Νέα ανησυχία προκαλεί στους καστανοπαραγωγούς η εμφάνιση της μελάνωσης της καστανιάς σε αρκετές καστανοπαραγωγικές περιοχές, με παραγωγούς να αναφέρουν εκτεταμένες προσβολές και ξαφνικούς θανάτους δέντρων. Μεταξύ των περιοχών όπου καταγράφονται τέτοιες αναφορές είναι και η Θεσσαλία, όπου καστανοπαραγωγοί περιγράφουν περιπτώσεις στις οποίες η εικόνα φτάνει ακόμη και στη νέκρωση ολόκληρων πλαγιών. Το φαινόμενο, το οποίο συνδέεται με παθογόνα του εδάφους του γένους Phytophthora, παρακολουθείται από επιστήμονες και υπηρεσίες της Περιφέρειας, ενώ οι παραγωγοί ζητούν την επιστημονική καταγραφή της κατάστασης και την αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης.
«Ξαφνικοί θάνατοι δέντρων»: Η εικόνα των παραγωγών
Την εικόνα που επικρατεί στους καστανεώνες των Αμπελακίων στη Λάρισα μεταφέρει ο πρόεδρος του Νέου Αγροτικού Συνεταιρισμού Κάστανων Αμπελακίων και παραγωγός, κ. Ευθύμιος Καζαντζής, ο οποίος περιγράφει μια κατάσταση που, όπως λέει, εξελίχθηκε γρήγορα και σε ορισμένες περιπτώσεις αιφνιδιαστικά για τους παραγωγούς. Όπως σημειώνει, παρόμοιες ανησυχίες εκφράζονται και από παραγωγούς σε άλλες καστανοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας με τους οποίους βρίσκεται σε επικοινωνία, γεγονός που δείχνει ότι το ζήτημα της μελάνωσης απασχολεί ευρύτερα την καλλιέργεια της καστανιάς.
Όπως επισημαίνει, το πρόβλημα της μελάνωσης εμφανίστηκε έντονα σε ορισμένες περιοχές των καστανεώνων, ιδιαίτερα σε σημεία όπου υπήρχε γειτνίαση με δασικές εκτάσεις. «Το πρόβλημα ξεκίνησε από τα αγριόδασα, όπου υπήρχε ήδη η ασθένεια. Από εκεί πέρασε μέσα στα κτήματα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Καζαντζής, εξηγώντας ότι η μετάδοση φαίνεται να συνδέεται με τη μεταφορά νερού και την επαφή των καλλιεργούμενων εκτάσεων με μολυσμένες δασικές περιοχές. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκαν ιδιαίτερα σοβαρές ζημιές σε ορισμένες πλαγιές και κτήματα που δέχθηκαν μόλυνση. «Ειδικά στις πλαγιές που δέχθηκαν τη μόλυνση είχαμε μεγάλο πρόβλημα. Σε ένα κτήμα δέκα στρεμμάτων χάλασαν σχεδόν όλες οι καστανιές. Ήταν ξαφνικοί θάνατοι δέντρων», σημειώνει. Όπως προσθέτει, σε ορισμένες περιπτώσεις η εικόνα ήταν ακόμη πιο εκτεταμένη, με ολόκληρες πλαγιές και κτήματα δεκάδων στρεμμάτων να εμφανίζουν πολύ βαριά προσβολή, ενώ —όπως αναφέρει— έχουν καταγραφεί ακόμη και περιπτώσεις όπου πλαγιές περίπου 40 στρεμμάτων εμφανίζουν εκτεταμένη νέκρωση δέντρων.
Ο πρόεδρος του συνεταιρισμού περιγράφει ότι οι παραγωγοί διαπίστωσαν το πρόβλημα σταδιακά μέσα από την παρακολούθηση των δέντρων τους. «Πήγαμε σε τέσσερα σημεία για να δούμε την κατάσταση. Σε κάποια χωράφια που κοιτάξαμε, η προσβολή ήταν πολύ μεγάλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφηκαν επίπεδα προσβολής περίπου 20-27%, ενώ σε ένα σημείο η σήψη έφτανε ακόμη και το 100%», αναφέρει. Παράλληλα, όπως λέει, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν πρόκειται για μεγάλα, παλαιά δέντρα, τα οποία δεν χάνονται απλώς ως φυτικό κεφάλαιο, αλλά ως παραγωγικές μονάδες πολλών δεκαετιών. Ο ίδιος σημειώνει ότι, θεωρητικά, τα έντονα προσβεβλημένα δέντρα θα έπρεπε να κοπούν, να καούν επιτόπου και να ξεριζωθεί το ριζικό τους σύστημα ώστε να περιοριστεί η εξάπλωση της ασθένειας. Ωστόσο, όπως εξηγεί, κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη. «Ένα τέτοιο δέντρο μπορεί να είναι τέσσερις τόνοι ξύλο και άλλοι τέσσερις τόνοι η ρίζα του», επισημαίνει, τονίζοντας ότι η απομάκρυνση απαιτεί μηχανήματα, επιτόπια διαχείριση και σημαντικό επιπλέον κόστος. Όπως αναφέρει, σε πολλές περιπτώσεις τα προσβεβλημένα δέντρα παραμένουν στα χωράφια, ακριβώς επειδή η διαδικασία απομάκρυνσής τους δεν είναι εύκολα εφαρμόσιμη.
