Οι φακές αποτελούν ένα από τα πιο αγαπημένα και παραδοσιακά όσπρια της ελληνικής διατροφής, διατηρώντας σταθερή θέση τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση. Με τη φετινή συγκομιδή να έχει πλέον ολοκληρωθεί για το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, αρχίζει σταδιακά να διαμορφώνεται η συνολική εικόνα της καλλιεργητικής χρονιάς, τόσο ως προς τις αποδόσεις όσο και ως προς την ποιότητα του προϊόντος.
Για την εικόνα της φετινής χρονιάς συνομιλήσαμε με τον γεωπόνο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Θεστό, κ. Α. Μπασινό, ο οποίος ανέλυσε τις συνθήκες που διαμόρφωσαν την παραγωγή, την ποιότητα των φακών, αλλά και τις πρώτες εκτιμήσεις για την αγορά.
Οι βροχές καθόρισαν τη συγκομιδή και δημιούργησαν διαφορές μεταξύ των χωραφιών
Όπως εξηγεί ο γεωπόνος, η φετινή περίοδος του αλωνισμού ήταν αισθητά μεγαλύτερη σε σχέση με άλλες χρονιές, φτάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και τις 20 ημέρες έως σχεδόν έναν μήνα, καθώς οι βροχοπτώσεις εκείνης της περιόδου επιβράδυναν σημαντικά την ολοκλήρωση της συγκομιδής.
Οι παραγωγοί που πρόλαβαν να συγκομίσουν τις πρώιμες φακές πριν από τις βροχές βρέθηκαν σε σαφώς ευνοϊκότερη θέση, αν και, όπως επισημαίνει, αποτελούσαν σχετικά μικρό μέρος του συνόλου των παραγωγών. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις οι βροχοπτώσεις συνέπεσαν με χωράφια που δεν είχαν ακόμη ωριμάσει πλήρως ή δεν είχαν αλωνιστεί, με αποτέλεσμα να αλλάξει σημαντικά η εικόνα της παραγωγής.
«Ο καιρός έπαιξε καθοριστικό ρόλο», επισημαίνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι φακές αποτελούν ιδιαίτερα ευαίσθητη καλλιέργεια στο πλάγιασμα. Όσο καθυστερούσε η συγκομιδή, αρκετά φυτά έγερναν προς το έδαφος, γεγονός που δυσκόλευε σημαντικά τον αλωνισμό και αύξανε τις απώλειες.
Όπως αναφέρει, οι φακές που παρέμειναν όρθιες μέχρι τη συγκομιδή δεν αντιμετώπισαν ιδιαίτερα προβλήματα. Αντίθετα, εκείνες που είχαν αναπτύξει έντονη βλάστηση και πλάγιασαν μετά τις βροχές παρουσίασαν μεγαλύτερες δυσκολίες κατά τη συγκομιδή και τελικά αυξημένες απώλειες.
Παρά τις δυσκολίες αυτές, ο αριθμός των στρεμμάτων που διαχειρίστηκε φέτος ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Θεστό παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, περίπου στα 1.000 στρέμματα, κυρίως με την ποικιλία Σάμος, ενώ διατηρείται και μια μικρότερη έκταση με την ποικιλία Πλατιά Θεσσαλίας.
Οι αποδόσεις και η ποιότητα διαφοροποιήθηκαν σημαντικά
Οι διαφοροποιήσεις που προκάλεσαν οι καιρικές συνθήκες αποτυπώθηκαν άμεσα τόσο στις αποδόσεις όσο και στην ποιότητα της παραγωγής. Σύμφωνα με τον γεωπόνο, οι πρώιμες φακές που συγκομίστηκαν στην ώρα τους και πριν από τις βροχοπτώσεις απέδωσαν ιδιαίτερα ικανοποιητικά, φτάνοντας ακόμη και τα 250-270 κιλά ανά στρέμμα.
«Όσο συνεχίζονταν οι βροχές και πήγαινε πίσω η συγκομιδή, τόσο μειώνονταν και οι αποδόσεις», σημειώνει, εξηγώντας ότι το πλάγιασμα των φυτών δυσχέραινε τον αλωνισμό και αύξανε τις απώλειες προϊόντος. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις οι αποδόσεις περιορίστηκαν στα περίπου 200 κιλά ανά στρέμμα, ενώ υπήρξαν και χωράφια όπου διαμορφώθηκαν ακόμη χαμηλότερα, στα 150 ή ακόμη και στα 100 κιλά ανά στρέμμα, ανάλογα με τον χρόνο συγκομιδής και τις συνθήκες που επικράτησαν σε κάθε αγροτεμάχιο.
Παράλληλα, οι ίδιες καιρικές συνθήκες επηρέασαν και την εμπορική εικόνα του προϊόντος. Οι φακές που συγκομίστηκαν πριν από τις βροχές διατήρησαν το πιο πράσινο χρώμα που προτιμά η αγορά, ενώ όσες παρέμειναν περισσότερες ημέρες στο χωράφι άρχισαν σταδιακά να χάνουν αυτό το χαρακτηριστικό.
«Οι πρώτες φακές ήταν πιο πράσινες, όπως τις ζητά ο καταναλωτής. Όσο παρέμεναν περισσότερο στο χωράφι, άρχιζαν να χάνουν το πράσινο χρώμα τους», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι βροχές επηρέασαν όχι μόνο τις αποδόσεις αλλά και την ποιότητα του τελικού προϊόντος.
