Το ευρύτομο της αμυγδαλιάς αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους εχθρούς της καλλιέργειας, καθώς μπορεί να προκαλέσει σημαντικές απώλειες παραγωγής όταν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα και σωστά. Στην περίοδο που διανύουμε, όπου η δραστηριότητα του εντόμου βρίσκεται σε εξέλιξη και οι αποφάσεις για τη φυτοπροστασία είναι καθοριστικές, οι παραγωγοί καλούνται να κινηθούν με ιδιαίτερη προσοχή.
Στο πλαίσιο αυτό, συνομιλήσαμε με τον κ. Ευθύμη Κασούμη, γεωπόνο, παραγωγό και πρόεδρο του Α.Σ. Αμυγδάλων και Ξηρών Καρπών Λαμίας «Almoland», μεταφέροντας την εικόνα από το πεδίο και αναδεικνύοντας τα κρίσιμα σημεία που καθορίζουν την ορθολογική αντιμετώπισή του.
Η δυσκολία αντιμετώπισης και τα κρίσιμα στάδια του εντόμου
Η καταπολέμηση του ευρύτομου της αμυγδαλιάς (Eurytoma amygdali) δεν είναι μια απλή διαδικασία, γεγονός που συνδέεται άμεσα με τα ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά του εντόμου. Τα θηλυκά ακμαία προσβάλλουν τους νεαρούς καρπούς, εναποθέτοντας τα αυγά μέσα στο ενδοσπέρμιο, ενώ η ανάπτυξη των προνυμφών πραγματοποιείται προστατευμένα στο εσωτερικό του καρπού, καθιστώντας την αντιμετώπιση ιδιαίτερα δύσκολη σε μεταγενέστερα στάδια.
Ο πρόεδρος επισημαίνει ότι η διαχείριση του εντόμου απαιτεί αυξημένη προσοχή από τους παραγωγούς, καθώς «έχουν καταργηθεί αρκετές δραστικές ουσίες, με αποτέλεσμα τα περιθώρια επιλογών να είναι πλέον περιορισμένα», γεγονός που δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο την αποτελεσματική αντιμετώπιση στο πεδίο.
Η δυσκολία εντοπίζεται επίσης στη μεγάλη παραλλακτικότητα που παρουσιάζει η περίοδος δραστηριότητας των ακμαίων. Η έναρξη της πτήσης μπορεί να διαφοροποιείται τόσο μεταξύ περιοχών όσο και μεταξύ ετών στην ίδια περιοχή, ενώ και η διάρκειά της δεν είναι σταθερή. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Κασούμης, «άλλη είναι η εικόνα από περιοχή σε περιοχή – η Λαμία με την Κοζάνη είναι μέρα με τη νύχτα», επιβεβαιώνοντας στην πράξη τις διαφοροποιήσεις που καταγράφονται στην εμφάνιση και εξέλιξη του εντόμου. Στόχος κάθε επέμβασης είναι σαφής: η έγκαιρη θανάτωση των ακμαίων πριν προλάβουν να ωοτοκίσουν στους νεαρούς καρπούς, καθώς μετά την εγκατάσταση της προνύμφης η αντιμετώπιση καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη.
Πότε ξεκινά η δραστηριότητα και πώς παρακολουθείται
Όπως προαναφέρθηκε, η εμφάνιση του εντόμου δεν είναι σταθερή και διαφοροποιείται ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χρονιάς. Ο γεωπόνος και παραγωγός κ. Κασούμης αναφέρει ότι η εμφάνιση των ενήλικων εντόμων μπορεί να «ξεκινήσει από τα τέλη Μαρτίου ή ακόμη και από τα μέσα Απριλίου», ενώ η διάρκεια της πτήσης ποικίλει (ενδεικτικά από 6 έως και 30 ημέρες), ανάλογα κυρίως με τις καιρικές συνθήκες.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει, στην πράξη ο χρόνος επέμβασης δεν καθορίζεται από συγκεκριμένες ημερομηνίες αλλά από το στάδιο της καλλιέργειας, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «ο κανόνας είναι μετά την ανθοφορία, όταν είναι καρπίδιο». Η εξέλιξη αυτή, όπως εξηγεί, εξαρτάται από τη χρονιά και την ποικιλία, κάτι που ερμηνεύει και τις διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται από περιοχή σε περιοχή.