Επιπλέον, ο κ. Καζαντζής υπογραμμίζει ότι οι παραγωγοί αναγκάστηκαν να αναζητήσουν λύσεις μόνοι τους, ακόμη και εκτός Ελλάδας. «Εμείς κοιτάξαμε να βρούμε λύση μόνοι μας. Μέσα από επαφές με Ιταλούς που δουλεύουν στον χώρο της καστανιάς προσπαθήσαμε να δούμε τι συμβαίνει και πώς αντιμετωπίζεται», σημειώνει, προσθέτοντας ότι οι παραγωγοί αναζητούν τρόπους αντιμετώπισης της ασθένειας. Ο πρόεδρος τονίζει ότι στόχος των παραγωγών δεν είναι απλώς να καταγραφεί το πρόβλημα, αλλά να γίνει σωστή αποτύπωση της κατάστασης. «Δεν ζητάμε κάτι παράλογο. Αυτό που θέλουμε είναι να έρθουν να δουν το πρόβλημα όπως πραγματικά είναι», επισημαίνει. Τέλος, ο πρόεδρος του συνεταιρισμού υπογραμμίζει ότι το ζήτημα της μελάνωσης δεν αφορά μόνο μεμονωμένους παραγωγούς, αλλά συνολικά την καλλιέργεια της καστανιάς στην περιοχή. «Το πρόβλημα είναι πραγματικό και το βλέπουμε στα κτήματά μας. Γι’ αυτό θέλουμε να αναδειχθεί και να εξεταστεί σοβαρά», καταλήγει.
Η επιστημονική διάσταση της ασθένειας
Την επιστημονική εικόνα της μελάνωσης της καστανιάς δίνει η κα. Δρ Ελένη Τοπαλίδου, ερευνήτρια με αντικείμενο τη Δασική Παθολογία και Μυκητολογία στο Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, εξηγώντας στον ΑγροΤύπο, ότι η ασθένεια αποτελεί ένα σύνθετο φυτοπαθολογικό πρόβλημα που συνδέεται κυρίως με παθογόνα του εδάφους. Όπως επισημαίνει, η μελάνωση προκαλείται από ωομύκητες του γένους Phytophthora, οι οποίοι ζουν στο έδαφος και προσβάλλουν κυρίως το ριζικό σύστημα των φυτών. Μεταξύ των σημαντικότερων ειδών που έχουν συνδεθεί με την ασθένεια περιλαμβάνονται τα Phytophthora cambivora, Phytophthora cinnamomi, Phytophthora cactorum, Phytophthora cryptogea, Phytophthora citricola complex και Phytophthora plurivora.
Σύμφωνα με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή έρευνα, η ασθένεια δεν οφείλεται απαραίτητα σε ένα μόνο είδος παθογόνου. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να εμπλέκονται περισσότερα είδη Phytophthora ταυτόχρονα, γεγονός που καθιστά την επιδημιολογία της ασθένειας πιο σύνθετη. Η διασπορά των παθογόνων γίνεται κυρίως μέσω του νερού του εδάφους, της βροχής και της επιφανειακής απορροής, αλλά και μέσω της μεταφοράς μολυσμένου εδάφους, εργαλείων, γεωργικών μηχανημάτων ή φυτωριακού υλικού. Η παρουσία ευνοϊκών περιβαλλοντικών συνθηκών και ευπαθών φυτών μπορεί να διευκολύνει σημαντικά την εγκατάσταση της ασθένειας σε έναν καστανεώνα.
Πώς εκδηλώνεται η ασθένεια
Η μελάνωση προσβάλλει κυρίως το ριζικό σύστημα και τον λαιμό του δέντρου, προκαλώντας συμπτώματα τόσο στο υπόγειο όσο και στο υπέργειο τμήμα του φυτού. Στις ρίζες παρατηρείται σήψη των λεπτών ριζών, γεγονός που μειώνει την απορρόφηση νερού και θρεπτικών στοιχείων. Σταδιακά επέρχεται νέκρωση του ριζικού συστήματος και μεταχρωματισμός των ιστών σε καστανό έως μαύρο χρώμα.
