Η καλλιέργεια της μηδικής βρίσκεται αυτή την περίοδο σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στάδιο, καθώς έχει ξεκινήσει η δεύτερη κοπή, η οποία θεωρείται από τις σημαντικότερες της χρονιάς για την παραγωγή ποιοτικής ζωοτροφής. Την ίδια στιγμή, οι συνεχείς εναλλαγές του καιρού και οι συχνές βροχοπτώσεις έχουν δημιουργήσει προβληματισμό στους παραγωγούς, καθώς επηρεάζουν άμεσα τόσο τη συγκομιδή όσο και την ποιότητα του τελικού προϊόντος.
Για να αποτυπώσουμε την εικόνα που επικρατεί σήμερα στη μηδική, αλλά και τις προοπτικές της αγοράς για τους επόμενους μήνες, επικοινωνήσαμε με τον αντιπρόεδρο του Συνεταιρισμού Αγροτών Θεσσαλίας ΘΕΣγη, κ. Βαγγέλη Παναγιώτου. Ο συνεταιρισμός διαχειρίζεται περίπου 5.000 στρέμματα μηδικής, αποτελώντας έναν από τους σημαντικότερους οργανωμένους φορείς παραγωγής και διακίνησης του προϊόντος στην περιοχή.
Το δεύτερο χέρι και οι καιρικές πιέσεις
Ο αντιπρόεδρος του ΘΕΣγη εμφανίζεται προβληματισμένος για την επίδραση του φετινού καιρού στην ποιότητα της παραγωγής. Η υγρή άνοιξη και οι συχνές βροχοπτώσεις έχουν δημιουργήσει προβλήματα σε πολλές καλλιέργειες της Θεσσαλίας, από τα σιτηρά μέχρι τη ρίγανη και τη μηδική. Όπως αναφέρει, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν αφορά την ύπαρξη ποσοτήτων στην αγορά, αλλά τη διαθεσιμότητα πραγματικά ποιοτικής μηδικής.
Παράλληλα, η φετινή δεύτερη κοπή βρίσκεται ακόμη σε πολύ πρώιμο στάδιο, καθώς οι καιρικές συνθήκες δεν έχουν επιτρέψει σε πολλούς παραγωγούς να προχωρήσουν με τον προγραμματισμό τους. «Έχει ξεκινήσει η κοπή του δεύτερου χεριού, αλλά μιλάμε για πολύ μικρά ποσοστά ακόμη», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι συνεχείς εναλλαγές του καιρού δυσκολεύουν σημαντικά τις εργασίες συγκομιδής.
«Καλή μηδική θα υπάρχει. Το θέμα είναι πόσα από αυτά τα τεμάχια θα είναι πραγματικά ποιοτικά», σημειώνει. Ο ίδιος εκτιμά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα φέτος αφορά ακριβώς το ποιοτικό τριφύλλι. Οι συνεχείς μεταβολές του καιρού έχουν περιορίσει τα διαθέσιμα χρονικά παράθυρα συγκομιδής, με αποτέλεσμα, όπως αναφέρει, το κρίσιμο δεύτερο χέρι να έχει ήδη επηρεαστεί σημαντικά σε αρκετές περιπτώσεις. «Το τριφύλλι πρέπει να κοπεί μέχρι τις 30 ημέρες. Αν φτάσει στις 40 ημέρες, χάνει φύλλα, ξυλοποιείται και υποβαθμίζεται ποιοτικά», επισημαίνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το δεύτερο χέρι θεωρείται παραδοσιακά το πιο σημαντικό από πλευράς διατροφικής αξίας. Ενώ το πρώτο χέρι συνήθως χρησιμοποιείται περισσότερο για συντήρηση των ζώων, οι κοπές από το δεύτερο έως και το τέταρτο χέρι αποτελούν τη βασική πηγή αποθεμάτων για τους κτηνοτρόφους. «Από το δεύτερο μέχρι το τέταρτο χέρι ψωνίζεις από το πάνω ράφι», αναφέρει χαρακτηριστικά, θέλοντας να δείξει τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των κοπών ως προς τη διατροφική τους αξία.
Για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που προκαλεί ο καιρός, αρκετοί παραγωγοί εξετάζουν εναλλακτικές λύσεις όπως το ενσίρωμα. Ο κ. Παναγιώτου αναφέρει ότι έχει ήδη επενδύσει σε ειδική πρέσα ενσιρώματος, ώστε να μπορεί να συγκομίζει όταν οι καιρικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την παραγωγή ξηρής μηδικής. Ωστόσο, διευκρινίζει ότι η διάθεση του ενσιρώματος απαιτεί εξοπλισμένες κτηνοτροφικές μονάδες και ειδικά μηχανήματα διαχείρισης, γεγονός που περιορίζει σημαντικά το πελατολόγιο.
