Η περίοδος συγκομιδής των υπαίθριων καρπουζιών βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη στις περισσότερες περιοχές της χώρας, με την εικόνα της αγοράς να διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με εκείνη που επικράτησε στα πρώιμα καρπούζια. Παρότι η φετινή καλλιεργητική περίοδος ξεκίνησε με ευνοϊκές προοπτικές για όσους κατάφεραν να παράγουν πρώιμο προϊόν, η αύξηση της προσφοράς από όλες σχεδόν τις παραγωγικές ζώνες της Ελλάδας ασκεί πλέον σημαντικές πιέσεις στις τιμές παραγωγού στα υπαίθρια.
Ο κ. Γιώργος Καλλιάνης, παραγωγός από την Κυπαρισσία με πολυετή εμπειρία στην καλλιέργεια του καρπουζιού, περιγράφει την εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στην αγορά και αναλύει τις απαιτήσεις μιας καλλιέργειας που εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες και τη συγκυρία της ζήτησης.
Τα πρώιμα καρπούζια ευνοήθηκαν από τις καιρικές συνθήκες
Σύμφωνα με τον κ. Καλλιάνη, τα πρώιμα καρπούζια κινήθηκαν φέτος σε καλύτερα επίπεδα συγκριτικά με προηγούμενες χρονιές, κυρίως λόγω των συνθηκών που επικράτησαν την άνοιξη. Οι συνεχείς βροχοπτώσεις και ο παρατεταμένος χειμώνας δυσχέραναν τις πρώιμες φυτεύσεις, με αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν λιγότερες εκτάσεις σε σχέση με άλλες χρονιές. Παράλληλα, όταν τα φυτά ξεσκεπάστηκαν και ξεκίνησε η καρπόδεση, οι συνθήκες αποδείχθηκαν ευνοϊκές, καθώς απουσίασαν οι ισχυροί άνεμοι που συνήθως προκαλούν τραυματισμούς στους καρπούς και υποβαθμίζουν την εμπορική τους αξία.
«Δεν μπόρεσαν να φυτευτούν πολλά καρπούζια νωρίς, γιατί έβρεχε συνεχώς και τα χωράφια ήταν λάσπη. Από την άλλη, όταν ξεσκεπάστηκαν τα φυτά, δεν είχε αέρα όπως άλλες χρονιές, οπότε η ποιότητα ήταν πολύ καλή και όσοι κατάφεραν να βγάλουν πρώιμο προϊόν πέτυχαν καλές τιμές», επισημαίνει.
Η αυξημένη προσφορά πιέζει πλέον τις τιμές στα υπαίθρια καρπούζια
Η εικόνα, ωστόσο, έχει πλέον αλλάξει. Όπως εξηγεί, αυτή την περίοδο συγκομίζουν σχεδόν όλες οι βασικές παραγωγικές περιοχές της χώρας, γεγονός που αυξάνει την προσφορά και ασκεί έντονες πιέσεις στην αγορά. «Τώρα βγάζει καρπούζια σχεδόν όλη η Ελλάδα. Όταν γεμίσουν οι αγορές με προϊόν, είναι πολύ δύσκολο να στηριχθούν οι τιμές, ειδικά αν δεν βοηθήσει και ο καιρός με υψηλές θερμοκρασίες ώστε να αυξηθεί η κατανάλωση», αναφέρει.
Αν και η δική του φετινή παραγωγή δεν έχει ακόμη μπει στη φάση της συγκομιδής, από την εικόνα που μεταφέρεται στην αγορά διαπιστώνει ήδη έντονη πίεση στις τιμές. Όπως σημειώνει, η ζήτηση παραμένει υποτονική, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις παραγωγοί επιλέγουν να μην προχωρήσουν καν στη συγκομιδή, καθώς το οικονομικό αποτέλεσμα δεν δικαιολογεί το επιπλέον κόστος.
