Η θρέψη αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που καθορίζουν τόσο την παραγωγικότητα όσο και την ποιότητα των μήλων. Παρότι συχνά η προσοχή στρέφεται σε εχθρούς και ασθένειες, υπάρχουν φυσιολογικές διαταραχές που μπορούν να προκαλέσουν σημαντική υποβάθμιση του παραγόμενου προϊόντος, ακόμη και όταν η φυτοπροστασία έχει εφαρμοστεί σωστά.
Με αφορμή τις παρατηρήσεις των τελευταίων ετών σε μηλεώνες της περιοχής, επικοινωνήσαμε με τον γεωπόνο κ. Γιάννη Μούσια του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ορεινά Κισσάβου, προκειμένου να μας μεταφέρει την εικόνα που καταγράφεται στο πεδίο σχετικά με την πικρή κηλίδωση (Bitter Pit) και τις προκλήσεις που συνδέονται με την επάρκεια ασβεστίου στη μηλοκαλλιέργεια, ένα ζήτημα που, σύμφωνα με τον ίδιο, συγκαταλέγεται πλέον στα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί.
Το ασβέστιο και η διαχρονική σημασία του στη μηλιά
Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, το ασβέστιο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θρεπτικά στοιχεία για τη μηλιά, ανεξάρτητα από το αν το έδαφος είναι πλούσιο ή φτωχό σε ασβέστιο. Η κάλυψη των αναγκών της καλλιέργειας στο συγκεκριμένο στοιχείο θεωρείται πρωτεύουσας σημασίας σε όλη τη διάρκεια της καλλιεργητικής περιόδου.
Η ανάγκη αυτή ξεκινά από την καρπόδεση, ενώ σχετίζεται ακόμη και με το στάδιο της ανθοφορίας, και συνεχίζεται μέχρι τη συγκομιδή. Πρόκειται για μια απαίτηση που υπήρχε πάντοτε στη μηλοκαλλιέργεια, ωστόσο τα προηγούμενα χρόνια αντιμετωπιζόταν με σαφώς λιγότερες επεμβάσεις.
«Η ανάγκη αυτή υπήρχε πάντα, απλώς αντιμετωπιζόταν με όλο και λιγότερες επεμβάσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι τα τελευταία χρόνια οι πρακτικές που εφαρμόζονταν δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν τις ανάγκες των δέντρων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ιδιαιτερότητες των τελευταίων καλλιεργητικών περιόδων και κυρίως οι μεταβολές των κλιματικών συνθηκών έχουν οδηγήσει πολλούς παραγωγούς και γεωπόνους στον διπλασιασμό των εφαρμογών με ασβέστιο ή με διάφορες ενώσεις ασβεστίου, στην προσπάθεια να περιοριστούν τα προβλήματα που εμφανίζονται στην παραγωγή.
Υψηλές θερμοκρασίες και δυσκολία απορρόφησης του ασβεστίου
Ο κ. Μούσιας αποδίδει σημαντικό μέρος του προβλήματος στις συνεχείς υψηλές θερμοκρασίες που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια. Όπως εξηγεί, όταν τα δέντρα υφίστανται έντονη θερμική καταπόνηση, η κυκλοφορία του ασβεστίου στο εσωτερικό του φυτού ενδέχεται να μην πραγματοποιείται με τον επιθυμητό τρόπο. Παράλληλα, ενδέχεται να περιορίζεται ακόμη και η απορρόφηση του στοιχείου από το ριζικό σύστημα.
«Μπορεί το ίδιο το φυτό, λόγω της καταπόνησης από τις υψηλές θερμοκρασίες, να είναι ζορισμένο και να μην έχει όρεξη να “φάει”. Είναι όπως ένας άνθρωπος θερμόπληκτος. Δεν έχει καμία όρεξη, ό,τι φαγητό και αν του δοθεί», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρει, η προσπάθεια επικεντρώνεται αρχικά στη διατήρηση της ζωτικότητας των δέντρων μέσω της χρήσης αμινοξέων, φυκιών, χουμικών και φουλβικών οξέων, ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικότερα τις συνθήκες στρες και παράλληλα να διατηρούν την ικανότητά τους να απορροφούν τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία.
