Η αναζήτηση τρόπων για μεγαλύτερη απόδοση και χαμηλότερο κόστος παραγωγής έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια πολλούς παραγωγούς να επανεξετάσουν τον τρόπο με τον οποίο εγκαθίστανται οι νέοι ελαιώνες. Σε μια περίοδο που αρκετοί σχεδιάζουν φυτεύσεις ή αναδιαρθρώσεις εκμεταλλεύσεων, το ερώτημα δεν είναι απλώς «πόσα δέντρα θα μπουν στο χωράφι», αλλά ποιο σύστημα καλλιέργειας μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμο σε βάθος χρόνου. Η εξέλιξη της ελαιοκαλλιέργειας, η μείωση των διαθέσιμων εργατικών χεριών και η ανάγκη εκμηχάνισης έχουν διαμορφώσει διαφορετικά μοντέλα καλλιέργειας, με σημαντικές διαφορές τόσο στην παραγωγικότητα όσο και στο κόστος.
Τα βασικά συστήματα ελαιοκαλλιέργειας
Σήμερα στη χώρα μας συνυπάρχουν διαφορετικά συστήματα ελαιοκαλλιέργειας, τα οποία ανταποκρίνονται σε διαφορετικές συνθήκες εδάφους, διαχείρισης και παραγωγικών στόχων. Οι παραδοσιακοί ελαιώνες εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ελαιοκομίας, ιδιαίτερα σε περιοχές με περιορισμένη άρδευση ή έντονο ανάγλυφο, όμως παράλληλα έχουν αναπτυχθεί και πιο εντατικές μορφές καλλιέργειας με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους.
Στους παραδοσιακούς ελαιώνες η πυκνότητα φύτευσης κυμαίνεται συνήθως από 5 έως 12 δένδρα ανά στρέμμα, με αποδόσεις που κυμαίνονται σε χαμηλότερα επίπεδα, κυρίως λόγω της περιορισμένης μηχανοποίησης και του αυξημένου κόστους συγκομιδής. Σε μια πιο εντατική μορφή, οι λεγόμενοι εντατικοί παραδοσιακοί ελαιώνες έχουν πυκνότητα 8 έως 25 δένδρα ανά στρέμμα, με χρήση ανόργανων λιπασμάτων και μερικής άρδευσης, επιτυγχάνοντας σαφώς υψηλότερες αποδόσεις.
Η περαιτέρω αύξηση της πυκνότητας οδήγησε στους σύγχρονους εντατικούς ελαιώνες ή ελαιώνες πυκνής φύτευσης, όπου φυτεύονται 20 έως 50 δένδρα ανά στρέμμα, με αποστάσεις όπως 3x6, 4x5 ή 6x6 μέτρα. Τα συστήματα αυτά συνδυάζονται με σύγχρονα σχήματα διαμόρφωσης της κόμης και επιτρέπουν τη χρήση δονητών στη συγκομιδή, οδηγώντας σε πολύ υψηλές αποδόσεις.
Σε μεταγενέστερο στάδιο εμφανίστηκε και το σύστημα της υπερπυκνής φύτευσης ή υπερεντατικών ελαιώνων, με 140 έως 250 δένδρα ανά στρέμμα και πολύ μικρές αποστάσεις φύτευσης. Το σύστημα αυτό βασίζεται στην πλήρη εκμηχάνιση τόσο του κλαδέματος όσο και της συγκομιδής και χαρακτηρίζεται από υψηλές αποδόσεις στα πρώτα χρόνια, αλλά και από αυξημένες απαιτήσεις σε εισροές και κόστος εγκατάστασης.
Το σύστημα πυκνής φύτευσης: σταθερότητα και προσαρμογή
Το σύστημα πυκνής φύτευσης βασίζεται σε 20 έως 50 δένδρα ανά στρέμμα, με αποστάσεις που επιτρέπουν τη σωστή ανάπτυξη της κόμης και τη χρήση μηχανικών μέσων κατά τη συγκομιδή. Πρόκειται για ένα σύστημα που εφαρμόζεται επί δεκαετίες και θεωρείται πλέον ώριμο, με αποδεδειγμένη προσαρμοστικότητα σε διαφορετικές συνθήκες καλλιέργειας.
