ανησυχία αυτή: οι γονιδιωματικές αναλύσεις δείχνουν ότι τα στελέχη του ιού που κυκλοφορούν στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα συγγενικά, στοιχείο που αποδεικνύει την πραγματική απειλή της διασυνοριακής μετάδοσης.
Με λίγα λόγια, τα δεδομένα αποτυπώνουν μια συνεχή και πολυεπίπεδη πίεση: από τις επίσημες εξάρσεις που δηλώνονται σε διεθνείς οργανισμούς, μέχρι τον αόρατο κίνδυνο της παράνομης διακίνησης ζώων ή φορτίων ζωοτροφών που μπορεί να παρακάμψουν τους ελέγχους. Γι’ αυτόν τον λόγο η Ελλάδα παραμένει σε αυξημένη επιφυλακή, με εντατικούς ελέγχους στα σύνορα και στενή συνεργασία μεταξύ των αρχών.
Οι έλεγχοι στα σύνορα
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας, με εκτεταμένα χερσαία και θαλάσσια σύνορα, την καθιστά ευάλωτη σε εισαγωγή νέων κρουσμάτων. Για τον λόγο αυτό, οι έλεγχοι στα σύνορα έχουν εντατικοποιηθεί.
Στα τελωνεία Κήπων και Ορμενίου, κλιμάκια πραγματοποιούν δειγματοληψίες σε φορτία ζωοτροφών και επιθεωρήσεις σε διερχόμενα φορτηγά, προτού επιτραπεί η είσοδος. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στον εντοπισμό παράνομων μετακινήσεων ζώων, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως «Δούρειος Ίππος» για τη νόσο.
Όπως αναφέρουν κτηνιατρικές πηγές, οι έλεγχοι αυτοί είναι συχνοί και πολυεπίπεδοι: από τον εργαστηριακό έλεγχο δειγμάτων μέχρι την επιτόπια αυτοψία στις εκμεταλλεύσεις κοντά στα σύνορα. «Κλιμάκια κτηνιάτρων με στολές βιοασφάλειας μπαίνουν στις μονάδες, παίρνουν δείγματα και συζητούν με τους κτηνοτρόφους για την εφαρμογή των μέτρων», αναφέρουν χαρακτηριστικά.
Η καθημερινότητα των κτηνοτρόφων
Για τον Έλληνα κτηνοτρόφο, ο διασυνοριακός κίνδυνος δεν είναι μια μακρινή απειλή αλλά καθημερινή πραγματικότητα. Με κάθε είδηση για νέο κρούσμα στη Βουλγαρία ή στην Τουρκία, η αγωνία μεγαλώνει: τι θα γίνει αν περάσει και εδώ;
Η αβεβαιότητα μεταφράζεται σε περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων, καθυστερήσεις στις πωλήσεις, αλλά και σε πρόσθετο κόστος για απολυμάνσεις και μέτρα βιοασφάλειας. Οι παραγωγοί κάνουν λόγο για «διπλό χτύπημα»: από τη μία η απειλή της ίδιας της νόσου και από την άλλη η οικονομική ζημία που προκαλούν οι αναγκαστικοί περιορισμοί.
Οι αρχές σε συνεχή επιφυλακή
Σύμφωνα με τις τελευταίες εγκυκλίους του ΥΠΑΑΤ και τα δεδομένα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η διασυνοριακή διάσταση παραμένει στο επίκεντρο της στρατηγικής αντιμετώπισης. Οι Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής (ΔΑΟΚ) πραγματοποιούν συνεχείς ελέγχους σε εκμεταλλεύσεις, ενώ σε συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές παρακολουθούν στενά τις εμπορικές ροές.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί προβλέπουν άμεση ενημέρωση σε περίπτωση επιβεβαιωμένου κρούσματος και ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ κρατών-μελών. Έτσι, οποιαδήποτε εξέλιξη σε Βουλγαρία ή Τουρκία φτάνει γρήγορα και στις ελληνικές αρχές, ώστε να προσαρμόζονται αναλόγως τα μέτρα.