Η διαχείριση της καλλιέργειας επηρέασε σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα
Πέρα όμως από τις καιρικές συνθήκες, σύμφωνα με τον γεωπόνο, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος έπαιξε και η διαχείριση που ακολούθησε κάθε παραγωγός κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί, οι φακές δεν αποτελούν ιδιαίτερα απαιτητική καλλιέργεια ως προς τις εισροές, γεγονός που συνέβαλε ώστε οι περισσότεροι παραγωγοί να ολοκληρώσουν τη χρονιά με ικανοποιητικό αποτέλεσμα, παρά τις δυσκολίες που παρουσιάστηκαν κατά τη συγκομιδή.
«Υπάρχει ικανοποίηση από την πορεία της χρονιάς», σημειώνει, επισημαίνοντας ότι η καλλιέργεια δεν απαιτεί μεγάλες ποσότητες λιπασμάτων, ενώ και οι ανάγκες φυτοπροστασίας διαφοροποιούνται ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε αγροτεμάχιο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει, ωστόσο, στην πυκνότητα της σποράς, την οποία χαρακτηρίζει καθοριστική για την εξέλιξη της καλλιέργειας. Όπως εξηγεί, η υπερβολική ποσότητα σπόρου οδηγεί την άνοιξη σε έντονη βλαστική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα τα φυτά να αποκτούν μεγαλύτερο ύψος και να παρουσιάζουν αυξημένη τάση πλαγιάσματος πριν από τη συγκομιδή. «Οι υπερβολικές ποσότητες σπόρου στη σπορά οδηγούν αργότερα στο πλάγιασμα των φυτών», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αντίθετα, στα χωράφια όπου χρησιμοποιήθηκαν μικρότερες ποσότητες σπόρου, τα φυτά παρέμειναν περισσότερο όρθια, αερίζονταν και φωτίζονταν καλύτερα, γεγονός που συνέβαλε τόσο στη διευκόλυνση της συγκομιδής όσο και στην επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων. Παράλληλα, ο ίδιος παρατηρεί ότι αρκετές από τις όψιμες σπορές εμφάνισαν μικρότερη τάση πλαγιάσματος και τελικά απέδωσαν καλύτερα από ό,τι αρχικά αναμενόταν.
Σταθερή η ζήτηση, ανοιχτές οι τιμές και η τελική εικόνα της παραγωγής
Σε ό,τι αφορά την αγορά, ο γεωπόνος αναφέρει ότι η ζήτηση για τις φακές παραμένει σε γενικές γραμμές αντίστοιχη με την περσινή, γεγονός που εξηγεί και τη διατήρηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων στα ίδια περίπου επίπεδα.
Ωστόσο, για τις φετινές τιμές παραγωγού αποφεύγει να κάνει ασφαλείς προβλέψεις, καθώς, όπως σημειώνει, η αγορά βρίσκεται ακόμη σε στάδιο διαμόρφωσης. Όπως εξηγεί, η εμπορική περίοδος βρίσκεται ακόμη στην αρχή, ενώ οι παραγωγοί δεν έχουν ακόμη σαφή εικόνα για το επίπεδο στο οποίο θα διαμορφωθούν τελικά οι τιμές. Η περσινή τιμή παραγωγού κυμάνθηκε περίπου στα 0,80-0,90 ευρώ ανά κιλό. Για τη φετινή περίοδο, όμως, «υπάρχει ένα μεγάλο ερωτηματικό» ως προς το αν οι τιμές θα κινηθούν στα ίδια επίπεδα, καθώς η εικόνα της αγοράς εξακολουθεί να διαμορφώνεται.
Μετά τη συγκομιδή, οι φακές παραδίδονται στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Θεστό, όπου ακολουθεί μια σειρά διαδικασιών πριν το προϊόν οδηγηθεί στην αγορά. Αρχικά, η παραγωγή αποθηκεύεται σε μεγάλους αποθηκευτικούς σάκους (big bags) και, αφού ολοκληρωθεί η παραλαβή όλων των ποσοτήτων, ξεκινά ο πρώτος καθαρισμός.
Στη συνέχεια πραγματοποιείται απεντόμωση και ακολουθεί δεύτερο στάδιο καθαρισμού με τη χρήση μηχανημάτων χρωματοδιαλογής, τα οποία απομακρύνουν τις υπόλοιπες ξένες ύλες και τους αποχρωματισμένους σπόρους, ώστε να παραχθεί το καθαρό πράσινο προϊόν που ζητά η αγορά.
«Στο τέλος της διαδικασίας μένει το καθαρό πράσινο προϊόν της φακής, αυτό που ζητά ο Έλληνας καταναλωτής στο ράφι», εξηγεί ο γεωπόνος. Όπως επισημαίνει, η πληρωμή των παραγωγών πραγματοποιείται επί του καθαρού προϊόντος και όχι επί της αρχικής ποσότητας που παραδίδεται. Η φύρα που προκύπτει από τον καθαρισμό αφαιρείται από το μεικτό βάρος και μετά την ολοκλήρωση όλων των διαδικασιών προκύπτει η τελική ποσότητα για την οποία αποζημιώνεται ο παραγωγός.
Η φύρα διαφοροποιείται σημαντικά από χωράφι σε χωράφι. Στις καλλιέργειες που παρέμειναν όρθιες μέχρι τη συγκομιδή κυμάνθηκε περίπου στο 10-12%, ενώ στα χωράφια όπου τα φυτά είχαν πλαγιάσει και ο αλωνισμός έγινε με μεγαλύτερη δυσκολία, το ποσοστό μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 20-25%, εξαιτίας της αυξημένης παρουσίας χώματος και άλλων ξένων υλών στο συγκομιζόμενο προϊόν.