Τα δένδρα μπαίνουν σχετικά γρήγορα σε καρποφορία, συνήθως από τον τρίτο έως τον τέταρτο χρόνο μετά τη φύτευση, ενώ οι αποδόσεις μπορούν να φτάσουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Η πυκνότερη διάταξη οδηγεί σε ταχύτερη κάλυψη του εδάφους, καλύτερη αξιοποίηση του νερού και των θρεπτικών στοιχείων και περιορισμό της ανάπτυξης ζιζανίων. Παράλληλα, το χαμηλότερο ύψος των δένδρων διευκολύνει την εκτέλεση των καλλιεργητικών εργασιών και τη χρήση μηχανημάτων, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη μείωση του κόστους παραγωγής. Σημαντικό πλεονέκτημα του συστήματος πυκνής φύτευσης είναι ότι δεν απαιτεί μόνιμη υποστύλωση ούτε ειδικές νάνες ποικιλίες, καθώς μπορούν να αξιοποιηθούν πολλές ελληνικές ποικιλίες που προσαρμόζονται ικανοποιητικά στις συγκεκριμένες αποστάσεις φύτευσης και στα σύγχρονα σχήματα διαμόρφωσης.
Η επιτυχία του συστήματος, ωστόσο, συνδέεται και με ορισμένες βασικές προϋποθέσεις εγκατάστασης. Απαιτείται επαρκής γονιμότητα εδάφους ώστε να καλυφθούν οι αυξημένες θρεπτικές ανάγκες των δένδρων, καθώς και διαθεσιμότητα νερού σε περιοχές όπου οι βροχοπτώσεις δεν επαρκούν. Παράλληλα, η μορφολογία του αγροτεμαχίου θα πρέπει να επιτρέπει τη χρήση μηχανημάτων, καθώς μεγάλες κλίσεις δυσχεραίνουν τη μηχανοποίηση των εργασιών και αυξάνουν το κόστος διαχείρισης. Με την πάροδο των ετών ενδέχεται να εμφανιστούν προβλήματα συνωστισμού και αλληλοσκίασης των δένδρων, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση της παραγωγικότητας. Στις περιπτώσεις αυτές απαιτούνται παρεμβάσεις διαχείρισης, όπως αραίωση ή κλάδεμα αναγέννησης, χωρίς όμως να τίθεται σε αμφισβήτηση η μακροχρόνια λειτουργία και βιωσιμότητα του ελαιώνα.
Υπερπυκνή φύτευση: υψηλές αποδόσεις με αυξημένες απαιτήσεις
Το σύστημα υπερπυκνής φύτευσης χαρακτηρίζεται από πολύ μικρές αποστάσεις φύτευσης και αριθμό 140 έως 250 δένδρων ανά στρέμμα. Στόχος του είναι η πλήρης εκμηχάνιση της καλλιέργειας, τόσο στο κλάδεμα όσο και στη συγκομιδή, μέσω μηχανών που κινούνται πάνω από τη γραμμή των δένδρων. Στο σύστημα αυτό τα δένδρα μπαίνουν πολύ νωρίς σε καρποφορία, συνήθως από τον δεύτερο έως τον τρίτο χρόνο, ενώ έως τον έκτο χρόνο μπορούν να φτάσουν σε πλήρη παραγωγή. Κατά τα πρώτα 7–8 χρόνια εφαρμογής, οι αποδόσεις ανά στρέμμα είναι ιδιαίτερα υψηλές και υπερτερούν τόσο των αραιών όσο και των πυκνών φυτεύσεων. Παράλληλα, η εκμηχάνιση της συγκομιδής και του κλαδέματος μπορεί να μειώσει σημαντικά το κόστος εργασίας, γεγονός που καθιστά το σύστημα ελκυστικό κυρίως για μεγάλες, ενιαίες εκμεταλλεύσεις.
