Η θρέψη επηρεάζει καθοριστικά την ανάπτυξη της πατατοκαλλιέργειας, τον σχηματισμό και τη μεγέθυνση των κονδύλων, καθώς και την τελική ποιότητά τους. Οι θρεπτικές ανάγκες της καλλιέργειας, ωστόσο, μεταβάλλονται ανάλογα με την εποχή φύτευσης, το στάδιο ανάπτυξης και την κατάσταση του εδάφους.
Αυτή την περίοδο συνυπάρχουν ανοιξιάτικες φυτεύσεις που βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο και νεότερες καλοκαιρινές φυτεύσεις, ορισμένες από τις οποίες βρίσκονται στην αρχή της κονδυλοποίησης. Η διαφοροποίηση αυτή καθορίζει ποιες επεμβάσεις μπορούν ακόμη να πραγματοποιηθούν και με ποια περιθώρια ασφάλειας.
Για τις δυνατότητες παρέμβασης σε κάθε στάδιο, τα συχνότερα λάθη στη λίπανση και τους παράγοντες που επηρεάζουν την αξιοποίηση των θρεπτικών στοιχείων μιλά στον ΑγροΤύπο ο έμπειρος γεωπόνος κ. Ηλίας Ελευθεριάδης, τέως μέλος του Τμήματος Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Δράμας.
Περιορισμένες οι δυνατότητες παρέμβασης στις προχωρημένες ανοιξιάτικες φυτεύσεις
Στις ανοιξιάτικες πατατοκαλλιέργειες που βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, οι δυνατότητες παρέμβασης είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένες. «Οι επεμβάσεις στην πατάτα πρακτικά είναι ολοκληρωμένες», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Ελευθεριάδης, διευκρινίζοντας ότι ορισμένα περιθώρια παρέμβασης μπορεί να εξακολουθούν να υπάρχουν σε όψιμες φυτεύσεις ή σε ποικιλίες με μεγάλο βιολογικό κύκλο, πάντοτε ανάλογα με την περιοχή και το ακριβές στάδιο ανάπτυξης.
Στις περιπτώσεις αυτές μπορούν να εξεταστούν στοχευμένες εφαρμογές καλίου και μαγνησίου, καθώς και υδρολίπανση με νιτρικό ασβέστιο ή υδατοδιαλυτά αζωτούχα λιπάσματα, αλλά μόνο σε ιδιαίτερα χαμηλές δόσεις.
Περισσότερη προσοχή απαιτείται όταν έχει σχηματιστεί μεγάλος αριθμός κονδύλων, παρατηρείται αδυναμία μεγέθυνσής τους και παράλληλα δεν υπάρχουν επαρκή αποθέματα αζώτου στο έδαφος. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί να εξεταστεί συμπληρωματική χορήγηση αζώτου. «Αυτό πρέπει να γίνει με πολύ μεγάλη μεθοδικότητα», τονίζει, εξηγώντας ότι είναι αναγκαίο να υπάρχει εικόνα των αποθεμάτων του εδάφους πριν από οποιαδήποτε εφαρμογή. Η υπερβολική χορήγηση αζώτου σε αυτή τη φάση μπορεί να προκαλέσει παραμορφώσεις στους κονδύλους, κουφώματα και σχισίματα.
Συνεπώς, στις προχωρημένες ανοιξιάτικες φυτεύσεις δεν υπάρχει περιθώριο για γενικευμένες εφαρμογές. Κάθε συμπληρωματική επέμβαση πρέπει να βασίζεται σε πραγματική ανάγκη και να πραγματοποιείται με ακρίβεια ως προς τη δόση και τον χρόνο εφαρμογής.
Κρίσιμη η αρχή της κονδυλοποίησης στις καλοκαιρινές φυτεύσεις
Περισσότερες δυνατότητες διαχείρισης της θρέψης υπάρχουν στις καλοκαιρινές φυτεύσεις που βρίσκονται στην αρχή της κονδυλοποίησης, όταν ξεκινά ο σχηματισμός των κονδύλων και αυξάνονται σταδιακά οι ανάγκες της καλλιέργειας σε διαθέσιμα θρεπτικά στοιχεία.
Όπου διαπιστώνονται ελλείψεις μπορούν να πραγματοποιηθούν διαφυλλικές εφαρμογές στοιχείων, όπως βορίου και μαγνησίου. Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο φώσφορος, καθώς, σύμφωνα με τον κ. Ελευθεριάδη, επηρεάζει σημαντικά τη διαδικασία της κονδυλοποίησης. Σε περίπτωση διαπιστωμένης ανεπάρκειας μπορούν να εξεταστούν διαφυλλικές εφαρμογές κατάλληλων φωσφορικών υδατοδιαλυτών λιπασμάτων.