Για τον λόγο αυτό, η παρακολούθηση του εντόμου αποτελεί βασικό εργαλείο για την ορθή χρονική τοποθέτηση των επεμβάσεων. Στην πράξη, οι παραγωγοί μπορούν να συλλέγουν προσβεβλημένους καρπούς και να τους τοποθετούν σε διαφανή γυάλινα ή πλαστικά δοχεία, τα οποία καλύπτονται με λεπτό ύφασμα και τοποθετούνται μέσα ή κοντά στην καλλιέργεια, προστατευμένα από τη βροχή. Από τα μέσα Μαρτίου έως τις αρχές Μαΐου, απαιτείται τακτικός έλεγχος ανά 2-3 ημέρες, ώστε να εντοπιστεί έγκαιρα η πρώτη έξοδος ακμαίων. Όπως περιγράφει ο ίδιος, «μόλις βλέπω μέσα στην παγίδα ότι έχουν βγει τα πρώτα ακμαία, δίνεται εντολή για ψεκασμό», αναδεικνύοντας τον καθοριστικό ρόλο της παρακολούθησης στην πράξη.
Ψεκασμοί και καλλιεργητικά μέτρα: Το «παράθυρο» που δεν πρέπει να χαθεί
Ο πρώτος ψεκασμός πρέπει να πραγματοποιείται άμεσα με την εμφάνιση των πρώτων ακμαίων. Οποιαδήποτε καθυστέρηση στην έναρξη των επεμβάσεων μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε σημαντική απώλεια της παραγωγής. Με βάση την εμπειρία από το πεδίο, ο κ. Κασούμης αναφέρει ότι συνήθως εφαρμόζεται «ένας πρώτος ψεκασμός και ένας επαναληπτικός περίπου μετά από μία εβδομάδα», δίνοντας μια πρακτική εικόνα της διαχείρισης, χωρίς αυτό να αποτελεί απόλυτο κανόνα. Παράλληλα, επισημαίνει μια σημαντική ιδιαιτερότητα του εντόμου, τονίζοντας ότι «ο ψεκασμός θα πρέπει να γίνει μέρα μεσημέρι, με ζέστη και ηλιοφάνεια», καθώς τότε τα ακμαία είναι ενεργά μέσα στον οπωρώνα, σε αντίθεση με συνθήκες ψύχους ή συννεφιάς όπου η δραστηριότητά τους περιορίζεται.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου εξόδου των ακμαίων, είναι απαραίτητο οι νεαροί καρποί να παραμένουν καλυμμένοι με εντομοκτόνο. Ο αριθμός των εφαρμογών δεν είναι σταθερός, αλλά εξαρτάται από τη διάρκεια της εξόδου των ακμαίων, τη διάρκεια δράσης του σκευάσματος, τις καιρικές συνθήκες, καθώς και από τη γρήγορη αύξηση της επιφάνειας των καρπών την περίοδο αυτή. Σύμφωνα με τον ίδιο, εφόσον έχει παρέλθει το κατάλληλο χρονικό διάστημα με βάση την παρακολούθηση του εντόμου, ο παραγωγός «ουσιαστικά χαλάει τα χρήματά του σε φυτοπροστατευτικά», κάτι που αναδεικνύει τη σημασία της σωστής χρονικής στόχευσης των επεμβάσεων.
Παράλληλα με τους ανοιξιάτικους ψεκασμούς, ιδιαίτερη σημασία έχει η εφαρμογή καλλιεργητικών μέτρων μετά τη συγκομιδή. Η επιμελής συλλογή και καταστροφή των προσβεβλημένων και μουμιοποιημένων καρπών, τόσο από τα δένδρα όσο και από το έδαφος, συμβάλλει καθοριστικά στη μείωση του πληθυσμού του εντόμου, το οποίο διαχειμάζει μέσα σε αυτούς και επανεμφανίζεται την επόμενη άνοιξη. Όπως τονίζει, η πρακτική αυτή αποδίδει «μόνο όταν εφαρμόζεται συντονισμένα από το σύνολο των παραγωγών μιας περιοχής», ενώ παράλληλα επισημαίνει τη σημασία της διατήρησης ενός αριθμού προσβεβλημένων καρπών σε δοχεία, ώστε να συνεχίζεται η παρακολούθηση της δραστηριότητας του εντόμου.