Η καρυδιά βρίσκεται αυτή την περίοδο στο κρίσιμο στάδιο γεμίσματος της ψίχας, κατά το οποίο η σωστή και ισορροπημένη θρέψη μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την ποιότητα της παραγωγής. Η επάρκεια των στοιχείων, ο χρόνος, η μορφή και ο τρόπος εφαρμογής των λιπασμάτων, αλλά και ο έλεγχος της πραγματικής θρεπτικής κατάστασης των δέντρων μέσω της φυλλοδιαγνωστικής αποτελούν βασικά σημεία της καλλιεργητικής διαχείρισης.
Το γέμισμα της ψίχας και ο ρόλος του καλίου
Σύμφωνα με τον κ. Ψαρογιάννη, οι καρυδεώνες βρίσκονται αυτή την περίοδο σε ένα καθοριστικό φαινολογικό στάδιο, καθώς εξελίσσεται το γέμισμα της ψίχας. Πρόκειται για μία φάση κατά την οποία η ορθολογική θρέψη των δέντρων αποκτά καθοριστική σημασία για την ποιοτική εξέλιξη του καρπού. «Είμαστε στο στάδιο γεμίσματος της ψίχας. Είναι ένα πολύ κρίσιμο στάδιο, το οποίο απαιτεί ορθολογικές λιπάνσεις και κυρίως καλιούχες εφαρμογές», επισημαίνει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται την περίοδο αυτή στο κάλιο, το οποίο συμμετέχει στη διαδικασία ανάπτυξης και γεμίσματος του καρπού. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο ίδιος, η αποτελεσματικότητα της λίπανσης δεν εξαρτάται μόνο από τη συνολική ποσότητα του στοιχείου που εφαρμόζεται, αλλά και από τον χρόνο, τη μορφή και τον τρόπο χορήγησής του.
Στον Συνεταιρισμό εφαρμόζεται πρόγραμμα θρέψης βασισμένο σε εξειδικευμένες συστάσεις, σύμφωνα με το οποίο οι ποσότητες των λιπασμάτων κατανέμονται σε επιμέρους εφαρμογές, ανάλογα με το φαινολογικό στάδιο και τις ανάγκες των δέντρων. «Δεν εφαρμόζουμε όλο το λίπασμα μία φορά. Το κάλιο μπορεί να κατανεμηθεί ακόμη και σε τέσσερις εφαρμογές μέχρι τον Αύγουστο, ώστε να αυξάνεται η δυνατότητα αξιοποίησής του από τα δέντρα», αναφέρει.
Η πρακτική αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε εδάφη όπου παρατηρούνται υψηλές συγκεντρώσεις μαγνησίου ή άλλων ανταγωνιστικών στοιχείων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εφάπαξ εφαρμογή μεγάλης ποσότητας καλίου μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μέρος του στοιχείου να μην παραμένει διαθέσιμο ή να μην απορροφάται αποτελεσματικά από το ριζικό σύστημα.
Ως προς τη μορφή του καλίου, ο κ. Ψαρογιάννης αναφέρει ότι προτείνεται κυρίως η χρήση νιτρικού καλίου, καθώς, εκτός από κάλιο, παρέχει και μονάδες αζώτου, οι οποίες εξακολουθούν να είναι αναγκαίες για την καλλιέργεια και κατά τη θερινή περίοδο. «Η καρυδιά έχει σχεδόν ισομερείς ανάγκες σε άζωτο από την έκπτυξη των πρώτων φύλλων, τον Απρίλιο, μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Επομένως, χρειάζεται άζωτο σε όλη τη διάρκεια της βλαστικής της φάσης και όχι μόνο κατά την έναρξη της άνοιξης», εξηγεί.
Για τον λόγο αυτό, οι μονάδες αζώτου που παρέχονται μέσω του νιτρικού καλίου συνυπολογίζονται στο συνολικό πρόγραμμα αζωτούχου λίπανσης. Παράλληλα, εφιστά την προσοχή στη μακροχρόνια χρήση μορφών όπως το χλωριούχο κάλιο, καθώς, σύμφωνα με τον ίδιο, η συστηματική εφαρμογή του ενδέχεται να συμβάλει στην αύξηση της αλατότητας των εδαφών.
Τα συχνότερα λάθη στη θρέψη και ο ρόλος της υδρολίπανσης
Ένα από τα συχνότερα προβλήματα που παρατηρούνται στην πράξη, σύμφωνα με τον κ. Ψαρογιάννη, είναι η αντίληψη ότι η λίπανση της καρυδιάς μπορεί να ολοκληρωθεί με μία ή δύο μεγάλες εφαρμογές στις αρχές της καλλιεργητικής περιόδου. Έτσι, αρκετοί παραγωγοί εφαρμόζουν μεγάλες ποσότητες αζώτου τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και στη συνέχεια ολόκληρη την ποσότητα καλίου τον Μάιο, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο έχουν καλύψει τις ανάγκες της καλλιέργειας μέχρι τη συγκομιδή.
«Δεν μπορεί να έχουμε ρίξει μία μεγάλη ποσότητα αζώτου τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και να θεωρούμε ότι τελειώσαμε με το άζωτο. Αντίστοιχα, δεν μπορεί να εφαρμόζουμε όλο το κάλιο τον Μάιο και να περιμένουμε ότι θα παραμείνει διαθέσιμο για το δέντρο μέχρι το τέλος της περιόδου», τονίζει.
Όπως εξηγεί, ακόμη και όταν ένα λίπασμα διαθέτει τεχνολογίες ελεγχόμενης ή βραδείας αποδέσμευσης, δεν είναι δεδομένο ότι όλα τα θρεπτικά στοιχεία θα παραμείνουν διαθέσιμα στο δέντρο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι φυσικοχημικές ιδιότητες του εδάφους, οι ανταγωνισμοί μεταξύ των στοιχείων και οι συνθήκες υγρασίας μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τη διαθεσιμότητα και την απορρόφησή τους.