Στα πολύ φτωχά εδάφη, τα οποία δεν έχουν τη δυνατότητα να συγκρατούν επαρκείς ποσότητες θρεπτικών στοιχείων και να λειτουργούν ως «αποθήκη» για την καλλιέργεια, ο γεωπόνος αναφέρεται σε μια πρακτική τμηματικής εφαρμογής της βασικής λίπανσης. Συγκεκριμένα, το 70% της βασικής λίπανσης εφαρμόζεται κατά τη φύτευση, ενώ το υπόλοιπο 30% χορηγείται περίπου στην αρχή της κονδυλοποίησης. Η πρακτική αυτή επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι τα θρεπτικά στοιχεία θα είναι διαθέσιμα κατά το διάστημα των αυξημένων αναγκών της πατάτας.
Οι μέγιστες απαιτήσεις της καλλιέργειας αρχίζουν, όπως αναφέρει, από το στάδιο κατά το οποίο η πατάτα «κάνει το λεγόμενο γόνατο», δηλαδή από τη στιγμή που ξεκινά η μεγέθυνση των κονδύλων. «Θέλουμε σε εκείνο το διάστημα να έχουμε στο έδαφος τη μέγιστη δυνατή συγκέντρωση διαθέσιμων θρεπτικών στοιχείων», επισημαίνει, ώστε να υποστηριχθούν σωστά η κονδυλοποίηση, η μεγέθυνση και η συσσώρευση ξηράς ουσίας στους κονδύλους.
Αντίθετα, η υπερβολική παρουσία θρεπτικών στοιχείων στα αρχικά στάδια, και ιδιαίτερα του αζώτου, δεν είναι επιθυμητή. Η αυξημένη αζωτούχος λίπανση οδηγεί σε υπερβολική ανάπτυξη της φυλλομάζας, ευνοεί προσβολές από περονόσπορο που στη συνέχεια είναι δύσκολο να περιοριστούν και παράλληλα παρεμποδίζει σοβαρά την κονδυλοποίηση, αποτελώντας, σύμφωνα με τον κ. Ελευθεριάδη, ένα από τα σημαντικότερα λάθη στην πατατοκαλλιέργεια.
Ως προς τη γενικότερη κατάταξη των απαιτήσεων της πατάτας, ο γεωπόνος τοποθετεί πρώτο το κάλιο και στη συνέχεια το μαγνήσιο και το ασβέστιο. Ακολουθεί το θείο, ενώ ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το βόριο. Ο κ. Ελευθεριάδης αναφέρεται ενδεικτικά σε περίπου 30 μονάδες καλίου, 8 μονάδες ασβεστίου και αντίστοιχη ποσότητα μαγνησίου, επισημαίνοντας ταυτόχρονα τη μεγάλη σημασία του καλίου για την καλλιέργεια. Οι ποσότητες αυτές δεν αποτελούν ενιαία σύσταση για κάθε πατατοκαλλιέργεια, καθώς η τελική εφαρμογή πρέπει να προσαρμόζεται στην κατάσταση του εδάφους, στο στάδιο ανάπτυξης και στις πραγματικές ανάγκες της φυτείας. Στην περίπτωση του βορίου, όταν διαπιστώνεται ανεπάρκεια στο έδαφος, οι διαφυλλικές εφαρμογές κατά τα πρώτα στάδια της φυτείας μπορούν, σύμφωνα με τον ίδιο, να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές.
Εδαφολογική ανάλυση και φυλλοδιαγνωστική δεν λειτουργούν ανεξάρτητα
Η ορθολογική διαχείριση της θρέψης προϋποθέτει γνώση της κατάστασης του εδάφους, αλλά και παρακολούθηση του τρόπου με τον οποίο ανταποκρίνεται η καλλιέργεια στις εφαρμογές. Η εδαφολογική ανάλυση αποτελεί βασικό σημείο εκκίνησης, καθώς δίνει μια αρχική εικόνα των αποθεμάτων και της κατάστασης του εδάφους. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Ελευθεριάδης, «η εδαφολογική ανάλυση είναι μια στατική εικόνα της κατάστασης του εδάφους», καθώς δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως παραμέτρους όπως η κινητικότητα των θρεπτικών στοιχείων και η κατάσταση του μικροβιώματος ή της μικροχλωρίδας του εδάφους.
Έτσι, είναι δυνατόν ένα στοιχείο να βρίσκεται σε επαρκή ποσότητα στο έδαφος, αλλά να μην αξιοποιείται αποτελεσματικά από το φυτό. Αυτό μπορεί να οφείλεται σε ανταγωνισμούς μεταξύ των στοιχείων, στη χαμηλή κινητικότητά τους ή σε παράγοντες που σχετίζονται με τη βιολογική κατάσταση του εδάφους.