Η εικόνα αυτή όμως συνοδεύεται από σημαντικές απαιτήσεις και περιορισμούς. Το αρχικό κόστος εγκατάστασης είναι ιδιαίτερα αυξημένο, καθώς απαιτείται μεγάλος αριθμός δένδρων ανά στρέμμα και μόνιμο σύστημα υποστύλωσης με πασσάλους και σύρματα. Επιπλέον, τα συνολικά έξοδα καλλιέργειας σε βάθος 15 ετών εκτιμάται ότι θα είναι περίπου τριπλάσια σε σχέση με το σύστημα της απλής πυκνής φύτευσης, λόγω των αυξημένων αναγκών σε άρδευση, λίπανση, φυτοπροστασία και μηχανολογικό εξοπλισμό. Η εγκατάσταση υπερπυκνών ελαιώνων προϋποθέτει γόνιμα, ελαφρά και αρδευόμενα εδάφη, καθώς και επίπεδες εκτάσεις που επιτρέπουν τη χρήση βαρέων μηχανημάτων. Παράλληλα, απαιτείται η χρήση ποικιλιών μειωμένης ζωηρότητας, καθώς στην ελιά δεν έχουν βρεθεί νάνα υποκείμενα που να επιτρέπουν μόνιμο έλεγχο της ανάπτυξης των δένδρων.
Μετά τον έκτο ή έβδομο χρόνο από τη φύτευση αρχίζουν να εμφανίζονται έντονα προβλήματα ανταγωνισμού και αλληλοσκίασης των δένδρων, τα οποία οδηγούν σε πτώση της παραγωγικότητας. Σε αυτό το στάδιο απαιτούνται ειδικές παρεμβάσεις διαχείρισης, όπως έντονο κλάδεμα για τον περιορισμό του ύψους των δένδρων, ώστε να διατηρηθεί η δυνατότητα μηχανικής συγκομιδής. Σε πιο προχωρημένο στάδιο, μετά τον δέκατο έως δωδέκατο χρόνο, μπορεί να απαιτηθεί αραίωση των δένδρων ή ακόμη και καθολική εκρίζωση και επαναφύτευση.
Ποιο σύστημα αντέχει στον χρόνο;
Η σύγκριση των συστημάτων πυκνής και υπερπυκνής φύτευσης δεν αφορά ένα μόνο κριτήριο, αλλά μια σειρά από παραμέτρους που καθορίζουν τη βιωσιμότητα μιας ελαιοκαλλιέργειας σε βάθος χρόνου.
1. Χρονική εξέλιξη και διάρκεια ζωής της καλλιέργειας.
Το σύστημα της υπερπυκνής φύτευσης εμφανίζει σαφή υπεροχή στα πρώτα χρόνια μετά τη φύτευση, ωστόσο η παραγωγική του ζωή είναι περιορισμένη και εκτιμάται στα 10–15 έτη. Αντίθετα, το σύστημα της πυκνής φύτευσης παρουσιάζει μεγαλύτερη σταθερότητα και σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ζωής, η οποία μπορεί να φτάσει τα 30–40 χρόνια, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιαστικά τη μακροχρόνια προοπτική των δύο συστημάτων.
2. Χρόνος εισόδου σε καρποφορία.
Η υπερπυκνή φύτευση οδηγεί τα δένδρα σε καρποφορία νωρίτερα, συνήθως από τον δεύτερο έως τον τρίτο χρόνο μετά τη φύτευση, ενώ η πυκνή φύτευση ακολουθεί με μικρή χρονική υστέρηση, εισερχόμενη σε παραγωγή στον τέταρτο έως πέμπτο χρόνο. Το στοιχείο αυτό επηρεάζει κυρίως την ταχύτητα απόσβεσης της αρχικής επένδυσης.
3. Παραγωγή ανά στρέμμα στον χρόνο.