Διεθνείς εμπειρίες
Η αντιμετώπιση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων δεν είναι μια πρόκληση που αφορά μόνο την Ελλάδα. Στα Βαλκάνια και στη ΝΑ Ευρώπη, πολλές χώρες έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με την ασθένεια και έχουν αναπτύξει δικές τους στρατηγικές περιορισμού.
Στη Ρουμανία, αν και τα τελευταία χρόνια δεν έχουν καταγραφεί εκτεταμένες εστίες, οι αρχές εφαρμόζουν προληπτικά μέτρα με αυστηρή παρακολούθηση εισαγόμενων ζώων και ζωοτροφών. Οι κτηνιατρικές υπηρεσίες της χώρας έχουν επενδύσει σε προγράμματα εκπαίδευσης κτηνοτρόφων, ώστε οι ίδιοι να αναγνωρίζουν έγκαιρα ύποπτα συμπτώματα.
Η Σερβία, που δεν είναι μέλος της Ε.Ε. αλλά βρίσκεται σε γειτνίαση με εστίες της Βουλγαρίας, έχει υιοθετήσει μοντέλο ταχείας καραντίνας: μόλις εντοπιστεί ύποπτο περιστατικό, η περιοχή τίθεται άμεσα υπό αποκλεισμό, με περιορισμούς στη μετακίνηση ζώων και αυξημένη παρουσία κτηνιατρικών κλιμακίων.
Στη Βόρεια Μακεδονία, όπου υπήρξαν παλαιότερα εξάρσεις σε μικρές εκτροφές, οι αρχές ακολούθησαν το παράδειγμα της Ε.Ε. και εισήγαγαν συστήματα επιτήρησης με βάση τις «ζώνες» (προστασίας και επιτήρησης), ενώ δίνεται έμφαση στη συνεργασία με τους τοπικούς συνεταιρισμούς.
Από αυτές τις εμπειρίες προκύπτει ένα κοινό συμπέρασμα: η επιτυχής διαχείριση της νόσου απαιτεί όχι μόνο αυστηρούς ελέγχους από τις κρατικές αρχές, αλλά και ενεργή συμμετοχή των παραγωγών. Η ενημέρωση, η διαφάνεια και η ταχύτητα στην αντίδραση φαίνεται να είναι τα τρία στοιχεία που καθορίζουν εάν μια εστία θα παραμείνει τοπική ή θα εξελιχθεί σε ευρύτερη απειλή.
Η πρόκληση για την ελληνική κτηνοτροφία
Η εμπειρία δείχνει ότι η ευλογιά μπορεί να εξαπλωθεί ταχύτατα αν βρεθεί «παράθυρο» εισόδου. Η συνεργασία μεταξύ αρχών και κτηνοτρόφων είναι επομένως καθοριστική. Η προστασία των κοπαδιών δεν αφορά μόνο το κράτος· οι ίδιοι οι παραγωγοί καλούνται να τηρούν σχολαστικά μέτρα βιοασφάλειας, να ενημερώνουν άμεσα για κάθε ύποπτο περιστατικό και να περιορίζουν τις μη απαραίτητες μετακινήσεις.
Ωστόσο, τα κρούσματα στις γειτονικές χώρες δεν αποτελούν μόνο κίνδυνο υγειονομικής φύσης· έχουν και οικονομικό αντίκτυπο. Κάθε νέα έξαρση στη Βουλγαρία ή την Τουρκία δημιουργεί ανησυχία στις αγορές, με αποτέλεσμα οι τιμές των ζώντων ζώων και του γάλακτος στην Ελλάδα να δέχονται πιέσεις. Οι εμπορικές συναλλαγές καθυστερούν, οι εξαγωγές περιορίζονται, ενώ το κόστος των μέτρων βιοασφάλειας (απολυμαντικά, πρόσθετοι έλεγχοι, καθυστερήσεις στις μετακινήσεις) βαραίνει άμεσα τον παραγωγό. Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και μια εστία εκτός συνόρων μπορεί να αφήσει αποτύπωμα στο ελληνικό χωράφι και στο πορτοφόλι του κτηνοτρόφου.
Για τον Έλληνα κτηνοτρόφο, η επαγρύπνηση δεν είναι επιλογή αλλά προϋπόθεση για να συνεχίσει να ζει από το κοπάδι του.