Την Τρίτη (7/7), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων που έχουν στους αγρότες της ΕΕ οι αυξανόμενες τιμές των λιπασμάτων.
Οι ευρωβουλευτές ενεργοποίησαν τη διαδικασία κατεπείγοντος για τις αλλαγές στην κοινή γεωργική πολιτική της ΕΕ (ΚΓΠ), όπως προτάθηκαν από την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι αγρότες θα λάβουν εγκαίρως στήριξη για την αγορά λιπασμάτων ενόψει της επόμενης καλλιεργητικής περιόδου. Η οικονομική ενίσχυση στηρίχθηκε με 576 ψήφους υπέρ, 62 κατά και 15 αποχές.
Για να αποφευχθεί η μείωση της παραγωγής ή της ποιότητας των τροφίμων και η αύξηση των τιμών για τους καταναλωτές, οι αγρότες θα μπορούν να λαμβάνουν στήριξη ρευστότητας ύψους έως και 80% του πρόσθετου κόστους λιπασμάτων που επωμίζονται. Οι χώρες της ΕΕ θα έχουν επίσης ακόμη δυνατότητα να αυξήσουν τις προκαταβολές των άμεσων ενισχύσεων από το 70% στο 75% και να τις καταβάλουν στους πληγέντες αγρότες αμέσως μετά την υποβολή της αίτησής τους, και όχι μόνο μετά τις 16 Οκτωβρίου, όπως προβλέπουν οι ισχύοντες κανόνες. Τα κράτη μέλη θα έχουν επίσης μεγαλύτερη ευελιξία για την προσαρμογή των προϋπολογισμών τους για τις άμεσες ενισχύσεις του επόμενου έτους.
Επόμενα βήματα
Το κείμενο πρέπει τώρα να εγκριθεί επίσημα από το Συμβούλιο και να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ, προτού τεθεί σε ισχύ την επόμενη ημέρα.
Σχετικές πληροφορίες
Οι τιμές των λιπασμάτων έχουν άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή τροφίμων, καθώς τα λιπάσματα αντιπροσωπεύουν έως και το 16% του κόστους για τους αγρότες.
Η ΕΕ βασίζεται σε εισαγωγές για το 30% των αζωτούχων λιπασμάτων και το 70% των φωσφορικών λιπασμάτων που χρησιμοποιούνται στη γεωργική παραγωγή. Παράλληλα, η παραγωγή λιπασμάτων της ΕΕ βασίζεται στο φυσικό αέριο. Οι τιμές τόσο των λιπασμάτων όσο της ενέργειας έχουν αυξηθεί λόγω των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων, όπως ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας και, πιο πρόσφατα, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ιδίως το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ
Σε ανακοίνωση που εξέδωσε αναφέρει τα εξής:
Η πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για τη χορήγηση μιας επιδότησης στον αγρότη ώστε να καλύψει ένα μέρος της αύξησης της τιμής των λιπασμάτων, η οποία ψηφίστηκε στο Ευρωκοινοβούλιο από ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, «Ελληνική Λύση» και Λατινοπούλου, έχει πρωταρχικό στόχο τη διατήρηση των τεράστιων κερδών της βιομηχανίας. Η ουσία αυτής της πολιτικής είναι ότι τα μονοπώλια των λιπασμάτων θα εισπράττουν στο 100% τις ληστρικές τιμές που επιβάλλουν. Με αυτόν τον τρόπο, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις επιδοτούν και διαιωνίζουν τις υψηλές τιμές για την προμήθεια των λιπασμάτων, καθώς και την ακρίβεια στο ράφι για τον λαό.
Η επιλογή της ΕΕ να περιορίσει την κάλυψη του πρόσθετου κόστους, καλύπτοντας για τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών μέχρι το 50% της αύξησης της τιμής, αποτελεί εμπαιγμό. Από τη στιγμή που οι ίδιοι οι παραγωγοί καλούνται να απορροφήσουν από την τσέπη τους το υπόλοιπο μισό της τεράστιας αυτής αύξησης, η πολιτική αυτή τους οδηγεί αναπόφευκτα σε περαιτέρω υπερχρέωση και μόνιμη ανασφάλεια για την επιβίωσή τους.
Στην πραγματικότητα, η επιδότηση αυτή είναι ένα μέτρο για να συγκρατηθεί η ζήτηση ώστε να μην «καταρρεύσει» η αγορά, εξασφαλίζοντας έτσι ότι δεν θα πέσουν οι πωλήσεις των βιομηχάνων και ότι θα συνεχίσουν να κερδοφορούν στην πλάτη των βιοπαλαιστών αγροτών. Παράλληλα, προσπαθεί έτσι να ελέγξει την αγανάκτηση του αγροτόκοσμου και τον ορατό κίνδυνο της παρατεταμένης υπολίπανσης των καλλιεργειών.
