Η γαλλική αγορά, παρά την ανάκαμψη της εγχώριας παραγωγής μελιού, εξακολουθεί ν΄ αναζητά αξιόπιστους προμηθευτές υψηλής ποιότητας.
Το γεγονός αυτό ανοίγει σημαντικές προοπτικές στους Έλληνες πιστοποιημένους παραγωγούς – εταιρείες – συνεταιρισμούς για την εξαγωγή μελιού στη Γαλλία. Η χώρα αποτελεί εμπορικό κόμβο για το μέλι, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, η έξοδος ελληνικού μελιού προς τη Γαλλία ανοίγει πύλη και σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΗ ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΙΑ
Σύμφωνα με ελληνική διπλωματική έκθεση του Γραφείου Οικονομικών κι Εμπορικών Υποθέσεων της πρεσβείας της Ελλάδος στο Παρίσι, που υπογράφει η κ. Ανδρονίκη Λιακοπούλου, η μελισσοκομική περίοδος 2021–2024 στη Γαλλία χαρακτηρίστηκε από μία σειρά προβλήματα για τον κλάδο. Οι έντονες ανοιξιάτικες παγωνιές, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η μειωμένη ανθοφορία σε αρκετές περιοχές είχαν ως αποτέλεσμα σημαντική υποχώρηση της παραγωγής. Το 2024 θεωρήθηκε μία από τις δυσκολότερες χρονιές της τελευταίας δεκαετίας. Πολλές γαλλικές μελισσοκομικές εκμεταλλεύσεις κατέγραψαν χαμηλές αποδόσεις και αυξημένο κόστος παραγωγής. Παρά την ανάκαμψη της γαλλικής παραγωγής κατά το 2025, η χώρα εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικό έλλειμμα.
Η ΓΑΛΛΙΑ ΧΩΡΑ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕΛΙΟΥ
Την τελευταία πενταετία, οι εισαγωγές μελιού στη Γαλλία παρουσίασαν σταθερά ανοδική πορεία, τόσο ως προς τον όγκο όσο και ως προς τη συνολική αξία των συναλλαγών.
Η αύξηση αυτή αποδίδεται κυρίως:
- στη διατήρηση υψηλής εγχώριας κατανάλωσης,
- στη μειωμένη παραγωγή ορισμένων ετών λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών,
- στην αύξηση της ζήτησης για ειδικές κατηγορίες μελιού,
- στη διεύρυνση των εισαγωγών από χώρες χαμηλού κόστους.
ΤΙΜΕΣ ΑΠΟ ΧΩΡΕΣ ΕΙΣΟΔΟΥ
Το 2024, το μέλι που η εισαγωγή του έγινε από την Ουκρανία είχε μέση τιμή περίπου 1,9 δολ./kg, ενώ το κινεζικό μέλι διαμορφώθηκε περίπου στα 2,7 δολ./kg, γεγονός που εξηγεί την ευρεία χρήση τους σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και σε μείγματα (blends), όπου η ανταγωνιστικότητα βασίζεται κυρίως στο χαμηλό κόστος. Αντίθετα, το μέλι από την Ισπανία ήρθε με μέση τιμή περίπου 4,25 δολ./kg, ενώ οι υψηλότερες μέσες τιμές καταγράφηκαν για τη Γερμανία (5 δολ./kg), την Ιταλία (7,6 δολ./kg) και την Ελλάδα (7,9 δολ./kg).
Μεγάλες ποσότητες εισαγόμενου μελιού υφίστανται τυποποίηση, ανάμειξη ή επεξεργασία στη Γαλλία, προτού επανεξαχθούν σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, γεγονός που ενισχύει τον ρόλο της χώρας ως κέντρου εμπορίας και διανομής. Συνιστά δηλαδή μία από τις πιο ανεπτυγμένες εισαγωγικές αγορές μελιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Γαλλία, που δίνει μεγάλη βαρύτητα στη γαστρονομία της, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές τόσο από κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τρίτες χώρες. Στις τοπικές αγορές κυριαρχούν τα τοπικά μέλια Προβηγκίας, Κορσικής και Αλσατίας.
ΕΛΚΥΣΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ
Οι Γάλλοι καταναλωτές εκτιμούν την καλή ποιότητα. Η Γαλλία συνδυάζει υψηλή κατανάλωση, ανεπτυγμένο δίκτυο διανομής και αυξανόμενη ζήτηση για προϊόντα πολυτελείας (premium αγορά). Ωστόσο, η Ελλάδα δεν αποτελεί κύρια χώρα εισαγωγής μελιού. Κατά την περίοδο 2020–2024, οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γαλλία παρουσίασαν διακυμάνσεις: η αξία των εξαγωγών αυξήθηκε από 1,57 εκατ. ευρώ το 2020 περίπου 2,01 εκ. ευρώ το 2021. Κορυφώθηκε το 2022 σε περίπου 3,31 εκ. ευρώ ενώ μειώθηκε το 2023 σε περίπου 1,47 εκ. ευρώ. Το 2024 ανέκαμψε με περίπου 1,96 εκ. ευρώ. Αντίστοιχη πορεία ακολούθησαν και οι εξαγόμενες ποσότητες, οι οποίες κορυφώθηκαν το 2022 στους 686,2 τόνους, πριν υποχωρήσουν τις δυο επόμενες χρονιές. Η μέση τιμή εξαγωγής παρουσίασε μεταβολές, με υψηλότερη τιμή τα 7,55 δολάρια ανά κιλό το 2023.
ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Η Γαλλία διαθέτει ιδιαίτερα οργανωμένο δίκτυο λιανικής, στο οποίο κυριαρχούν μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών, εκπτωτικών καταστημάτων, εξειδικευμένων σημείων πώλησης και ηλεκτρονικών πλατφορμών. Οι Γάλλοι καταναλωτές, όμως, αναζητούν προϊόντα που δεν προέρχονται από μαζική βιομηχανική παραγωγή γεγονός που ευνοεί τους Έλληνες παραγωγούς, που δεν έχουν μεγάλες μελισσοκομικές φάρμες.
Η αγορά της Γαλλίας χαρακτηρίζεται από τέσσερις βασικές τάσεις:
1) Ενίσχυση ζήτησης για προϊόντα φυσικής προέλευσης, χωρίς τεχνητά πρόσθετα και με περιορισμένη επεξεργασία.
2) Αύξηση της σημασίας πιστοποίησης ποιότητας, ιχνηλασιμότητας και της σαφούς αναγραφής της χώρας προέλευσης.
3) Καταναλωτικό κοινό, πρόθυμο να δώσει κάποια παραπάνω χρήματα για προϊόντα, που διαθέτουν ισχυρή ταυτότητα, γεωγραφική προέλευση και αυθεντική ιστορία παραγωγής.
4) Ενίσχυση της αγοράς βιολογικών προϊόντων, προϊόντων gourmet και delicatessen, παρά τη συγκράτηση της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης λόγω των πληθωριστικών πιέσεων.
Το μέλι, για τους Γάλλους δεν θεωρείται πλέον όχι απλώς φυσικό γλυκαντικό αλλά τρόφιμο υψηλής διατροφικής αξίας και με ισχυρή περιβαλλοντική σημασία και σ΄ αυτό συμβάλλει και η δημοτικότητα της μεσογειακής διατροφής.
ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΑΝΑΛΙΑ ΕΥΝΟΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥΣ
Παρότι σημαντικό μέρος της παραγωγής μελιού, σύμφωνα με τη διπλωματική έκθεση, διακινείται μέσα από μεγάλα σούπερ μάρκετ, η ευκαιρία για τους Έλληνες παραγωγούς μελιού είναι κυρίως μέσω άλλων μικρότερων καναλιών:
- Καταστήματα delicatessen
- Καταστήματαgourmet (όπωςοι Galeries Lafayette Gourmet και La Grande Épicerie de Paris)
- Κάβες τροφίμων
- Καταστήματα παραδοσιακών προϊόντων
- Εξειδικευμένα παντοπωλεία/ έθνικ καταστήματα
Η ελληνική παραγωγή βασίζεται κυρίως σε θυμαρίσιο μέλι, πευκόμελο, μέλι ελάτης, μέλι βελανιδιάς και μονοανθικά μέλια ιδιαίτερης βοτανικής προέλευσης. Η διαφοροποίηση αυτή επιτρέπει στο ελληνικό προϊόν, εφόσον είναι πιστοποιημένο κι έχει κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, να τοποθετηθεί στην premium κατηγορία της αγοράς.