Η ποιότητα αποτυπώνεται κυρίως στην περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη. Όπως εξηγεί, επίπεδα άνω του 18% θεωρούνται ιδιαίτερα υψηλά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να ξεπεράσουν ακόμη και το 20%, ανάλογα με το έδαφος και τη διαχείριση της καλλιέργειας. «Ένα τριφύλλι μπορεί να φαίνεται εξαιρετικό στο μάτι και να έχει 10-12% πρωτεΐνη, ενώ ένα άλλο να μην εντυπωσιάζει οπτικά αλλά να φτάνει το 18-20%», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική αξία του προϊόντος αποκαλύπτεται μόνο μέσω αναλύσεων.
Μια απαιτητική καλλιέργεια που δεν συγχωρεί λάθη
Η μηδική συγκαταλέγεται στις πιο απαιτητικές καλλιέργειες της ελληνικής γεωργίας, τόσο από πλευράς εισροών όσο και από πλευράς διαχείρισης. Οι κοπές πραγματοποιούνται συνήθως κάθε 28 έως 30 ημέρες, ενώ σε πολλές περιπτώσεις απαιτούνται τρία ποτίσματα σε κάθε κύκλο παραγωγής. Παράλληλα, ο παραγωγός πρέπει να διαθέτει εξειδικευμένο μηχανολογικό εξοπλισμό, όπως κοπτικά, γυριστικά και πρέσες, ενώ ο ΘΕΣγη χρησιμοποιεί ακόμη και πρέσες με υγρασιόμετρα για τον συνεχή έλεγχο της υγρασίας του προϊόντος.
«Μπορεί να έχεις βγάλει ένα τέλειο προϊόν και να το χάσεις στη δεματοποίηση», επισημαίνει ο κ. Παναγιώτου, υπογραμμίζοντας ότι το κρίσιμο σημείο είναι η ισορροπία μεταξύ ξήρανσης και υγρασίας. Από τη στιγμή που θα κοπεί η μηδική, συνήθως απαιτούνται 4 έως 5 ημέρες μέχρι τη δεματοποίηση, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, μια ξαφνική βροχή μπορεί να ανατρέψει πλήρως τον προγραμματισμό και να οδηγήσει σε σημαντική υποβάθμιση της ποιότητας. «Αν σήμερα πρέπει να δεθεί σε μπάλες, πρέπει να γίνει σήμερα. Αν πάει αύριο, το παιχνίδι μπορεί να έχει χαθεί», τονίζει χαρακτηριστικά.
Το υψηλό κόστος παραγωγής αποτελεί ακόμη μία πρόκληση. Όπως αναφέρει, η καλλιέργεια απαιτεί σημαντικές δαπάνες τόσο για τα λιπάσματα όσο και για τις μηχανικές εργασίες, ενώ χρησιμοποιούνται εξειδικευμένες εισροές και σύγχρονος εξοπλισμός. Παράλληλα, η αγορά ζητά ολοένα και περισσότερο προϊόντα υψηλών προδιαγραφών, καθώς οι κτηνοτρόφοι αναζητούν ζωοτροφές που θα τους βοηθήσουν να βελτιώσουν τις αποδόσεις των εκτροφών τους.
Η ποιότητα δεν ξεκινά στην πρέσα αλλά στο χωράφι
Όπως εξηγεί ο κ. Παναγιώτου, η παραγωγή ποιοτικής μηδικής δεν είναι αποτέλεσμα μίας μόνο σωστής ενέργειας, αλλά μιας αλυσίδας αποφάσεων που ξεκινά από την εγκατάσταση της καλλιέργειας. Η διαδικασία αρχίζει με την εδαφολογική ανάλυση, ώστε να είναι γνωστές οι ανάγκες του χωραφιού και να σχεδιαστεί σωστά η λίπανση. Ακολουθούν η αντιμετώπιση των ζιζανίων, τα σωστά ποτίσματα και η συνεχής παρακολούθηση της φυτείας από τους γεωπόνους του συνεταιρισμού. Όπως αναφέρει, τα μέλη του Α.Σ. παρακολουθούνται σε όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου, με τακτικές επισκέψεις στα χωράφια, αξιολόγηση της κατάστασης των φυτών και παρεμβάσεις όπου απαιτείται.
«Κάθε δέκα περίπου μέρες περνά γεωπόνος από το χωράφι», αναφέρει, προσθέτοντας ότι όταν χρειάζεται γίνονται στοχευμένες παρεμβάσεις είτε για εντομολογικά προβλήματα είτε για την τόνωση της καλλιέργειας μέσω διαφυλλικών εφαρμογών. Η παρακολούθηση, ωστόσο, δεν σταματά στο στάδιο ανάπτυξης της φυτείας. Όταν πλησιάζει η συγκομιδή, η κοπή πραγματοποιείται παρουσία γεωπόνου του συνεταιρισμού, ενώ ακολουθεί έλεγχος σε όλα τα στάδια μέχρι τη δεματοποίηση. Παρακολουθείται το γύρισμα της μηδικής, η ξήρανση και ο χρόνος δεματοποίησης, ώστε το τελικό προϊόν να αποκτήσει υπεραξία και να μην παρουσιάζει αυξημένη υγρασία. «Αυτό που θα αποθηκεύσουμε θα μετριέται μπάλα-μπάλα», τονίζει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας τη σημασία του ποιοτικού ελέγχου.