Ο κανονισμός ακολουθεί τη συνηθισμένη τακτική της ΕΕ να ανακυκλώνει χρήματα της ΚΑΠ (τα οποία είναι καταληστευμένα από τη λαϊκή φορολόγηση), για να διαχειριστεί μια εκρηκτική κατάσταση. Όπως προβλέπεται στο σχετικό Παράρτημα, δίνεται το πράσινο φως στα κράτη-μέλη για μεταφορά πιστώσεων από το κονδύλι των άμεσων ενισχύσεων. Στην πράξη, ό,τι πάρουν οι βιοπαλαιστές αγρότες στη μία τσέπη θα το χάσουν από την άλλη.
Η δυνατότητα συμπλήρωσης της επιδότησης με εθνικούς πόρους έως και 200% των ευρωενωσιακών δεν σημαίνει ότι αυξάνεται το ποσοστό κάλυψης του επιπλέον κόστους για τον αγρότη, το οποίο παραμένει καθηλωμένο στο 50%. Το μόνο που κάνει αυτή η ρύθμιση είναι να επιτρέπει στα κράτη-μέλη να προσθέσουν δικά τους χρήματα στο συνολικό ταμείο της επιδότησης.
Πρόκειται για κάτι που εφαρμόζει ήδη η κυβέρνηση της ΝΔ με επιδότηση 15% επί της τιμής των λιπασμάτων, με τεράστιες γραφειοκρατικές καθυστερήσεις. Ουσιαστικά, έχει υποχρεώσει τους αγρότες να επωμιστούν προκαταβολικά το πλήρες κόστος και να περιμένουν για μήνες να πάρουν πίσω ορισμένα ψίχουλα, τη στιγμή που οι βιομήχανοι έχουν εισπράξει στο ακέραιο τις κερδοσκοπικές τιμές.
Η Ευρωκοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ τοποθετήθηκε με «παρών», καταγγέλλοντας ότι ο κανονισμός προστατεύει τα κέρδη των βιομηχάνων και ανακυκλώνει τις απώλειες των αγροτών. Δεν τον καταψήφισε, στηρίζοντας την ανάγκη να πάρουν κάτι οι παραγωγοί, έστω και αυτά τα ελάχιστα.
Σημαδεμένη από μεγαλοσυμφέροντα ήταν και η καταψήφιση του κανονισμού κυρίως από «Πράσινους» ευρωβουλευτές, οι οποίοι προωθούν την παραγωγή λιπασμάτων με τη χρήση ΑΠΕ. Η στάση τους αυτή αντανακλά τον σφοδρό ανταγωνισμό και τη διαπάλη μεταξύ μονοπωλίων, καθώς και την ανάγκη απαξίωσης υπερσυσσωρευμένων κεφαλαίων προς όφελος μιας «πράσινης στροφής». Πρόκειται για μια μετάβαση την οποία θα κληθούν να πληρώσουν ξανά οι αγρότες και ο λαός, αντιμετωπίζοντας ακόμη υψηλότερο κόστος παραγωγής και πανάκριβα τρόφιμα.
Καμία ανάσα δεν μπορούν να δώσουν η ΕΕ, η κυβέρνηση και τα υπόλοιπα κόμματα, που με την πλήρη ευθυγράμμισή τους με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ εμπλέκουν τον λαό στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, για να ικανοποιήσουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτή ακριβώς η όξυνση των ανταγωνισμών οδήγησε, ανάμεσα στις άλλες βαριές συνέπειες, στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, προκαλώντας οικονομική ασφυξία στους βιοπαλαιστές παραγωγούς.
Πραγματική ανακούφιση στον αγροτόκοσμο μπορούν να δώσουν μόνο η επιβολή πλαφόν στις τιμές και η φορολόγηση των τεράστιων κερδών των ομίλων που ελέγχουν τις πρώτες ύλες. Απαιτείται αυστηρός έλεγχος στα αποθέματα των ομίλων και επίταξη λιπασμάτων, παράλληλα με την κατάργηση του ΦΠΑ στα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης και του ΕΦΚ στα καύσιμα, σε συνδυασμό με ουσιαστικές αυξήσεις σε μισθούς και Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας.
Μοναδική διέξοδο για τον λαό αποτελεί ο δρόμος που προβάλλει το ΚΚΕ: Η κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, της χημικής βιομηχανίας, των ενεργειακών ομίλων, των μεταφορών, της γης. Με τον λαό πραγματικό ιδιοκτήτη του πλούτου που παράγει και το τιμόνι της εξουσίας στα δικά του χέρια, μπορεί να εγγυηθεί μια ανάπτυξη που θα υπηρετεί τις σύγχρονες λαϊκές ανάγκες, την ευημερία των εργαζομένων και των αγροτών, απαλλαγμένων από την εκμεταλλευτική βαρβαρότητα, τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια του κεφαλαίου.