Η παρακολούθηση των εντομολογικών εχθρών αποτελεί βασικό στοιχείο της σύγχρονης βαμβακοκαλλιέργειας, καθώς επιτρέπει την έγκαιρη διαπίστωση πιθανών προσβολών και τη λήψη των κατάλληλων μέτρων μόνο όταν αυτό είναι πραγματικά αναγκαίο. Ανάμεσα στους εχθρούς που απασχολούν ορισμένες βαμβακοπαραγωγικές περιοχές της χώρας βρίσκεται και το ρόδινο σκουλήκι, η παρουσία του οποίου απαιτεί προσεκτική επιτήρηση, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου έχει ιστορικό εμφάνισης ή όπου καταγράφεται τα τελευταία χρόνια.
Για τα χαρακτηριστικά του εντόμου, τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνεται η προσβολή, τη μεθοδολογία παρακολούθησης, αλλά και την εικόνα που διαμορφώνεται σήμερα στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, μίλησε στον ΑγροΤύπο ο γεωπόνος της ΔΑΟΚ Δράμας, κ. Κωνσταντίνος Σίμογλου.
Τα πρώτα σημάδια της προσβολής ξεκινούν από τα άνθη
Σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, κατά τα πρώτα στάδια της προσβολής το ρόδινο σκουλήκι εντοπίζεται στα άνθη του βαμβακιού, όπου οι προνύμφες αναπτύσσονται στο εσωτερικό τους. Οι προνύμφες εμφανίζουν μια ιδιαίτερη συμπεριφορά, καθώς παράγουν ίνες με τις οποίες «δένουν» τα πέταλα προς το εσωτερικό. Ως αποτέλεσμα, το άνθος δεν διατηρεί τη φυσιολογική ανοιχτή μορφή του, αλλά εμφανίζεται κλειστό και συσταλμένο προς τα μέσα.
«Το άνθος φαίνεται σαν ρόδακας», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Σίμογλου, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό γνώρισμα της παρουσίας του εντόμου. Εάν το άνθος ανοιχτεί, μπορεί να διαπιστωθεί η παρουσία της προνύμφης στο εσωτερικό του.
Αργότερα, όταν αρχίσουν να σχηματίζονται οι κάψες, οι νεαρές προνύμφες εισέρχονται στο εσωτερικό τους και προκαλούν ζημιές από μέσα, οι οποίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν το ποσοστό προσβολής είναι υψηλό.
Η δειγματοληψία είναι το «κλειδί» για την έγκαιρη διαπίστωση της παρουσίας του
Η παρακολούθηση του ρόδινου σκουληκιού δεν βασίζεται μόνο στην εξωτερική παρατήρηση της καλλιέργειας, αλλά απαιτεί και δειγματοληπτικό έλεγχο. Οι παραγωγοί μπορούν αρχικά να εντοπίζουν τα χαρακτηριστικά κλειστά άνθη, τους λεγόμενους «ροδάκες». Παράλληλα, θα πρέπει να ανοίγονται δειγματοληπτικά κάψες, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν προνύμφες στο εσωτερικό τους.
«Οι προνύμφες του ρόδινου σκουληκιού είναι αισθητά διαφορετικές από εκείνες του πράσινου σκουληκιού, καθώς έχουν ρόδινο χρωματισμό, από τον οποίο προέρχεται και η ονομασία του εντόμου», σημειώνει. Η δειγματοληψία, σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να γίνεται σε κάψες σχετικά μικρής ηλικίας, άνω των 10 ημερών αλλά μικρότερες περίπου των 20-25 ημερών, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί εάν υπάρχει εσωτερική προσβολή.
Στις περιοχές όπου το ρόδινο σκουλήκι ενδημεί και είναι γνωστό στους παραγωγούς, οι καλλιεργητές έχουν ήδη αποκτήσει εμπειρία στην αναγνώρισή του και γνωρίζουν με ποιον τρόπο μπορούν να αναζητούν και να παρακολουθούν την παρουσία του. Αντίθετα, στις περιοχές όπου μέχρι πρόσφατα δεν ήταν γνωστό ως εχθρός, η ενημέρωση των παραγωγών και η σωστή παρακολούθηση αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Ένας πιο «ύπουλος» εχθρός, με επιπτώσεις στην παραγωγή και την ποιότητα
Όταν η προσβολή αποκτήσει μεγάλη έκταση, οι κάψες καταστρέφονται εσωτερικά, δεν ανοίγουν φυσιολογικά, ξηραίνονται και τελικά δεν είναι παραγωγικές. Σε αυτές τις περιπτώσεις επηρεάζονται τόσο η παραγωγή όσο και η ποιότητα της καλλιέργειας.
Ο κ. Σίμογλου χαρακτηρίζει το ρόδινο σκουλήκι πιο «ύπουλο» σε σχέση με το πράσινο, καθώς η παρουσία του δεν γίνεται πάντοτε εύκολα αντιληπτή. «Το πράσινο σκουλήκι το βλέπει κανείς πιο εύκολα. Το ρόδινο μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο όταν πάρει κανείς κάψες και τις ανοίξει», επισημαίνει.
Σε αντίθεση με το ρόδινο, το οποίο δεν απασχολεί με την ίδια ένταση όλες τις βαμβακοπαραγωγικές περιοχές, το πράσινο σκουλήκι θεωρείται εχθρός-κλειδί για τη βαμβακοκαλλιέργεια σε όλη την Ελλάδα, όπου καλλιεργείται βαμβάκι.
