Το λαθούρι μπορεί να μη συγκαταλέγεται στις περισσότερο γνωστές καλλιέργειες της χώρας, όμως το προϊόν που προκύπτει από την επεξεργασία του είναι ιδιαίτερα οικείο στους καταναλωτές, καθώς αποτελεί την πρώτη ύλη για την παραγωγή της φάβας. Πρόκειται για ένα ψυχανθές χαμηλών εισροών, με σημαντικό ρόλο στα συστήματα αμειψισποράς.
Για την πορεία της φετινής καλλιεργητικής περιόδου, τις δυσκολίες που τη χαρακτήρισαν, αλλά και τις προοπτικές της καλλιέργειας, μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Θεστό, κ. Α. Μπασινός. Η φετινή χρονιά ολοκληρώθηκε με ανάμεικτα αποτελέσματα. Οι έντονες βροχοπτώσεις και η υπερβολική βλαστική ανάπτυξη προκάλεσαν εκτεταμένο πλάγιασμα, δυσχεραίνοντας σημαντικά τη συγκομιδή. Παρ' όλα αυτά, οι αποδόσεις κρίθηκαν ικανοποιητικές για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια.
Μια καλλιέργεια χαμηλών απαιτήσεων με σημαντική θέση στην αμειψισπορά
Όπως εξηγεί ο γεωπόνος, το λαθούρι είναι μια καλλιέργεια «μέτρια σε απαιτήσεις», με περιορισμένες έως, κατά περίπτωση, ελάχιστες εισροές. Για τον λόγο αυτό, οι παραγωγοί δεν επιλέγουν συνήθως να το εγκαταστήσουν στα πιο γόνιμα χωράφια τους, αλλά προτιμούν φτωχότερα ή δυσκολότερα αγροτεμάχια, ακόμη και εκτάσεις με κλίση, όπου άλλες καλλιέργειες θα ήταν πιο δύσκολο να αποδώσουν.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι το λαθούρι δεν συγκαταλέγεται στις περισσότερο κερδοφόρες καλλιέργειες και ότι το οικονομικό του περιθώριο είναι περιορισμένο. Η αξία του, ωστόσο, αποτιμάται κυρίως μέσα στο σύστημα αμειψισποράς, όπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην εναλλαγή με τα σιτηρά, αντί του βίκου ή άλλου ψυχανθούς, συμβάλλοντας στη διακοπή της μονοκαλλιέργειας και στη βελτίωση του εδάφους. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, «θα αποδώσει στο άθροισμα της διετίας», καθώς η ένταξή του στην αμειψισπορά μπορεί να ανανεώσει το χωράφι και να λειτουργήσει προς όφελος τόσο της επόμενης καλλιέργειας όσο και του συνολικού οικονομικού αποτελέσματος του παραγωγού.
Η σπορά πραγματοποιείται συνήθως από τα τέλη Δεκεμβρίου έως τις αρχές Φεβρουαρίου, ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν. Φέτος, τα πρώτα αγροτεμάχια σπάρθηκαν στα τέλη του 2025 και ακολούθησαν σταδιακά οι υπόλοιπες εκτάσεις έως τις 20-25 Ιανουαρίου. Σύμφωνα με την προσωπική του εμπειρία από την καλλιέργεια, ο γεωπόνος θα επέλεγε να πραγματοποιήσει τη σπορά ακόμη και έως τις αρχές Φεβρουαρίου.
Κατά την καρδιά του χειμώνα, το φύτρωμα μπορεί να εμφανιστεί καθυστερημένο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, με τα φυτά να εμφανίζονται περίπου είκοσι ημέρες μετά τη σπορά. «Περιορισμό πέραν του συνηθισμένου δεν είχαμε», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η φετινή εγκατάσταση της καλλιέργειας εξελίχθηκε στα αναμενόμενα επίπεδα.
Όσον αφορά τη βασική λίπανση, συνήθως δεν πραγματοποιούνται εφαρμογές, καθώς το λαθούρι είναι ψυχανθές και δεσμεύει άζωτο, με αποτέλεσμα η αζωτούχος λίπανση να θεωρείται περιττή σε αρκετές περιπτώσεις. Μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου ολοκληρώθηκε και η αντιμετώπιση των στενόφυλλων και πλατύφυλλων ζιζανίων.
Έντονη βλαστική ανάπτυξη και εκτεταμένο πλάγιασμα χαρακτήρισαν τη φετινή χρονιά
Το βασικό χαρακτηριστικό της φετινής καλλιεργητικής περιόδου ήταν, σύμφωνα με τον γεωπόνο, η υπερβολική βλαστική ανάπτυξη των φυτών. Όπως εξηγεί, τα περισσότερα λαθούρια άρχισαν να δένουν λοβούς από ύψος περίπου 50 εκατοστών και πάνω, γεγονός που συνέβαλε στο πρόωρο πλάγιασμα.
Τα πρώτα σημάδια πλαγιάσματος εμφανίστηκαν ήδη από τον Απρίλιο. Οι έντονες βροχοπτώσεις της άνοιξης ευνόησαν την υπερβολική βλαστική ανάπτυξη, ενώ οι βροχές που ακολούθησαν στις αρχές του καλοκαιριού επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. «Φέτος ειδικά η πλειοψηφία των λαθουριών είχε πλαγιάσει», σημειώνει, χαρακτηρίζοντας την εικόνα αποτέλεσμα ενός «συνονθυλεύματος παραγόντων», με κυριότερους τις βροχές και τη μεγάλη ανάπτυξη των φυτών.
Με βάση τη φετινή εμπειρία, επισημαίνει ότι η όψιμη σπορά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να αποδειχθεί ευνοϊκή σε γόνιμα χωράφια, εφόσον χρησιμοποιηθούν και οι κατάλληλες ποσότητες σπόρου, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος πλαγιάσματος.
