Σε μια περιοχή με μακρά παράδοση στη βαμβακοκαλλιέργεια, η φετινή εικόνα αποτυπώνει δύο διαφορετικές πραγματικότητες: από τη μία πλευρά, η παραγωγική εξέλιξη είναι μέχρι στιγμής θετική και, από την άλλη, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις συνεχίζουν να περιορίζονται υπό την πίεση του υψηλού κόστους, των χαμηλών τιμών και των προβλημάτων άρδευσης.
Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ορχομενού, ένας από τους παλαιότερους συνεταιρισμούς της χώρας και ο πρώτος στην περιοχή της Βοιωτίας, δραστηριοποιείται σε έναν από τους παραδοσιακούς πυρήνες της βαμβακοκαλλιέργειας.
Μειωμένες κατά 15%-20% οι εκτάσεις – Θετική η παραγωγική εικόνα
Η συρρίκνωση της βαμβακοκαλλιέργειας αποτελεί, σύμφωνα με τον κ. Τσαγαλά, ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της φετινής χρονιάς στη Βοιωτία. Όπως αναφέρει, η μείωση των εκτάσεων ξεπερνά το 15%-20% σε σχέση με πέρυσι, ενώ και την προηγούμενη χρονιά είχε προηγηθεί αντίστοιχη μείωση. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στα οικονομικά αποτελέσματα των τελευταίων δύο ετών, τα οποία έχουν αποθαρρύνει αρκετούς παραγωγούς από το να συνεχίσουν με την ίδια έκταση. «Πλέον η καλλιέργεια του βαμβακιού έχει καταστεί ασύμφορη», επισημαίνει, συνδέοντας τη μείωση των στρεμμάτων με τη σχέση κόστους παραγωγής και τιμής του προϊόντος.
Για τη συνολική έκταση του βαμβακιού σε επίπεδο Βοιωτίας δεν δίνει συγκεκριμένο αριθμό, καθώς, όπως διευκρινίζει, δεν διαθέτει αυτή τη στιγμή συνολική εικόνα. Σε επίπεδο Συνεταιρισμού αναφέρεται ενδεικτικά σε περίπου 1.500 στρέμματα, επισημαίνοντας ότι και εκεί έχει καταγραφεί μείωση σε σύγκριση με προηγούμενα χρόνια.
Παρά την υποχώρηση των εκτάσεων, η εικόνα της φετινής παραγωγής είναι μέχρι στιγμής θετική. Η καλλιέργεια εξελίχθηκε χωρίς σοβαρά προβλήματα, ενώ μια χαλαζόπτωση που σημειώθηκε στην περιοχή είχε περιορισμένη έκταση και, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν επηρέασε ουσιαστικά τη συνολική εικόνα.
Η καλή παραγωγική εξέλιξη αποδίδεται και στις καιρικές συνθήκες που επικράτησαν. «Παραγωγικά είναι πολύ καλά τα πράγματα. Είναι νωρίς μεν, αλλά φαίνεται ότι είναι καλά», αναφέρει. Με τα σημερινά δεδομένα εκτιμά ότι η μέση απόδοση μπορεί να κινηθεί γύρω στα 400 κιλά το στρέμμα, διευκρινίζοντας ότι είναι ακόμη νωρίς για ασφαλή τελική εκτίμηση. Θετικές είναι μέχρι στιγμής και οι προσδοκίες για την ποιότητα, για την οποία, όπως σημειώνει, ασφαλέστερη εικόνα θα υπάρξει σε μεταγενέστερο στάδιο.
Πάνω από 400 ευρώ το στρέμμα το κόστος
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται πλέον στην οικονομική εξίσωση της καλλιέργειας. Σύμφωνα με τον κ. Τσαγαλά, το συνολικό κόστος για ένα στρέμμα βαμβακιού έχει ξεπεράσει τα 400 ευρώ, χωρίς σε αυτόν τον υπολογισμό να περιλαμβάνεται η προσωπική εργασία του παραγωγού. Όπως εξηγεί, πρόκειται για κόστος που συχνά υποεκτιμάται, καθώς δεν συνυπολογίζονται παράγοντες όπως οι εργατοώρες του ίδιου του αγρότη και το κόστος του κεφαλαίου γης. «Αν δεν ήμασταν αγρότες, αυτές τις ώρες θα δουλεύαμε σε ένα εργοστάσιο», σημειώνει.
Η επιβάρυνση είναι αισθητή και στις βασικές εισροές. Όπως αναφέρει, τα λιπάσματα έχουν αυξηθεί περίπου κατά 40% και ο σπόρος κατά 35%, ενώ στο κόστος προστίθεται και η άρδευση με πετρέλαιο, το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται περίπου στα 2 ευρώ το λίτρο.
Με μέση παραγωγή γύρω στα 400 κιλά ανά στρέμμα, εκτιμά ότι για να μπορεί η καλλιέργεια να φθάσει πραγματικά στο «σημείο μηδέν», καλύπτοντας όχι μόνο τις άμεσες δαπάνες αλλά και την εργασία του παραγωγού και τους υπόλοιπους συντελεστές παραγωγής, η τιμή θα έπρεπε να προσεγγίζει το 1 ευρώ το κιλό.