«Όταν η τιμή είναι χαμηλή/ κιλό, δεν συμφέρει να τα κόψεις. Μόνο το κόστος συγκομιδής και φόρτωσης απορροφά σχεδόν όλη την τιμή», τονίζει χαρακτηριστικά. Όπως εξηγεί, μόνο το κόψιμο κοστίζει περίπου 1-1,5 λεπτό ανά κιλό, ενώ άλλα 3-4 λεπτά απαιτούνται για τη φόρτωση. Έτσι, πριν ακόμη συνυπολογιστούν τα έξοδα παραγωγής, άρδευσης, λίπανσης και φυτοπροστασίας, το άμεσο κόστος της συγκομιδής προσεγγίζει ήδη τα 5 λεπτά ανά κιλό.
Με τα σημερινά δεδομένα, οι τιμές παραγωγού για το καρπούζι διαμορφώνονται σε χαμηλά επίπεδα και διαφοροποιούνται ανάλογα με την περιοχή, κυμαινόμενες περίπου από 8 έως 15 λεπτά το κιλό. Ωστόσο, όπως τονίζει, στις περιπτώσεις όπου η τιμή πέφτει στα 7-10 λεπτά ανά κιλό, πολλοί παραγωγοί δυσκολεύονται ακόμη και να καλύψουν τα άμεσα έξοδα της συγκομιδής. Παράλληλα, εκτιμά ότι χωρίς κάποιο απρόβλεπτο γεγονός που θα ενισχύσει τη ζήτηση, δύσκολα θα σημειωθεί ουσιαστική ανάκαμψη των τιμών, καθώς η αγορά τροφοδοτείται πλέον ταυτόχρονα από πολλές παραγωγικές περιοχές της χώρας.
Οι απαιτήσεις της καλλιέργειας: νερό, ποιότητα και κόστος
Πέρα από την εικόνα της αγοράς, ο κ. Καλλιάνης αναφέρεται και στις καλλιεργητικές απαιτήσεις του καρπουζιού, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια καλλιέργεια με σημαντικές ανάγκες σε νερό, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της ανάπτυξης των καρπών. Όπως εξηγεί, η επαρκής άρδευση συμβάλλει καθοριστικά στην ομαλή ανάπτυξη της παραγωγής και στη διαμόρφωση του τελικού μεγέθους των καρπών, χωρίς όμως να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που καθορίζει τη γλυκύτητά τους.
«Το νερό επηρεάζει την παραγωγή και τις ποσότητες, όχι όμως τη γλυκύτητα του καρπουζιού», αναφέρει χαρακτηριστικά. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ποιότητα και η γεύση του καρπού επηρεάζονται κυρίως από την ποικιλία, το έδαφος, τις εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής και το γενικότερο περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η καλλιέργεια.
Αναφερόμενος συνολικά στις απαιτήσεις του καρπουζιού, εξηγεί ότι υπάρχει σαφής διαφοροποίηση μεταξύ των πρώιμων και των υπαίθριων καλλιεργειών. Τα πρώιμα καρπούζια, είτε καλλιεργούνται με χαμηλή κάλυψη είτε σε θερμοκήπιο, απαιτούν περισσότερες επεμβάσεις και αυξημένο κόστος παραγωγής, καθώς χρειάζονται τοποθέτηση και αφαίρεση καλυμμάτων, περισσότερα εργατικά, περισσότερα υλικά και έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από έντονους ανέμους ή χαλαζοπτώσεις.