Στη συνέχεια ακολουθούν οι εφαρμογές ασβεστίου, μέσω των οποίων επιχειρείται η κάλυψη των αυξημένων αναγκών της καλλιέργειας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις περιόδους όπου οι υψηλές θερμοκρασίες παραμένουν σε αυξημένα επίπεδα ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας. «Είναι πολύ σημαντικό να συνέρχεται το δένδρο το βράδυ όταν πέφτει η θερμοκρασία, ειδικά για το μήλο», τονίζει.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει καλοκαιρινή περίοδο των τελευταίων ετών, κατά την οποία για περίπου δύο μήνες οι θερμοκρασίες διατηρήθηκαν σταθερά πάνω από τους 35°C και συχνά προσέγγιζαν τους 40°C, συνθήκες που ευνόησαν την εμφάνιση παρόμοιων προβλημάτων.
Bitter Pit: Η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση της ανεπάρκειας ασβεστίου
Η πλέον γνωστή εκδήλωση της ανεπαρκούς τροφοδοσίας της μηλιάς με ασβέστιο είναι η πικρή κηλίδωση ή Bitter Pit. Όπως περιγράφει ο κ. Μούσιας, το φαινόμενο εκδηλώνεται με τη δημιουργία χαρακτηριστικών κηλίδων στον καρπό, οι οποίες εντοπίζονται συχνότερα στο κάτω μέρος του μήλου.
«Το πιο κλασικό σύμπτωμα είναι η πικρή κηλίδωση, η οποία δημιουργεί κηλίδες και πιο χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του μήλου, σαν δαχτυλίδια, με κοκκινόμαυρα στίγματα», αναφέρει. Οι αλλοιώσεις αυτές υποβαθμίζουν την εμπορική αξία του προϊόντος, ενώ το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή μπορεί να εμφανιστεί και μετασυλλεκτικά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι απαραίτητο να εκδηλωθούν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της παραμονής των καρπών στον οπωρώνα. Σε αρκετές περιπτώσεις η πικρή κηλίδωση γίνεται εμφανής αργότερα, κατά την αποθήκευση ή τη συντήρηση των μήλων στους ψυκτικούς θαλάμους.
Στην περιοχή του Α.Σ. Ορεινά Κισσάβου, όπως επισημαίνει, το πρόβλημα καταγράφεται στην πράξη και αποτελεί βασικό λόγο για τον οποίο αυξάνονται οι εφαρμογές ασβεστίου και αναζητούνται συμπληρωματικές πρακτικές διαχείρισης. «Σε εμάς βεβαίως και εμφανίζεται η ανεπάρκεια και γι’ αυτό μας αναγκάζει να αυξάνουμε τις εφαρμογές και να αναζητούμε επιπλέον λύσεις. Αν δεν εμφανιζόταν, δεν θα φοβόμασταν έτσι από μόνοι μας», σημειώνει.
«Δυστυχώς έχουμε πολύ υποβάθμιση της ποιότητας», προσθέτει, τονίζοντας ότι κάθε συνεταιρισμός και κάθε επαγγελματίας εστιάζει κυρίως στα προβλήματα που παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στην περιοχή του. «Οπότε ναι, έχουμε πρόβλημα και θα έλεγα από τα σημαντικότερα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο ρόλος του εδάφους, των καλλιεργητικών πρακτικών και της διαχείρισης
Η ένταση του φαινομένου δεν είναι ίδια σε όλες τις περιοχές ούτε σε όλες τις χρονιές. Όπως εξηγεί ο κ. Μούσιας, σημαντικό ρόλο παίζουν το εδαφικό προφίλ κάθε αγροτεμαχίου, οι καλλιεργητικές φροντίδες που εφαρμόζονται, αλλά και οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες κάθε έτους. «Η εμφάνιση ποικίλλει από περιοχή σε περιοχή και από χρονιά σε χρονιά», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι οι θερμοκρασίες δεν είναι ίδιες κάθε χρόνο και επομένως μεταβάλλεται και η ένταση του προβλήματος.