Όπως εξηγεί, η υπηρεσία πραγματοποιεί άνοιγμα καψών στο πλαίσιο δειγματοληψιών για την αναζήτηση και άλλων εντόμων, μεταξύ των οποίων και μυζητικά έντομα, και ταυτόχρονα ελέγχεται εάν υπάρχει παρουσία ρόδινου σκουληκιού. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, το ρόδινο σκουλήκι δεν έχει βρεθεί στις κάψες που έχουν ελεγχθεί από την υπηρεσία και δεν έχει διαπιστωθεί προσβολή στην περιοχή της Δράμας.
Διαφορετική η εικόνα στις βαμβακοπαραγωγικές περιοχές της χώρας
Το ρόδινο σκουλήκι δεν αποτελεί εχθρό-κλειδί σε όλες τις βαμβακοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας και δεν απασχολεί με την ίδια ένταση το σύνολο των καλλιεργητικών ζωνών.
Σε ορισμένες περιοχές της Θεσσαλίας, όπου, σύμφωνα με τον κ. Σίμογλου, μπορεί να θεωρείται εφάμιλλος εχθρός του πράσινου σκουληκιού, καθώς και στη Ροδόπη, υπάρχει ιστορικό παρουσίας του εντόμου. Στις περιοχές όπου ενδημεί, οι αρμόδιες υπηρεσίες ενημερώνουν τους παραγωγούς μέσω δελτίων σχετικά με την εμφάνισή του, την παρακολούθηση των πληθυσμών και τον χρόνο κατά τον οποίο, εφόσον απαιτείται και επιτρέπεται, μπορεί να πραγματοποιηθεί ψεκασμός.
Αντίθετα, στις Σέρρες και στη Δράμα η εικόνα είναι διαφορετική. Το έντομο καταγράφεται στις παγίδες μόνο τα τελευταία δύο έως τρία χρόνια, ενώ κατά τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε ούτε ως απλή παρουσία. Μέχρι στιγμής δεν έχουν διαπιστωθεί ουσιαστικές προσβολές στην περιοχή και οι παραγωγοί δεν το γνωρίζουν ως εχθρό της καλλιέργειας. Το γεγονός αυτό, όπως εξηγεί ο κ. Σίμογλου, είναι από τη μία πλευρά θετικό, καθώς δείχνει ότι το έντομο δεν έχει ακόμη κάνει αισθητή την παρουσία του και δεν έχει προκαλέσει προσβολές ικανές να δημιουργήσουν εντύπωση στους καλλιεργητές.
Ωστόσο, το ζήτημα βρίσκεται υπό διερεύνηση και η παρουσία του παρακολουθείται. Η συστηματική πλέον ανίχνευσή του στις παγίδες αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, ένδειξη πιθανής εγκατάστασής του στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ έως πολύ πρόσφατα δεν καταγραφόταν στην περιοχή.
Ο κ. Σίμογλου αποδίδει την εμφάνιση αυτή στη μεταβολή του κλίματος της χώρας και εκτιμά ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, οι πληθυσμοί του ενδεχομένως ελέγχονται αποτελεσματικά από τους φυσικούς εχθρούς, με αποτέλεσμα να μην εκδηλώνεται κάποια προσβολή που να γίνεται αντιληπτή.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι κάθε περιοχή είναι διαφορετική, καθώς διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, διαφορετικό μικρόκλιμα και διαφορετική σύνθεση ωφέλιμης εντομοπανίδας. Για τον λόγο αυτό, η εικόνα που καταγράφεται σε μία περιοχή δεν μπορεί να μεταφέρεται αυτόματα σε όλες τις υπόλοιπες βαμβακοπαραγωγικές ζώνες.
Παρακολούθηση και επεμβάσεις μόνο στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Σίμογλου στην αποφυγή τυχαίων και αλόγιστων ψεκασμών, επισημαίνοντας ότι η αρχή αυτή δεν αφορά μόνο το ρόδινο σκουλήκι, αλλά συνολικά τη διαχείριση των εχθρών της βαμβακοκαλλιέργειας.
«Το βασικό είναι να μην γίνονται αλόγιστοι ψεκασμοί», τονίζει. Όπως αναφέρει, σε περιοχές της Θεσσαλίας είχαν πραγματοποιηθεί πολλοί ψεκασμοί, ακόμη και με πυρεθροειδή, πρακτική που μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ωφέλιμη εντομοπανίδα, να συμβάλει στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας και να αυξήσει το κόστος παραγωγής. Στην περίπτωση του πράσινου σκουληκιού, μάλιστα, είναι ήδη γνωστό ότι έχει αρχίσει να αναπτύσσεται ανθεκτικότητα στα πυρεθροειδή.
Η σταδιακά πιο εμφανής παρουσία του ρόδινου σκουληκιού στη Βόρεια Ελλάδα προκαλεί, όπως παραδέχεται ο ίδιος, έναν ήπιο προβληματισμό. Ο κ. Σίμογλου και άλλοι γεωπόνοι επιχειρούν σε αυτή τη φάση να διαπιστώσουν σε ποιον βαθμό το έντομο θα μπορούσε να επηρεάσει τη βαμβακοκαλλιέργεια τα επόμενα χρόνια.
Για τον λόγο αυτό, η εξέλιξη παρακολουθείται στενά, με βασική προτεραιότητα την έγκαιρη και σωστή ενημέρωση των παραγωγών. «Όταν προκύψει κάτι σημαντικό, ο κόσμος θα ενημερωθεί και θα ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, πάντοτε στο πλαίσιο της ολοκληρωμένης διαχείρισης και όχι με ανεξέλεγκτες επεμβάσεις», καταλήγει.