Στα πρώτα 7–8 χρόνια, το σύστημα της υπερπυκνής φύτευσης παρουσιάζει υψηλότερες αποδόσεις ανά στρέμμα σε σύγκριση με την πυκνή φύτευση. Από τον ένατο χρόνο και μετά, οι αποδόσεις των δύο συστημάτων τείνουν να εξισωθούν, ενώ μετά τον δέκατο χρόνο το υπερπυκνό σύστημα εμφανίζει μείωση της παραγωγικότητας λόγω έντονων προβλημάτων ανταγωνισμού και αλληλοσκίασης των δένδρων.
4. Κόστος εγκατάστασης και συγκομιδής.
Η υπερπυκνή φύτευση απαιτεί σαφώς υψηλότερο κόστος αρχικής εγκατάστασης, καθώς περιλαμβάνει μεγαλύτερο αριθμό δένδρων ανά στρέμμα και μόνιμα συστήματα υποστύλωσης. Αντίθετα, η πυκνή φύτευση εγκαθίσταται με χαμηλότερες αρχικές δαπάνες. Η εικόνα διαφοροποιείται στο στάδιο της συγκομιδής. Στην υπερπυκνή φύτευση, η πλήρης εκμηχάνιση επιτρέπει τη συγκομιδή μεγάλων ποσοτήτων καρπού σε σύντομο χρόνο, μειώνοντας το κόστος συγκομιδής ανά κιλό. Στην πυκνή φύτευση, παρότι γίνεται χρήση μηχανικών μέσων, η συγκομιδή απαιτεί περισσότερα εργατικά και χρόνο, γεγονός που αυξάνει το σχετικό κόστος. Η διαφοροποίηση αυτή δείχνει ότι κάθε σύστημα μεταφέρει το κόστος σε διαφορετικό στάδιο της καλλιέργειας, στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί κατά τον σχεδιασμό μιας νέας φύτευσης.
5. Τεχνικοί και βιολογικοί περιορισμοί.
Η υπερπυκνή φύτευση προϋποθέτει τη χρήση ποικιλιών μειωμένης ζωηρότητας και μόνιμων συστημάτων υποστύλωσης, ενώ παρουσιάζει εντονότερα προβλήματα σκίασης, ανταγωνισμού και ασθενειών. Αντίθετα, η πυκνή φύτευση εμφανίζει λιγότερους τεχνικούς περιορισμούς, δεν απαιτεί νάνες ποικιλίες ούτε μόνιμη υποστύλωση και τα προβλήματα ανταγωνισμού εμφανίζονται σε μεταγενέστερο στάδιο και είναι ευκολότερα διαχειρίσιμα.
Τι να σταθμίσει ο παραγωγός πριν φυτέψει
Η επιλογή συστήματος φύτευσης δεν είναι μια απόφαση που βασίζεται μόνο στις αποδόσεις των πρώτων ετών. Παράγοντες όπως η διαθεσιμότητα νερού, το κόστος εγκατάστασης, η δυνατότητα μηχανικής υποστήριξης, αλλά και η διάρκεια ζωής του ελαιώνα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη συνολική εικόνα της εκμετάλλευσης.
Σε μια περίοδο που αρκετοί παραγωγοί σχεδιάζουν νέες φυτεύσεις ή αναδιάρθρωση των ελαιώνων τους, η προσεκτική αξιολόγηση των δεδομένων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας. Η επιλογή που γίνεται στην αρχή δεν επηρεάζει μόνο τα πρώτα χρόνια παραγωγής, αλλά διαμορφώνει το κόστος, το εισόδημα και τις απαιτήσεις της εκμετάλλευσης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ελιά είναι καλλιέργεια μακράς πνοής και οι αποφάσεις της πρώτης μέρας συχνά καθορίζουν το αποτέλεσμα για δεκαετίες.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 6/2009, Σ. Βέμμος, «Νεότερα συστήματα καλλιέργειας της ελιάς», σελ. 34-8