Οι εκτιμήσεις του για τη φετινή τιμή, πάντως, βρίσκονται πολύ χαμηλότερα. Όπως αναφέρει, μετά τα περίπου 36 λεπτά το κιλό, θεωρεί ότι φέτος η τιμή μπορεί να κινηθεί στην περιοχή των 50-52 λεπτών, με τα 55 λεπτά να αποτελούν, κατά την εκτίμησή του, ένα υψηλό όριο.
Χρησιμοποιεί χαρακτηριστικά το παράδειγμα μιας παραγωγής 400 κιλών: ακόμη και στα 60 λεπτά το κιλό, η ακαθάριστη αξία φθάνει τα 240 ευρώ ανά στρέμμα, ποσό που υπολείπεται σημαντικά ενός κόστους που έχει ήδη ξεπεράσει τα 400 ευρώ. Παράλληλα, εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην προσπάθεια επίτευξης πολύ υψηλότερων αποδόσεων μέσω αύξησης των εισροών, επισημαίνοντας ότι μεγαλύτερη στρεμματική παραγωγή δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη καλύτερο οικονομικό αποτέλεσμα όταν αυξάνεται σημαντικά και το κόστος παραγωγής.
Το αρδευτικό ζήτημα πιέζει τη βαμβακοκαλλιέργεια στην Κωπαΐδα
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, καθοριστικός παράγοντας για το μέλλον της καλλιέργειας είναι, σύμφωνα με τον κ. Τσαγαλά, η διαθεσιμότητα αρδευτικού νερού στην Κωπαΐδα. Ο ίδιος απορρίπτει την αντίληψη ότι το βαμβάκι αποτελεί εξαιρετικά υδροβόρα καλλιέργεια, σημειώνοντας ότι χρειάζεται μικρότερες ποσότητες νερού σε συχνότερα διαστήματα. «Το βαμβάκι θέλει λίγο νεράκι, πιο τακτικά», αναφέρει, δίνοντας παράλληλα έμφαση στην ανάγκη καλύτερης εκπαίδευσης των παραγωγών στη γεωργία ακριβείας, στις ψηφιακές εφαρμογές και στις νέες τεχνολογίες.
Στην Κωπαΐδα, όπως υποστηρίζει, η δυνατότητα άρδευσης έχει περιοριστεί σημαντικά, παρά τα ιδιαίτερα εύφορα εδάφη της περιοχής. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις πηγές του Ορχομενού. Σύμφωνα με τον ίδιο, στο παρελθόν η παροχή τους έφθανε περίπου τα 7 εκατ. κυβικά μέτρα ημερησίως, ποσότητα που, όπως αναφέρει, μπορούσε να υποστηρίξει την άρδευση της Κωπαΐδας, ενώ σήμερα εκτιμά ότι δεν ξεπερνά τα 20.000 κυβικά μέτρα.
Ο ίδιος συνδέει την κατάσταση με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων της περιοχής, αναφερόμενος μεταξύ άλλων στις ανεξέλεγκτες γεωτρήσεις και στη διοχέτευση υδάτων προς την Αθήνα. «Τι βαμβάκι να σπείρεις, πώς να το σπείρεις όταν δεν ποτίζεται;», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η έλλειψη νερού, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος και τις χαμηλές τιμές, είναι οι παράγοντες που θεωρεί ότι δυσκολεύουν ακόμη και μια σταθεροποίηση των βαμβακοκαλλιεργούμενων εκτάσεων τα επόμενα χρόνια.
Έμφαση στην ποιότητα
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Συνεταιρισμός εφαρμόζει συγκεκριμένες προδιαγραφές κατά την παραλαβή του βαμβακιού, θέτοντας όρια ως προς την υγρασία και πραγματοποιώντας τις αντίστοιχες αναγωγές. «Παίρνουμε ποιοτικό προϊόν και έχουμε όρια για το πόσο θα παραδώσουμε σε υγρασία», επισημαίνει ο κ. Τσαγαλάς.
Παράλληλα, αναφέρεται στις ειδικές συμβάσεις που πραγματοποιεί ο Συνεταιρισμός για το βαμβάκι των συνεργαζόμενων παραγωγών. Με βάση τη μέχρι στιγμής εικόνα, εκτιμά ότι ειδικά για το βαμβάκι που διαχειρίζεται ο Συνεταιρισμός στον Ορχομενό η φετινή χρονιά μπορεί να εξελιχθεί πολύ καλά παραγωγικά και, κατά τις προσδοκίες του, και ποιοτικά.
Παρά τη θετική φετινή εικόνα, η ανησυχία για τη δυνατότητα συνέχισης της καλλιέργειας παραμένει. «Κρατάμε Θερμοπύλες και δεν ξέρουμε για πόσο ακόμη», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Τσαγαλάς για όσους εξακολουθούν να παραμένουν στον πρωτογενή τομέα.