Καθοριστικό σημείο αποτελεί ο χρόνος της κοπής. Σύμφωνα με τα δεδομένα που αξιοποιεί ο συνεταιρισμός σε συνεργασία με ειδικούς στη διατροφή των ζώων, η μηδική εμφανίζει τα καλύτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά όταν συγκομίζεται μέχρι περίπου το 10% της ανθοφορίας της. Σε αυτό το στάδιο επιτυγχάνονται υψηλότερα επίπεδα πρωτεΐνης και καλύτερη πεπτικότητα, δύο χαρακτηριστικά που επηρεάζουν άμεσα την αξία της ζωοτροφής.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας αναβάθμισης του προϊόντος, ο ΘΕΣγη αναπτύσσει νέο μοντέλο αποθήκευσης και διαχείρισης της παραγωγής στις εγκαταστάσεις του στη Λάρισα, με στόχο τη διάθεση ποιοτικής μηδικής καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Η βασική φιλοσοφία είναι η ταξινόμηση της παραγωγής σε τρεις διακριτές ποιοτικές κατηγορίες: ανώτερη, μεσαία και χαμηλότερη ποιότητα. Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα η τιμή να μην καθορίζεται αποκλειστικά από τα κιλά, αλλά και από ποιοτικούς δείκτες όπως η πρωτεΐνη και η πεπτικότητα.
«Θέλουμε να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου η τιμή θα διαμορφώνεται και με βάση την πρωτεΐνη και την πεπτικότητα του προϊόντος», τονίζει. Η προσπάθεια αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάδειξη των πραγματικών ποιοτικών χαρακτηριστικών της μηδικής. Όπως σημειώνει, μπορεί δύο προϊόντα να φαίνονται σχεδόν ίδια οπτικά, ωστόσο να διαφέρουν σημαντικά στη διατροφική τους αξία. Αυτός είναι και ο λόγος που ο συνεταιρισμός επιδιώκει τη σύνδεση της τιμής με τα πραγματικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και όχι μόνο με το βάρος του προϊόντος. Πρόκειται, όπως επισημαίνει, για πρακτική που εφαρμόζεται διεθνώς και μπορεί να αναδείξει την πραγματική αξία της ποιοτικής μηδικής, επιβραβεύοντας όσους επενδύουν στη σωστή διαχείριση της καλλιέργειας.
Η αγορά παραμένει αβέβαιη
Παρά τη διαχρονική σημασία της μηδικής για την κτηνοτροφία, ο κ. Παναγιώτου εμφανίζεται επιφυλακτικός ως προς την εξέλιξη της αγοράς. Όπως υπενθυμίζει, η περσινή χρονιά άφησε αρνητικό αποτύπωμα σε αρκετούς παραγωγούς της Θεσσαλίας, καθώς οι περιορισμοί που συνδέθηκαν με την ευλογιά των αιγοπροβάτων δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στη διάθεση του προϊόντος.
Το αποτέλεσμα ήταν αρκετές ποσότητες να μείνουν απούλητες, γεγονός που αποθάρρυνε μέρος των παραγωγών. Όπως αναφέρει, υπάρχουν περιπτώσεις εκμεταλλεύσεων που εγκατέλειψαν πλήρως τη μηδική, ενώ άλλοι εξετάζουν το ενδεχόμενο στροφής προς τη σποροπαραγωγή.
Παράλληλα, τα μηνύματα που λαμβάνει σήμερα από την αγορά δεν επιτρέπουν ασφαλείς εκτιμήσεις για την πορεία της χρονιάς. Όπως σημειώνει, προς το παρόν δεν διαπιστώνεται ιδιαίτερη κινητικότητα στη ζήτηση, ενώ οι εξελίξεις επηρεάζονται από μια σειρά παραγόντων που παραμένουν ανοιχτοί. Την ίδια στιγμή, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να αυξηθούν οι ανάγκες για ζωοτροφές το επόμενο διάστημα, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις οι περιορισμοί στη βόσκηση αναγκάζουν τις κτηνοτροφικές μονάδες να βασίζονται περισσότερο σε αποθηκευμένες ζωοτροφές.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η φετινή χρονιά ενδέχεται να χαρακτηρίζεται από επάρκεια ποσοτήτων αλλά όχι απαραίτητα από επάρκεια ποιοτικού προϊόντος, καθώς ο καιρός έχει επηρεάσει σημαντικά το κρίσιμο δεύτερο χέρι. Παρά τις δυσκολίες που δημιουργούν οι καιρικές συνθήκες και η αβεβαιότητα της αγοράς, ο κ. Παναγιώτου εκτιμά ότι η ποιοτική μηδική θα συνεχίσει να έχει ζήτηση.
«Το ποιοτικό πάντα θα πουληθεί», καταλήγει, συμπυκνώνοντας σε μία φράση το βασικό μήνυμα για τους παραγωγούς που επιμένουν να επενδύουν στην ποιότητα.