Όσον αφορά τη φυτοπροστασία, προληπτικός ψεκασμός πραγματοποιείται από την άνθηση έως το στάδιο σχηματισμού των λοβών, κυρίως στις καλλιέργειες με ιδιαίτερα έντονη βλαστική ανάπτυξη, όπου η πυκνή βλάστηση δυσχεραίνει τον αερισμό και τον φωτισμό του φυλλώματος.
Δύσκολη συγκομιδή, αλλά ικανοποιητικές αποδόσεις
Η συγκομιδή στον Συνεταιρισμό πραγματοποιήθηκε από τα τέλη Ιουνίου έως τις αρχές Ιουλίου, με διάρκεια περίπου 10-15 ημερών, ανάλογα με την περιοχή. Ωστόσο, η διαδικασία αποδείχθηκε ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς το εκτεταμένο πλάγιασμα των φυτών δυσχέρανε σημαντικά τον αλωνισμό.
Όπως εξηγεί ο γεωπόνος, το λαθούρι είναι ένα αδύναμο φυτό που δύσκολα παραμένει όρθιο μέχρι τη συγκομιδή, γι' αυτό το κοπτικό της θεριζοαλωνιστικής μηχανής πρέπει να κινείται σχεδόν σε επαφή με το έδαφος, ώστε να συλλεχθούν όλοι οι λοβοί. Έτσι, ιδιαίτερα σε χωράφια που δεν ήταν πλήρως ισοπεδωμένα, στη συγκομιδή παρασύρονταν μεγαλύτερες ποσότητες χώματος και άλλων ξένων υλών. «Αναγκαστικά θα πάρει κάποιες ποσότητες χώματος», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι το γεγονός αυτό δυσχέρανε περαιτέρω τη διαδικασία καθαρισμού του προϊόντος στον Συνεταιρισμό.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, οι αποδόσεις κυμάνθηκαν από 110 έως 200 κιλά ανά στρέμμα, με μέσο όρο περίπου 150 κιλά/στρέμμα, επίπεδο που, σύμφωνα με τον ίδιο, θεωρείται ικανοποιητικό για τη συγκεκριμένη καλλιέργεια.
Αρκετοί παραγωγοί περιορίστηκαν στις απολύτως απαραίτητες καλλιεργητικές εργασίες, πραγματοποιώντας κυρίως τη σπορά και την προφυτρωτική ζιζανιοκτονία. Έτσι, παρά τις μέτριες αποδόσεις σε σύγκριση με άλλα ψυχανθή, το οικονομικό αποτέλεσμα παρέμεινε θετικό, καθώς οι περιορισμένες έως, κατά περίπτωση, ελάχιστες εισροές συνέβαλαν ώστε, παρά τις δυσκολίες της χρονιάς, να διατηρηθεί σε θετικό επίπεδο.
Τιμές, καθαρισμός του προϊόντος και οι προοπτικές της καλλιέργειας
Οι τιμές παραγωγού διαμορφώνονται συνήθως μεταξύ 0,55 και 0,70 ευρώ ανά κιλό, πάντοτε επί του καθαρού προϊόντος. Καθώς η φετινή τιμή δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί, ο γεωπόνος διευκρινίζει ότι πρόκειται για το εύρος στο οποίο κινούνται συνήθως οι τιμές παραγωγού. Η επισήμανση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ενδέχεται να εμφανίζονται υψηλότερες τιμές αγοράς, οι οποίες όμως αφορούν μικτό προϊόν και συνοδεύονται από σημαντική φύρα.
Στον Συνεταιρισμό το λαθούρι καθαρίζεται από χώματα, ζιζάνια και κάθε άλλη ξένη ύλη, ενώ ο παραγωγός πληρώνεται αποκλειστικά για την καθαρή ποσότητα που παραδίδει. Στη συνέχεια, το προϊόν οδηγείται στον σπαστήρα, όπου μετατρέπεται στη γνωστή φάβα. Κατά την επεξεργασία απομακρύνεται περίπου το ένα τρίτο της ποσότητας ως φύρα, χωρίς όμως αυτό να επηρεάζει την αμοιβή του παραγωγού, καθώς η πληρωμή έχει ήδη πραγματοποιηθεί επί του καθαρού λαθουριού πριν από το στάδιο της μεταποίησης. Όπως τονίζει, η διάκριση αυτή είναι σημαντικό να γίνεται σαφής, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες σχετικά με τις πραγματικές τιμές παραγωγού.
Κλείνοντας τον απολογισμό της χρονιάς, ο γεωπόνος χαρακτηρίζει τη φετινή περίοδο «μέτρια», εξηγώντας ότι δεν επρόκειτο ούτε για μια εξαιρετική ούτε για μια καταστροφική χρονιά. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε το εκτεταμένο πλάγιασμα των φυτών, το οποίο επηρέασε σημαντικά τη συγκομιδή.
Παρά τις δυσκολίες της χρονιάς, ο γεωπόνος επισημαίνει ότι ο Συνεταιρισμός καλλιεργεί λαθούρι εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια και στο διάστημα αυτό παρατηρείται σταδιακή αύξηση τόσο των καλλιεργούμενων εκτάσεων όσο και της ζήτησης για το προϊόν. Όπως σημειώνει, το λαθούρι αποτελεί μια αξιόλογη επιλογή για την αξιοποίηση άγονων, ξηρικών ή επικλινών χωραφιών, ενώ παράλληλα ενισχύει την αμειψισπορά και συμβάλλει στη βελτίωση της γονιμότητας του εδάφους, προσφέροντας μια εναλλακτική λύση σε αγροτεμάχια όπου άλλες καλλιέργειες δύσκολα μπορούν να αξιοποιηθούν.