Αντίθετα, τα υπαίθρια καρπούζια της περιόδου χαρακτηρίζονται από χαμηλότερο κόστος εγκατάστασης και διαχείρισης. Όπως σημειώνει, πρόκειται για μια καλλιέργεια που, σε σύγκριση με άλλες κηπευτικές, απαιτεί κυρίως σωστή άρδευση, λίπανση, ορισμένες φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και τη συγκομιδή, χωρίς όμως το ίδιο επίπεδο εργασίας και κινδύνου που έχουν τα πρώιμα σκεπαστά ή τα θερμοκηπιακά καρπούζια. «Δεν έχει τόσους πολλούς εχθρούς ούτε τόση δουλειά όσο, για παράδειγμα, η ντομάτα», σχολιάζει.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες στο καρπούζι, σε μια αγορά που δεν συγχωρεί
Ο κ. Καλλιάνης καλλιεργεί καρπούζι από το 1988 και, όπως λέει, η αβεβαιότητα αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης καλλιέργειας. Μέχρι πριν από δύο-τρία χρόνια καλλιεργούσε συστηματικά μεγάλες εκτάσεις. Ωστόσο, η έλλειψη εργατικού προσωπικού, οι αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις και οι οικονομικές απώλειες από την εμπορία του προϊόντος τον οδήγησαν να περιορίσει σημαντικά την καλλιέργεια.
«Σταμάτησα τα πολλά καρπούζια. Πλέον βάζω λίγα», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η περσινή χρονιά επιβεβαίωσε, όπως λέει, πόσο απρόβλεπτη μπορεί να αποδειχθεί η αγορά. Παρότι επένδυσε ξανά στην παραγωγή, τελικά δεν κατάφερε να διαθέσει ούτε ένα κιλό. «Δεν πουλήσαμε ούτε ένα κιλό. Τα πετάξαμε όλα – τόνους καρπούζια», σημειώνει, εξηγώντας ότι τα καρπούζια συγκομίστηκαν μέσα στον Αύγουστο, όταν η αγορά ήταν ήδη κορεσμένη. Παράλληλα, επρόκειτο κυρίως για μεγαλόκαρπες ποικιλίες, οι οποίες πλέον εμφανίζουν μικρότερη εμπορική ζήτηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Με αυτή την εμπειρία ως οδηγό, φέτος επέλεξε διαφορετική στρατηγική. Τα φυτά βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της ανάπτυξης και οι πρώτες κοπές αναμένονται στις αρχές Ιουλίου, ενώ η επιλογή του στράφηκε αποκλειστικά σε μικρόκαρπες ποικιλίες.«Παλιά ζητούσαν μεγάλα καρπούζια. Σήμερα ο καταναλωτής προτιμά τα μικρόκαρπα και γι' αυτό προσαρμοστήκαμε κι εμείς», επισημαίνει, εκτιμώντας ότι με αυτόν τον τρόπο ανταποκρίνεται καλύτερα στις σημερινές απαιτήσεις της αγοράς.
Παρά την πολυετή εμπειρία του, θεωρεί ότι η εμπορία του καρπουζιού εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο απρόβλεπτες πτυχές της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί, ακόμη και λίγες ημέρες διαφορά στη φύτευση μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές, καθώς ένας ισχυρός άνεμος την κατάλληλη στιγμή μπορεί να υποβαθμίσει μια παραγωγή, ενώ μια γειτονική καλλιέργεια που παραμένει ακόμη προστατευμένη να αποκτήσει τελικά πλεονέκτημα στην αγορά. «Είναι σαν να παίζεις χαρτιά. Καλλιεργείς πέντε ή έξι μήνες για να πουλήσεις μία ημέρα. Αν εκείνη την ημέρα κάνει ζέστη και υπάρχει ζήτηση, θα πληρωθείς καλά. Αν βρέχει ή δεν κινείται η αγορά, μπορεί να μείνεις με τα καρπούζια στο χωράφι», τονίζει.
Όπως προσθέτει, αυτή η αβεβαιότητα χαρακτηρίζει διαχρονικά την καλλιέργεια. «Συνήθως μία χρονιά μπαίνεις μέσα, μία χρονιά βγαίνεις ίσα-ίσα και μία χρονιά ίσως καταφέρεις να κερδίσεις», αναφέρει, συνοψίζοντας την πραγματικότητα που βιώνουν πολλοί παραγωγοί.



