Το ρεβύθι συγκαταλέγεται στα βασικά όσπρια που καλλιεργούνται στη χώρα και τα τελευταία χρόνια διατηρεί σταθερή παρουσία σε πολλές αγροτικές περιοχές. Με τις σπορές να πλησιάζουν, το ενδιαφέρον των παραγωγών στρέφεται στις καλλιεργητικές επιλογές που θα ακολουθήσουν. Στο πλαίσιο αυτό, μιλήσαμε με τον γεωπόνο του Συνεταιρισμού Θεσσαλίας Θεστό, κ. Μπασινό Α., για την καλλιέργεια του ρεβυθιού, τις επιλογές που γίνονται φέτος και στοιχεία που προκύπτουν από την εμπειρία του συνεταιρισμού.
Χρόνος σποράς και καλλιεργητικό πλαίσιο
Η σπορά του ρεβυθιού πραγματοποιείται γενικά εντός του Φεβρουαρίου, με τον ακριβή χρόνο να διαφοροποιείται ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής. Σε περιοχές με ηπιότερο χειμώνα, οι παραγωγοί μπορεί να προχωρήσουν νωρίτερα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η σπορά μετατίθεται προς τα τέλη του μήνα. Στη Θεσσαλία, και ειδικότερα στις περιοχές όπου δραστηριοποιείται ο συνεταιρισμός, η σπορά τοποθετείται συνήθως από τα μέσα Φεβρουαρίου και μπορεί να φτάσει έως τα τέλη του μήνα. Όπως αναφέρει ο κ. Μπασινός, την τρέχουσα περίοδο «αναμένουμε μέσα στην επόμενη μία έως δύο εβδομάδες να ξεκινήσουν οι σπορές», με βάση τις συνθήκες που επικρατούν στα χωράφια.
Το ρεβύθι παραμένει μια καλλιέργεια που εντάσσεται συχνά σε συστήματα αμειψισποράς. «Είναι ψυχανθές και πολλοί το βάζουν ως ενδιάμεση καλλιέργεια», υπογραμμίζεται, αναδεικνύοντας τη σημασία του καλλιεργητικού σχεδιασμού στη συνολική εκμετάλλευση.
Ποικιλίες ρεβυθιού: επιλογές και κατεύθυνση καλλιέργειας
Στην καλλιέργεια του ρεβυθιού συναντώνται διαφορετικοί τύποι, οι οποίοι διακρίνονται σε μικρόσπερμο, μεσαίο και μεγαλόσπερμο. Ο συνεταιρισμός διαθέτει εμπειρία κυρίως από την καλλιέργεια μεσαίου και μεγαλόσπερμου ρεβυθιού, με συγκεκριμένες ποικιλίες να αποτελούν τη βάση του παραγωγικού σχεδιασμού. Στο μεσαίο ρεβύθι καλλιεργείται η ποικιλία Θήβων, ενώ στο μεγαλόσπερμο η ποικιλία Μακαρένα, από τις οποίες ο συνεταιρισμός έχει πολυετή εμπειρία.
Φέτος, ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται. Παρότι η Μακαρένα είχε σημαντική παρουσία τα προηγούμενα χρόνια, δεν προχωρούν νέες σπορές της συγκεκριμένης ποικιλίας μέσω του συνεταιρισμού, καθώς «δεν υπάρχει εμπορική ζήτηση από τους εμπόρους που συνεργαζόμαστε» όπως μας αναφέρει ο γεωπόνος. Αντίθετα, αυξημένο ενδιαφέρον καταγράφεται για το μεσαίο ρεβύθι και ειδικότερα για την ποικιλία Θήβων, η οποία παρουσιάζει καλύτερη κινητικότητα στην αγορά.
Καλλιεργητικές απαιτήσεις και συγκριτικά χαρακτηριστικά του ρεβυθιού
Οι ανάγκες του ρεβυθιού σε σπόρο, σύμφωνα με τα στοιχεία του συνεταιρισμού, κυμαίνονται από 16 έως 20 κιλά ανά στρέμμα, με τη διαφοροποίηση να εξαρτάται από τις συνθήκες της περιοχής και τον τρόπο καλλιέργειας. Πρόκειται κατά κύριο λόγο για ξηρική καλλιέργεια, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις παραγωγοί με δυνατότητα άρδευσης επιλέγουν ένα υποστηρικτικό πότισμα την άνοιξη, χωρίς αυτό να αποτελεί γενικό κανόνα.