Σε γενικότερο πλαίσιο, ωστόσο, θεωρεί ότι τα τελευταία δύο με τρία χρόνια οι συνεχείς και υψηλές θερμοκρασίες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που επιβαρύνουν την κατάσταση.
Παράλληλα, εκτός από τις εφαρμογές ασβεστίου, χρησιμοποιούνται και άλλα μέσα διαχείρισης των συνθηκών στρες. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο καολίνης και διάφορα ορυκτά υλικά, τα οποία εφαρμόζονται κυρίως για τον περιορισμό των ηλιοεγκαυμάτων και τη μείωση της θερμοκρασίας των καρπών και του φυλλώματος.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η μείωση της θερμοκρασίας μπορεί έμμεσα να συμβάλει και στη βελτίωση της απορρόφησης του ασβεστίου από το φυτό, πέρα από τις εφαρμογές ασβεστίου που πραγματοποιούνται.
Εξίσου σημαντική θεωρείται η σωστή διαχείριση της άρδευσης. Όπως αναφέρει, θα πρέπει να αποφεύγονται τα ακανόνιστα ποτίσματα και να διατηρείται μια κανονική και σταθερή ροή άρδευσης. Στην πράξη, πάντως, οι περισσότεροι παραγωγοί ποτίζουν από κοινές παροχές νερού με συγκεκριμένες ημέρες και ώρες, γεγονός που συνήθως εξασφαλίζει σταθερότητα στο πρόγραμμα άρδευσης.
Η ισορροπία των θρεπτικών στοιχείων παραμένει καθοριστική
Αναφερόμενος στις συχνότερες απορίες των παραγωγών σχετικά με τις αυξημένες εφαρμογές ασβεστίου, ο κ. Μούσιας επισημαίνει ότι η εμφάνιση τοξικότητας από τους ψεκασμούς είναι εξαιρετικά δύσκολη υπό φυσιολογικές συνθήκες. Όπως αναφέρει, ακόμη και πολύ συχνές εφαρμογές δεν προκαλούν συνήθως προβλήματα στο υπέργειο τμήμα του δέντρου, εκτός εάν χρησιμοποιηθούν υπερβολικές δόσεις.
Αντίθετα, μεγαλύτερη προσοχή απαιτείται στη συνολική ισορροπία των θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος. «Πρέπει να υπάρχει ισορροπία στα στοιχεία και αυτή την ισορροπία τη θέλουμε πρώτα στο έδαφος», σημειώνει. Όπως εξηγεί, η υπερβολική συσσώρευση ασβεστίου στο έδαφος μπορεί να επηρεάσει τη διαθεσιμότητα άλλων θρεπτικών στοιχείων και να δημιουργήσει νέα προβλήματα θρέψης. Για τον λόγο αυτό θεωρεί προτιμότερο να γίνεται λόγος για διαταραχή της ισορροπίας των στοιχείων παρά για πραγματική τοξικότητα.
Κλείνοντας, ο κ. Μούσιας υπογραμμίζει ότι η διαχείριση της θρέψης είναι εξίσου σημαντική με τη φυτοπροστασία, καθώς συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα, την ποιότητα και τη συντηρησιμότητα των καρπών. Για τον λόγο αυτό θεωρεί απαραίτητη τη συνεχή παρατήρηση της καλλιέργειας και τη συνεργασία παραγωγού και γεωπόνου. «Ό,τι δεν αναγνωρίζουμε, ενημερώνουμε τον γεωπόνο. Είναι προτιμότερο αυτό, παρά να γίνει λανθασμένη ερμηνεία και στη συνέχεια λανθασμένες κινήσεις», καταλήγει.