Στον κορμό, κοντά στη βάση του δέντρου, εμφανίζονται νεκρωτικές περιοχές στον φλοιό, ενώ συχνά παρατηρείται έκκριση σκούρου υγρού από ρωγμές του φλοιού – χαρακτηριστικό σύμπτωμα που έδωσε και το όνομα στην ασθένεια. Σε προχωρημένα στάδια μπορεί να εμφανιστεί αποκόλληση του φλοιού και καταστροφή του καμβιακού ιστού. Στην κόμη του δέντρου παρατηρούνται χλώρωση των φύλλων, μειωμένη βλάστηση, μικροφυλλία και περιορισμένη παραγωγή καρπών. Συχνά εμφανίζεται πρόωρη φυλλόπτωση, μάρανση των φύλλων με χαρακτηριστική «κλαίουσα» εμφάνιση και προοδευτική ξήρανση κλάδων. Σε αρκετές περιπτώσεις οι αχινοί παραμένουν πάνω στο δέντρο κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τα συμπτώματα στο φύλλωμα εμφανίζονται συνήθως όταν η προσβολή του ριζικού συστήματος έχει ήδη προχωρήσει σημαντικά, ενώ σε προχωρημένα στάδια παρατηρείται γενική εξασθένηση και τελικά νέκρωση ολόκληρου του δέντρου.
Παράγοντες που ευνοούν την ασθένεια
Η ανάπτυξη και η εξάπλωση της μελάνωσης επηρεάζονται από έναν συνδυασμό περιβαλλοντικών και καλλιεργητικών παραγόντων. Η υψηλή εδαφική υγρασία θεωρείται ο σημαντικότερος παράγοντας ανάπτυξης της ασθένειας. Τα είδη του γένους Phytophthora μπορούν να επιβιώσουν στο έδαφος για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσω ανθεκτικών μορφών, όπως τα χλαμυδοσπόρια και τα ωοσπόρια. Υπό ευνοϊκές συνθήκες παράγουν ζωοσπόρια, τα οποία μετακινούνται μέσω του νερού του εδάφους και προσβάλλουν τις ρίζες των φυτών.
Ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες δημιουργούνται σε βαριά ή αργιλώδη εδάφη με κακή αποστράγγιση. Στο παρελθόν, η άρδευση με κατάκλιση θεωρούνταν σημαντικός παράγοντας διασποράς της ασθένειας. Ωστόσο, στους σύγχρονους καστανεώνες η πρακτική αυτή έχει σε μεγάλο βαθμό εγκαταλειφθεί.
Η θερμοκρασία παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην επιθετικότητα των παθογόνων. Για παράδειγμα, το Phytophthora cambivora αναπτύσσεται κυρίως σε θερμοκρασίες μεταξύ 15 και 25°C, ενώ το Phytophthora cinnamomi είναι θερμόφιλο είδος και εμφανίζει υψηλή δραστηριότητα σε θερμοκρασίες άνω των 25°C. Παράλληλα, έντονες βροχοπτώσεις, ήπιοι χειμώνες και θερμικά στρες μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της ασθένειας, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και η ανθρώπινη δραστηριότητα μέσω της μεταφοράς μολυσμένου φυτωριακού υλικού ή εδάφους.
Μέτρα πρόληψης και διαχείρισης
Όπως επισημαίνει η ερευνήτρια, η αντιμετώπιση της μελάνωσης βασίζεται κυρίως στην πρόληψη, καθώς η πλήρης εξάλειψη των παθογόνων από το έδαφος είναι πρακτικά αδύνατη. Ιδιαίτερη σημασία έχει η υγιεινή στις καλλιεργητικές εργασίες. Ο καθαρισμός εργαλείων και εξοπλισμού από χώμα και φυτικά υπολείμματα, η απολύμανση εργαλείων μετά από χρήση σε προσβεβλημένες περιοχές, καθώς και ο καθαρισμός υποδημάτων και γεωργικών μηχανημάτων μπορούν να περιορίσουν τη διασπορά του παθογόνου. Εξίσου σημαντική είναι η χρήση πιστοποιημένου φυτωριακού υλικού.
Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης τα καλλιεργητικά μέτρα που σχετίζονται με τη διαχείριση του νερού. Συνιστώνται καλή αποστράγγιση του εδάφους, αποφυγή υπερβολικής άρδευσης, χρήση στάγδην άρδευσης και αποφυγή στάσιμου νερού γύρω από τον κορμό των δέντρων.
Σε ερευνητικό επίπεδο έχουν μελετηθεί και βιολογικοί παράγοντες, όπως τα Trichoderma spp. και Pseudomonas fluorescens, οι οποίοι μπορούν να περιορίσουν την ανάπτυξη του παθογόνου μέσω ανταγωνισμού ή μέσω ενεργοποίησης των αμυντικών μηχανισμών του φυτού. Ωστόσο, οι μέθοδοι αυτές βρίσκονται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο και η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τις τοπικές συνθήκες.
