Με μέτριο πρόσημο ολοκληρώθηκε η φετινή περίοδος για το όψιμο καρπούζι στην Τριφυλία. Οι υψηλές θερμοκρασίες επηρέασαν την εξέλιξη των φυτών και τις τελικές αποδόσεις, ενώ στην αγορά καταγράφηκαν διακυμάνσεις στις τιμές και στη ζήτηση.
Όπως εξηγεί ο κ. Παρασκευόπουλος, η καλλιέργεια του όψιμου καρπουζιού έχει πλέον ολοκληρωθεί στην περιοχή, με τους παραγωγούς να στρέφονται στις εργασίες που ακολουθούν μετά το τέλος της συγκομιδής.
Περίπου 1.000–1.200 στρέμματα και μέση απόδοση στους 5 τόνους
Οι εκτάσεις του όψιμου καρπουζιού αντιστοιχούν περίπου στο 30% των εκτάσεων του πρώιμου καρπουζιού της Τριφυλίας, το οποίο, σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο, είναι το πρωιμότερο στην Ευρώπη. Ανάλογα με τη χρονιά, οι εκτάσεις του όψιμου καρπουζιού διαμορφώνονται περίπου στα 1.000–1.500 στρέμματα, ενώ φέτος κυμάνθηκαν στα 1.000–1.200 στρέμματα.
Η εξέλιξη της καλλιέργειας επηρεάστηκε σημαντικά από τις υψηλές θερμοκρασίες, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις να παραμείνουν σε μέτρια επίπεδα. Η μέση στρεμματική απόδοση διαμορφώθηκε περίπου στους 5 τόνους.
«Οι αποδόσεις ήταν μέτριες και αυτό οφείλεται κυρίως στις υψηλές θερμοκρασίες που υπήρχαν στην περιοχή, καθώς τα φυτά σε τέτοιες συνθήκες δεν αποδίδουν στο άριστο», επισημαίνει ο κ. Παρασκευόπουλος. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού παρουσιάστηκαν επίσης προβλήματα από ωίδιο, καθώς και από τετράνυχους και αφίδες. Όπως αναφέρει ο κ. Παρασκευόπουλος, οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν τους εντομολογικούς εχθρούς.
Από 15 έως 25 λεπτά οι τιμές – Στα 20–22 λεπτά ο μέσος όρος
Στο εμπορικό σκέλος, το ενδιαφέρον διαφοροποιήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάλογα με τον τύπο του καρπουζιού. Στην αρχή υπήρξε ενδιαφέρον για τα μεγάλα οβάλ καρπούζια, τις λεγόμενες «μπουκάλες», ενώ στη συνέχεια το ενδιαφέρον στράφηκε στα στρογγυλά.
Οι τιμές παρουσίασαν διακυμάνσεις, κινούμενες από τα 15 έως τα 25 λεπτά το κιλό, με τη μέση τιμή να διαμορφώνεται περίπου στα 20–22 λεπτά το κιλό. «Ανάλογα με τη ζήτηση, άλλοτε υπήρχε καλύτερη τιμή για τα στρογγυλά καρπούζια και άλλοτε για τα μεγαλόκαρπα, τις “μπουκάλες”», αναφέρει ο κ. Παρασκευόπουλος, συνοψίζοντας τη συνολική εικόνα της περιόδου ως μια μέτρια χρονιά.
Υψηλές θερμοκρασίες και ποσότητες που έμειναν στο χωράφι
Οι υψηλές θερμοκρασίες δημιούργησαν πρόσθετες δυσκολίες όταν οι καρποί βρίσκονταν κοντά στη συγκομιδή. Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο, οι παραγωγοί έλαβαν μέτρα προστασίας, καλύπτοντας τους καρπούς με ειδικά υλικά, προκειμένου να περιορίσουν τον κίνδυνο εγκαυμάτων.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο σε θερμοκρασίες της τάξης των 33–35°C και ακόμη υψηλότερες, ιδιαίτερα όταν τα καρπούζια είναι ήδη ώριμα και δεν συγκομίζονται και διατίθενται εγκαίρως. Σε αυτές τις συνθήκες μπορούν να εμφανιστούν εγκαύματα στους καρπούς, τα οποία μειώνουν την εμπορική τους αξία ή μπορεί να τους καταστήσουν μη εμπορεύσιμους.
Παράλληλα, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες μέρος της παραγωγής παρέμεινε τελικά στο χωράφι. Όπως εξηγεί ο κ. Παρασκευόπουλος, υπήρχαν φορές που οι παραγωγοί δεν προλάβαιναν να συγκομίσουν εγκαίρως, ενώ η ζήτηση δεν ήταν τέτοια ώστε να μπορεί να διατεθεί το σύνολο της παραγωγής.
Όπως σημειώνει, καρπούζι παράγεται σε πολλές περιοχές της χώρας, από τη Νότια Ελλάδα έως τη Θεσσαλία, τη Θήβα, την Κεντρική Μακεδονία και την Καβάλα, με αποτέλεσμα η συνολική προσφορά του προϊόντος να είναι πολύ μεγάλη.
Το όψιμο καρπούζι συμπληρώνει το εισόδημα – Οι εργασίες μετά τη συγκομιδή
Το όψιμο καρπούζι λειτουργεί συμπληρωματικά για το εισόδημα των εκμεταλλεύσεων της περιοχής. Όπως εξηγεί ο κ. Παρασκευόπουλος, όταν η πρόσοδος από την πρώιμη καλλιέργεια δεν είναι η αναμενόμενη και η πρώιμη περίοδος δεν εξελίσσεται ικανοποιητικά, οι παραγωγοί αξιοποιούν εκ νέου τα ίδια χωράφια για την καλλιέργεια όψιμου, καλοκαιρινού καρπουζιού.
«Οι παραγωγοί αναγκάζονται στα ίδια χωράφια να ξανακαλλιεργήσουν όψιμο καλοκαιρινό καρπούζι, ώστε να μπορέσουν να συμπληρώσουν το εισόδημά τους και να είναι βιώσιμη η γεωργική τους εκμετάλλευση», τονίζει. Όπως αναφέρει, η πρακτική αυτή εφαρμόζεται επί σειρά ετών, ενώ η προετοιμασία και η βασική λίπανση που έχουν ήδη γίνει, καθώς και ο διαθέσιμος εξοπλισμός και οι υποδομές, αξιοποιούνται από τους παραγωγούς και για το όψιμο καρπούζι.
Με τη συγκομιδή να έχει πλέον ολοκληρωθεί και να μην υπάρχουν καρπούζια στα χωράφια της περιοχής, οι παραγωγοί προχωρούν στον καθαρισμό τους και στη συνέχεια σε οργώματα, ώστε το έδαφος να παραμείνει εκτεθειμένο στον ήλιο και στις βροχοπτώσεις του φθινοπώρου, οι οποίες, όπως αναφέρει, είναι αρκετές στην περιοχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, με τις συγκεκριμένες πρακτικές αντιμετωπίζονται παράλληλα και άλλα προβλήματα στο χωράφι.
Παράλληλα, ορισμένοι παραγωγοί εφαρμόζουν αμειψισπορά, καλλιεργώντας κυρίως φυλλώδη λαχανικά ή σταυρανθή, ώστε να αντιμετωπίσουν προβλήματα από παθογόνα του εδάφους και να μειώσουν την πίεση του μολύσματος ενόψει της νέας καλλιεργητικής περιόδου.