Σε επίπεδο φυτοπροστασίας, το μεσαίο ρεβύθι εμφανίζει αυξημένη ανθεκτικότητα. «Είναι πιο ανθεκτικό στην ασκοχύτωση σε σχέση με τα μεγαλόσπερμα», επισημαίνεται, γεγονός που περιορίζει τις ανάγκες σε παρεμβάσεις. Συνήθως εφαρμόζεται προφυτρωτική ζιζανιοκτονία και, εφόσον απαιτηθεί, μία έως δύο επεμβάσεις κατά τη διάρκεια της καλλιέργειας.
Σε σύγκριση με άλλα όσπρια, όπως η φακή ή το λαθούρι, το ρεβύθι παρουσιάζει διαφορετική συμπεριφορά σε ακραία καιρικά φαινόμενα. «Σε έντονες βροχοπτώσεις δεν πλαγιάζει και δεν χάνει εύκολα τον σπόρο, όπως η φακή», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Μπασινός, στοιχείο που σχετίζεται με τη μορφολογία του φυτού. Αντίθετα, σε περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας εμφανίζει μεγαλύτερη ευαισθησία, ιδίως κατά το στάδιο της πλήρωσης του σπόρου.
Αποδόσεις και κόστος καλλιέργειας: το παραγωγικό πλαίσιο του ρεβυθιού
Οι αποδόσεις στο ρεβύθι παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις, ανάλογα με την περιοχή και τις καλλιεργητικές πρακτικές που εφαρμόζονται. Σύμφωνα με τα στοιχεία που μεταφέρθηκαν, το εύρος των αποδόσεων κυμαίνεται από 250 έως 350 κιλά ανά στρέμμα, με περιπτώσεις τόσο χαμηλότερων όσο και υψηλότερων αποδόσεων. «Έχουμε χωράφια που δίνουν 300, άλλα 350, άλλα 200. Το ελάχιστο τοποθετείται στα 250 κιλά», αναφέρεται χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι αποδόσεις συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή των κατάλληλων καλλιεργητικών εργασιών.
Σε ό,τι αφορά το κόστος, η καλλιέργεια του ρεβυθιού εκτιμάται ότι κυμαίνεται γύρω στα 80 ευρώ ανά στρέμμα, με δυνατότητα αύξησης έως τα 100 ευρώ, ανάλογα με τις επεμβάσεις και τις μεταβολές στις τιμές των εισροών. Στο κόστος αυτό περιλαμβάνονται ο σπόρος, οι φυτοπροστατευτικές επεμβάσεις και οι βασικές καλλιεργητικές εργασίες. Όπως επισημαίνει ο γεωπόνος, «ο σπόρος είναι από τα πιο ακριβά κομμάτια της καλλιέργειας», στοιχείο που επηρεάζει το συνολικό κόστος παραγωγής, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αυξημένων κιλών σπόρου ή πρόσθετων παρεμβάσεων.
Τιμές παραγωγού, εικόνα της αγοράς και ζήτημα διάθεσης
Σε επίπεδο αγοράς, οι τιμές παραγωγού για το μεσαίο ρεβύθι, καθαρισμένο, κατά την περσινή εμπορική περίοδο, κινήθηκαν «στα 0,70–0,75 ευρώ το κιλό». Παρά το επίπεδο αυτό, η συνολική εικόνα της αγοράς χαρακτηρίζεται από πίεση, καθώς παραμένουν σημαντικές ποσότητες αδιάθετου προϊόντος. «Υπάρχει πάρα πολύ ρεβύθι στις αποθήκες», επισημαίνει στον ΑγροΤύπο ο κ. Μπασινός, γεγονός που επηρεάζει άμεσα τη δυνατότητα απορρόφησης της παραγωγής. Σε σύγκριση με προηγούμενα έτη, οι τιμές στα όσπρια εμφανίζονται μειωμένες, με πτώση που, σύμφωνα με την εκτίμηση που μεταφέρεται, φτάνει περίπου το 23%.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κομβικό σημείο για τη βιωσιμότητα της καλλιέργειας αναδεικνύεται η εξασφάλιση διάθεσης. Όπως τονίζεται, «αν δεν υπάρχει εξασφαλισμένη αγορά, δεν θα πρότεινα σε κάποιον να βάλει όσπρια». Η παραμονή του προϊόντος στις αποθήκες για μεγάλο χρονικό διάστημα, «ακόμη και 6–9 μήνες μετά τη συγκομιδή, δημιουργεί σημαντικό οικονομικό βάρος για τον παραγωγό». Για τον λόγο αυτό σύμφωνα με τον γεωπόνο, «η συμβολαιακή γεωργία εμφανίζεται ως βασικό εργαλείο περιορισμού του ρίσκου, ειδικά σε μια περίοδο όπου η αγορά χαρακτηρίζεται από αυξημένα αποθέματα και μειωμένη απορρόφηση».