Η ανάγκη για εθνική χαρτογράφηση της ασθένειας
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει μελετηθεί η χρήση φωσφονικών αλάτων (phosphonates) για την αντιμετώπιση της ασθένειας. Μία από τις μεθόδους εφαρμογής είναι η ενδοθεραπεία (trunk injection), δηλαδή η έγχυση της δραστικής ουσίας στον κορμό του δέντρου, ώστε να μεταφερθεί μέσω του αγγειακού συστήματος του φυτού.
Σε πειραματικές εφαρμογές έχουν αναφερθεί ενθαρρυντικά αποτελέσματα από τη χρήση potassium phosphite, ιδιαίτερα όσον αφορά την επιβράδυνση της εξέλιξης της ασθένειας. Ωστόσο, στην Ελλάδα η χρήση της μεθόδου αυτής δεν επιτρέπεται προς το παρόν, καθώς δεν υπάρχει ακόμη σχετικό θεσμικό πλαίσιο και επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση για τις συνθήκες εφαρμογής της.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κα. Τοπαλίδου επισημαίνει ότι η συστηματική χαρτογράφηση των ειδών Phytophthora αποτελεί βασικό εργαλείο για την κατανόηση της επιδημιολογίας της ασθένειας. Η δημιουργία ενός εθνικού συστήματος παρακολούθησης θα μπορούσε να συμβάλει στην καταγραφή της γεωγραφικής κατανομής των παθογόνων, στην αξιολόγηση του κινδύνου ανά περιοχή και στον σχεδιασμό πιο στοχευμένων στρατηγικών διαχείρισης των καστανεώνων.
Η εικόνα στη Θεσσαλία και οι κινήσεις της Περιφέρειας
Αναφορά στο πρόβλημα κάνει και ο Γενικός Διευθυντής της Γενικής Διεύθυνσης Περιφερειακής Αγροτικής Οικονομίας και Κτηνιατρικής Θεσσαλίας, κ. Δημήτριος Σταυρίδης, επισημαίνοντας ότι η μελάνωση έχει ήδη δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα σε καστανοπαραγωγικές περιοχές της Θεσσαλίας. Όπως αναφέρει, «η μελάνωση έχει δημιουργήσει προβλήματα στη Θεσσαλία, τουλάχιστον σημαντικά προβλήματα, ενώ από κάποιους αναφέρεται ότι μπορεί αυτή τη στιγμή να φτάνει ακόμη και στο 20% έως 30% των καστανοκαλλιεργειών».
Ο ίδιος σημειώνει ότι η Περιφέρεια βρίσκεται σε συνεργασία με επιστημονικούς φορείς για την αντιμετώπιση του προβλήματος. «Προσπαθούμε, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών αλλά και με άλλους ερευνητές, να προχωρήσουμε σε κάποιες εφαρμογές και να δούμε πώς μπορεί η Περιφέρεια να υλοποιήσει ένα σχετικό πρόγραμμα», αναφέρει. Παράλληλα, όπως τονίζει, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ενημερώσεις σε καστανοπαραγωγικές περιοχές. «Έχουμε κάνει ήδη ενημερώσεις σε χωριά, στη Ζαγορά, στην Τσαγκαράδα αλλά και στον Κίσσαβο».
Ο κ. Σταυρίδης υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση της ασθένειας πρέπει να γίνει συντονισμένα. «Θέλουμε να το δούμε και να το αντιμετωπίσουμε συνολικά, γιατί αν δεν αντιμετωπιστεί συνολικά — αν δηλαδή κάποιοι δεν εφαρμόσουν τα μέτρα — τότε επηρεάζονται και οι υπόλοιποι παραγωγοί».
Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες διαχείρισης της ασθένειας, επισημαίνει ότι η αντιμετώπιση εξαρτάται από το στάδιο της προσβολής. «Αν η κατάσταση είναι προχωρημένη, τότε τα δέντρα θα πρέπει να απομακρυνθούν. Αν όμως βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, μπορεί να γίνει εφαρμογή με ενέσιμες μορφές κατάλληλων ουσιών ώστε να περιοριστεί η ασθένεια». Όπως προσθέτει, η ίδια πρακτική μπορεί να εφαρμοστεί και προληπτικά. «Αντίστοιχη ενέσιμη μορφή μπορεί να εφαρμοστεί και στα υγιή δέντρα, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος εμφάνισης συμπτωμάτων».
Κλείνοντας, επισημαίνει ότι το κρίσιμο στοιχείο είναι η καθολική εφαρμογή των μέτρων. «Το σημαντικό, ανεξαρτήτως σκευάσματος, είναι να εφαρμοστεί καθολικά, ώστε να έχει νόημα και αποτέλεσμα».