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη αξία η φυλλοδιαγνωστική, καθώς δείχνει κατά πόσο οι εφαρμογές που σχεδιάστηκαν με βάση την εδαφολογική ανάλυση είχαν τελικά το αναμενόμενο αποτέλεσμα στην καλλιέργεια. Με βάση τα αποτελέσματα της φυλλοδιαγνωστικής μπορούν να προγραμματιστούν διορθωτικές κινήσεις για τις επόμενες καλλιεργητικές περιόδους. Παράλληλα, εφόσον το επιτρέπει το στάδιο της φυτείας, μπορεί να υπάρχει ακόμη περιθώριο για διορθωτικές παρεμβάσεις μέσω διαφυλλικών εφαρμογών ή υδρολίπανσης.
Την αποτελεσματικότητα της θρέψης επηρεάζουν, όμως, και οι συνθήκες που επικρατούν στο χωράφι. Κρίσιμη παράμετρος είναι η κατάσταση του εδάφους και ιδιαίτερα η παρουσία νερού. Οι συνθήκες αυξημένης εδαφικής υγρασίας μπορούν να προκαλέσουν αναγωγικά φαινόμενα, να επηρεάσουν την οξυγόνωση του ριζικού συστήματος και να μεταβάλουν την κινητικότητα και την απορρόφηση του αζώτου και των υπόλοιπων θρεπτικών στοιχείων.
Σημαντική είναι και η επίδραση της θερμοκρασίας. Στις υψηλές θερμοκρασίες μεταβάλλεται η κινητικότητα του αζώτου και επηρεάζεται η απορρόφηση των λοιπών στοιχείων, γεγονός που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της θρεπτικής κατάστασης της καλλιέργειας.
Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η σχέση μεταξύ των κατιόντων. Το κάλιο, ως μονοσθενές κατιόν, και το μαγνήσιο και το ασβέστιο, ως δισθενή κατιόντα, πρέπει να βρίσκονται σε ισορροπημένες αναλογίες. Μια μη ισορροπημένη σχέση μεταξύ τους μπορεί να προκαλέσει ανταγωνισμούς και να παρεμποδίσει την απορρόφηση κάποιου στοιχείου, ακόμη και αν αυτό υπάρχει στο έδαφος σε επαρκή ποσότητα.
Τι δείχνουν τα φύλλα και ποια λάθη πρέπει να αποφεύγονται
Πέρα από τις αναλύσεις, η εικόνα των φυτών στο χωράφι μπορεί να δώσει ενδείξεις για πιθανές ελλείψεις, χωρίς όμως τα ορατά συμπτώματα να πρέπει να αξιολογούνται αποσπασματικά. Η έλλειψη φωσφόρου μπορεί να εκδηλωθεί με ιώδη ή ανθοκυανικό χρωματισμό των φύλλων. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συχνότερα στα αρχικά στάδια της φυτείας, ιδιαίτερα όταν επικρατούν χαμηλές θερμοκρασίες. Στην περίπτωση του αζώτου, χαρακτηριστική είναι η γενική καχεξία ή χλώρωση της καλλιέργειας. Οι ελλείψεις καλίου και μαγνησίου εμφανίζουν ορισμένες ομοιότητες και εκδηλώνονται κυρίως στα κατώτερα φύλλα με χλωρώσεις.
Αντίθετα, ελλείψεις μικροστοιχείων, όπως του σιδήρου και του μαγγανίου, μπορούν να γίνουν εμφανείς στα ανώτερα ή νεότερα φύλλα με χαρακτηριστικές χλωρώσεις. Στην περίπτωση του βορίου εμφανίζεται ο τυπικός σχηματισμός «ρόδακα», ένα σύμπτωμα γνωστό στους γεωπόνους, αλλά λιγότερο αναγνωρίσιμο από τους παραγωγούς.
Παρότι τα συμπτώματα μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμη ένδειξη, η τελική αξιολόγηση πρέπει να συνδυάζεται με τη συνολική εικόνα της φυτείας και, όπου είναι δυνατόν, με τα αποτελέσματα των αναλύσεων. Σε επίπεδο εφαρμογών, ο κ. Ελευθεριάδης επισημαίνει ότι ιδιαίτερα οι νεότεροι ή λιγότερο έμπειροι καλλιεργητές της πατάτας οδηγούνται συχνά σε υπερβάσεις αζώτου, αλλά και σε υπερβολικές φωσφορούχες λιπάνσεις.
Προβλήματα παρατηρούνται και στη διαχείριση των μικροστοιχείων. Αν και γίνονται διαφυλλικές εφαρμογές, αυτές δεν πραγματοποιούνται πάντοτε με συγκεκριμένο σχεδιασμό και μεθοδικότητα. «Πρέπει να ξέρεις τι κάνεις και να έχεις κάτι σοβαρό στα χέρια σου», τονίζει, επισημαίνοντας ότι οι εφαρμογές δεν πρέπει να γίνονται μηχανικά, αλλά να βασίζονται σε πραγματικά δεδομένα της καλλιέργειας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «πολλές φορές οι υπερβάσεις μπορεί να είναι απλές υπερβάσεις, μπορεί όμως να εξελιχθούν και σε υπερβολές».