Μάλιστα, όπως αναφέρει, σε ορισμένους καρυδεώνες παρατηρούνται ακόμη αδιάλυτοι κόκκοι λιπάσματος στην επιφάνεια του εδάφους αρκετό διάστημα μετά την εφαρμογή, ιδιαίτερα στην περίπτωση ορισμένων καλιούχων λιπασμάτων που διαλύονται δυσκολότερα.
Για τη βελτίωση της αξιοποίησης των λιπασμάτων, ο κ. Ψαρογιάννης προκρίνει την υδρολίπανση, ιδιαίτερα στους καρυδεώνες όπου υπάρχουν ήδη εγκατεστημένα αρδευτικά συστήματα υπό πίεση. «Από τη στιγμή που διαθέτουμε σύστημα άρδευσης, δεν υπάρχει λόγος να επιμένουμε αποκλειστικά στις επιφανειακές λιπάνσεις. Η υδρολίπανση μάς επιτρέπει να κατανέμουμε τις ποσότητες σε περισσότερες εφαρμογές και να αυξάνουμε την αποτελεσματικότητα της θρέψης», αναφέρει.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, μέσω της υδρολίπανσης μπορεί να αξιοποιηθεί έως και το 80% της ποσότητας του λιπάσματος που εφαρμόζεται, σε σύγκριση με μία επιφανειακή εφαρμογή, όπου η αξιοποίηση μπορεί να περιορίζεται έως περίπου το 50%.
Πέρα από τη μεγαλύτερη αξιοποίηση του λιπάσματος, η υδρολίπανση επιτρέπει την ακριβέστερη προσαρμογή των δόσεων στο φαινολογικό στάδιο και στις πραγματικές ανάγκες των δέντρων, περιορίζοντας τόσο τις απώλειες όσο και τον κίνδυνο υπερβολικών εφαρμογών. Επομένως, ζητούμενο δεν είναι απλώς η εφαρμογή μεγαλύτερων ποσοτήτων λιπάσματος, αλλά η ορθολογική διαχείριση της θρέψης, με σωστή κατανομή των εφαρμογών και προσαρμογή τους στις ανάγκες των δέντρων και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αγρού.
Φυλλοδιαγνωστική: Διορθώσεις σήμερα και σχεδιασμός για την επόμενη χρονιά
Η φυλλοδιαγνωστική αποτελεί βασικό εργαλείο για την αξιολόγηση της θρεπτικής κατάστασης των δέντρων. Σύμφωνα με τον κ. Ψαρογιάννη, η κατάλληλη περίοδος για τη συλλογή των φύλλων είναι τα τέλη Ιουλίου με τις αρχές Αυγούστου, όταν υπάρχει σχετική ισορροπία στη διακίνηση των χυμών μέσα στο δέντρο. «Είναι ο καιρός της φυλλοδιαγνωστικής. Τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου υπάρχει μία ισορροπία στους χυμούς του δέντρου και αυτή είναι η κατάλληλη εποχή για να συλλέξουμε φύλλα και να τα στείλουμε στο εργαστήριο», σημειώνει. Μέσω της εργαστηριακής ανάλυσης μπορούν να εντοπιστούν τόσο πιθανές ελλείψεις όσο και περίσσειες θρεπτικών στοιχείων.
Σε περίπτωση που διαπιστωθούν ελλείψεις μακροστοιχείων, όπως το άζωτο, μπορούν να εξεταστούν διορθωτικές εφαρμογές είτε μέσω του εδάφους είτε διαφυλλικά, ανάλογα με το στοιχείο, το μέγεθος της έλλειψης και το στάδιο της καλλιέργειας. Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, τα μακροστοιχεία δεν διορθώνονται πάντοτε εύκολα ή ολοκληρωμένα μέσω διαφυλλικών εφαρμογών.
«Αν δούμε ότι κάποιο μακροστοιχείο είναι ελλειμματικό, θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ορισμένες διορθώσεις, είτε από το έδαφος είτε διαφυλλικά. Παράλληλα, όμως, θα πρέπει να προσαρμόσουμε και το πρόγραμμα της επόμενης χρονιάς», αναφέρει. Στα μικροστοιχεία, αντίθετα, η διαφυλλική εφαρμογή μπορεί να προσφέρει αμεσότερη αντιμετώπιση μιας έλλειψης. «Όταν εντοπίζουμε έλλειψη μικροστοιχείων, η διαφυλλική επέμβαση πρέπει να γίνεται άμεσα», υπογραμμίζει.
Παράλληλα, τα αποτελέσματα της φυλλοδιαγνωστικής επιτρέπουν να αξιολογηθεί αν οι ποσότητες των θρεπτικών στοιχείων που εφαρμόστηκαν ανταποκρίθηκαν στις πραγματικές ανάγκες της καλλιέργειας. Όπου είναι εφικτό, η λίπανση μπορεί να προσαρμόζεται και με βάση την αναμενόμενη ή την τελική παραγωγή, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερη ισορροπία στο πρόγραμμα θρέψης.
Όπως καταλήγει ο κ. Ψαρογιάννης, η φυλλοδιαγνωστική αποτελεί ουσιαστικά εργαλείο ελέγχου και αναπροσαρμογής της συνολικής στρατηγικής θρέψης. «Είναι σημαντικό να γίνεται η φυλλοδιαγνωστική, ώστε να έχουμε πραγματική εικόνα και να μπορούμε να βελτιώνουμε όσα σχετίζονται είτε με ελλείψεις είτε με περίσσειες θρεπτικών στοιχείων».