Η ολοκληρωμένη διαχείριση των θρεπτικών στοιχείων, με στόχο την ανακύκλωσή τους, τον συγχρονισμό της διαθεσιμότητάς τους με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες των καλλιεργειών και γενικότερα την αποτελεσματικότερη χρήση των λιπασμάτων, αποτελεί σήμερα βασική κατεύθυνση. Στο επίκεντρο αυτής της προσέγγισης μπαίνει το σύστημα έδαφος–φυτό, καθώς παλιές πρακτικές και αντιλήψεις αναθεωρούνται και η θρέψη αντιμετωπίζεται πλέον με πιο ολοκληρωμένο τρόπο.
Το έδαφος στο επίκεντρο
Περίπου το 97,5% της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων προέρχεται άμεσα ή έμμεσα από το έδαφος. Πρόκειται για έναν μη ανανεώσιμο φυσικό πόρο, που εξασφαλίζει τροφή, βιομάζα και πρώτες ύλες, ενώ επιτελεί κρίσιμες λειτουργίες για τη διατήρηση της ζωής. Ρυθμίζει τον κύκλο των θρεπτικών στοιχείων, επηρεάζει την απόδοση των καλλιεργειών, λειτουργεί ως φίλτρο προστατεύοντας τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα και διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, περίπου το ένα τρίτο των εδαφών παγκοσμίως βρίσκεται σε κίνδυνο υποβάθμισης. Στην Ευρώπη, η υποβάθμιση αυτή συνδέεται με μείωση της παραγωγικότητας, ενώ ιδιαίτερα στις μεσογειακές χώρες παρατηρείται χαμηλή περιεκτικότητα των εδαφών σε οργανική ουσία. Η ανάπτυξη και εφαρμογή στρατηγικών πρόληψης και αειφορικής διαχείρισης του εδάφους είναι συνεπώς επιτακτική.
Νέα θεώρηση της γονιμότητας
Η γονιμότητα των εδαφών δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως η ικανότητα παροχής θρεπτικών στοιχείων στα φυτά. Αναφέρεται στη συνολική ικανότητα του εδάφους να δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη υγιών και εύρωστων φυτών και να εξασφαλίζει σταθερή παραγωγικότητα υψηλής ποιότητας. Οι καλλιεργητικές πρακτικές μετατοπίζονται από τη διαχείριση ενός μεμονωμένου φυτικού οργανισμού στη διαχείριση ενός ολόκληρου οικοσυστήματος, με ελαχιστοποιημένο περιβαλλοντικό και ενεργειακό κόστος. Η διεθνής προτεραιότητα συνοψίζεται στην παραγωγή περισσότερων προϊόντων με λιγότερους πόρους και με μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Τι είναι το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης θρεπτικών
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει επίσημος ενιαίος ορισμός, καθώς η έννοια εξελίσσεται και προσαρμόζεται στις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες και στις απαιτήσεις κάθε καλλιέργειας. Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης των θρεπτικών στοιχείων αναφέρεται στη συνδυαστική εφαρμογή παλαιών και νέων μεθόδων, με στόχο τη μέγιστη αξιοποίηση όλων των ανόργανων, οργανικών και βιολογικών πηγών θρέψης.
Με τον τρόπο αυτό βελτιστοποιείται ο κύκλος των θρεπτικών στο σύστημα έδαφος–φυτό, επιτυγχάνεται συγχρονισμός της παροχής τους με τις ανάγκες της καλλιέργειας και ελαχιστοποιούνται οι απώλειες στο περιβάλλον. Η εφαρμογή του είναι ευέλικτη και μπορεί να προσαρμοστεί στις συνθήκες κάθε περιοχής, με πολλαπλά οφέλη τόσο σε επίπεδο παραγωγής όσο και προστασίας των εδαφικών πόρων.
Τι δείχνουν τα συγκριτικά δεδομένα
Όταν συγκρίνονται διαφορετικές προσεγγίσεις καλλιέργειας – συμβατική, βιολογική και ολοκληρωμένη – η αξιολόγηση δεν αφορά μόνο τις αποδόσεις, αλλά και τη συμπεριφορά του εδάφους και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Η σύγκριση βασίζεται σε παραμέτρους που αγγίζουν την καθημερινότητα του χωραφιού: διαθεσιμότητα νερού, έλεγχος ζιζανίων, έλεγχος εντόμων και παθογόνων, ποιότητα εδάφους, διάβρωση, περιεκτικότητα σε οργανικό άνθρακα, εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και επιπτώσεις στην περιβαλλοντική ρύπανση, μαζί με την απόδοση των καλλιεργειών.
Τα ολοκληρωμένα συστήματα καλλιέργειας εμφανίζουν ικανοποιητικά αποτελέσματα τόσο σε αγρονομικό και εδαφικό επίπεδο όσο και ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Παράλληλα, σε πολυετείς πειραματισμούς η εφαρμογή ολοκληρωμένων συστημάτων διαχείρισης θρεπτικών στοιχείων έχει οδηγήσει σε αύξηση της παραγωγής από 8% έως και 150% σε σύγκριση με συμβατικές μεθόδους, ανάλογα με τις συνθήκες.
Τεχνολογία και γνώση στο σύστημα έδαφος–φυτό
Η ανάπτυξη σύγχρονων μεθοδολογιών και τεχνολογικών εργαλείων επιτρέπει τη βαθύτερη ανάλυση της φυσιολογίας των φυτών και των συνθηκών που επικρατούν στο σύστημα έδαφος–φυτό. Μέθοδοι που συμβάλλουν στην κατανόηση της κινητικότητας των θρεπτικών στοιχείων, στον εντοπισμό τροφοπενιών και στη στοχευμένη θρέψη των καλλιεργειών ενισχύουν τη βελτιστοποίηση της χρήσης των προϊόντων θρέψης.
Παράλληλα, η ανάλυση μικροβιακών κοινοτήτων και η τεκμηρίωση των συμβιωτικών σχέσεων μεταξύ φυτών και μικροοργανισμών αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο του εδάφους στην ευρωστία και την αντοχή των φυτών σε αβιοτικές καταπονήσεις. Η ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων και γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών επιτρέπει τη χαρτογράφηση της παραλλακτικότητας του αγροτεμαχίου και την προσαρμογή των πρακτικών θρέψης σε τοπικό επίπεδο.
Προς μια πιο ολοκληρωμένη διαχείριση
Η ολοκληρωμένη διαχείριση των θρεπτικών στοιχείων εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ολοκληρωμένης διαχείρισης της παραγωγής, με στόχο τη βελτιστοποίηση της απόδοσης, τη διατήρηση της ποιότητας του εδάφους και τη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η μετάβαση από την αποσπασματική εφαρμογή εισροών σε μια συστημική προσέγγιση του έδαφος–φυτό αποτελεί βασικό βήμα προς την αειφορική γεωργία, συνδυάζοντας παραγωγικότητα και προστασία των φυσικών πόρων.
Πηγή: Γεωργία – Κτηνοτροφία, τεύχος 4/2019, «Ολοκληρωμένη διαχείριση των θρεπτικών στοιχείων στο σύστημα έδαφος–φυτό για την επίτευξη της αειφορικής γεωργίας», Φ.Γιαννακοπούλου, σελ. 18–27.