Μία εβδομάδα μετά την επανέναρξη της διακίνησης τυροκομικών προϊόντων από τη Λέσβο προς την υπόλοιπη Ελλάδα, η κατάσταση στο νησί εξακολουθεί να κινείται σε λεπτές ισορροπίες. Τα τυροκομεία έχουν επιστρέψει σε λειτουργία, οι πρώτες αποστολές πραγματοποιήθηκαν και η αγορά επιχειρεί να βρει ξανά έναν ρυθμό, ωστόσο οι περιορισμοί παραμένουν σημαντικοί και η αβεβαιότητα εξακολουθεί να βαραίνει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους παραγωγούς.
Για την εικόνα που επικρατεί σήμερα, τις δυσκολίες που εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά και τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, συνομιλήσαμε με τον γενικό γραμματέα του Συλλόγου Τυροπαραγωγών Λέσβου, κ. Αντώνη Καλδέλλη.
«Το πελατολόγιο άντεξε μέχρι στιγμής» – Η αγορά περιμένει τώρα τον καταναλωτή
Όπως ανέφερε ο κ. Καλδέλλης, η πρώτη εικόνα από την επανεκκίνηση των αποστολών δεν είναι καταστροφική για τα τυροκομεία του νησιού. Οι συνεργασίες με την αγορά της ηπειρωτικής Ελλάδας φαίνεται, προς το παρόν, να διατηρούνται σε «ένα αρκετά βιώσιμο ποσοστό», χωρίς να έχουν χαθεί μαζικά πελάτες ή εμπορικά δίκτυα.
Ωστόσο, όπως εξήγησε, το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά ακόμη τις επιχειρήσεις, αλλά τη στάση που θα κρατήσει ο καταναλωτής το επόμενο διάστημα. «Αυτό που δεν ξέρουμε είναι η συμπεριφορά του καταναλωτή», σημείωσε χαρακτηριστικά, εξηγώντας πως είναι ακόμη πολύ νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με το αν όλη η συζήτηση που προηγήθηκε γύρω από τη νόσο και τα μέτρα θα επηρεάσει τη ζήτηση των προϊόντων.
Όπως είπε, οι περισσότερες παραγγελίες που εκτελέστηκαν αυτές τις ημέρες είχαν ήδη συμφωνηθεί πριν την κρίση, γεγονός που σημαίνει πως «η πραγματική εικόνα θα φανεί όταν επαναληφθούν οι παραγγελίες και αποτυπωθεί η στάση της αγοράς».
Οι τέσσερις περιορισμοί που εξακολουθούν να ισχύουν
Παρά τη μερική επανεκκίνηση της διακίνησης, ο κ. Καλδέλλης ξεκαθάρισε ότι παραμένουν σε ισχύ τέσσερις βασικοί περιορισμοί, για τους οποίους – όπως είπε – έχουν ήδη κατατεθεί αιτήματα προς το Υπουργείο και αναμένεται αξιολόγηση από το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων.
Ο πρώτος αφορά τη μη δυνατότητα διακίνησης προϊόντων προς άλλα τυροκομεία της ηπειρωτικής χώρας, κάτι που εξακολουθεί να απαγορεύεται. Παράλληλα, δεν έχει ακόμη επιτραπεί η εξαγωγή προϊόντων προς την Ευρώπη, γεγονός που επηρεάζει σημαντικά επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα της μυζήθρας και της γκίζας. Όπως υποστήριξε, υπάρχουν προϊόντα τα οποία θεωρούνται «ασφαλέστατα», ωστόσο παραμένουν σε απαγόρευση χωρίς – όπως είπε – να υπάρχει σαφής αιτιολόγηση ή επαρκής διευκρίνιση. Ειδικά για την ξερή μυζήθρα, τόνισε πως πρόκειται για προϊόν με «μηδενική υγρασία, χαμηλό pH και δεύτερη θερμική επεξεργασία στους 90 βαθμούς», επισημαίνοντας ότι «δεν καταλαβαίνουμε γιατί βρίσκεται σε απαγόρευση».
Το τέταρτο σημείο αφορά τα μικρότερα τυροκομεία που διαθέτουν ανοιχτού τύπου παστερίωση. Αυτές οι μονάδες εξακολουθούν να μην μπορούν να αποστείλουν προϊόντα εκτός Λέσβου, με αποτέλεσμα – όπως είπε – «μια σειρά μικρότερων τυροκομείων να μην είναι ακόμη σε θέση να εξάγουν από το νησί».
Ο ίδιος υπογράμμισε πως για όλα τα παραπάνω ζητήματα έχουν υποβληθεί αιτήματα προς τις αρμόδιες αρχές, ωστόσο «το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων δεν έχει ακόμη συνεδριάσει» και ως εκ τούτου δεν υπάρχει σαφές χρονοδιάγραμμα ή εικόνα για το ποιοι περιορισμοί ενδέχεται να αρθούν.
«Ενώ τα τυροκομεία λειτουργούν, γάλα εξακολουθεί να καταστρέφεται»
Πέρα όμως από τους περιορισμούς στη διακίνηση προϊόντων, σοβαρές δυσλειτουργίες – σύμφωνα με τον κ. Καλδέλλη – εξακολουθούν να καταγράφονται και στη ζώνη γάλακτος του νησιού. Ιδιαίτερα σοβαρή χαρακτήρισε τη διατάραξη που έχει προκληθεί στη ζώνη γάλακτος, σημειώνοντας ότι η κατάσταση εξακολουθεί να προκαλεί μεγάλες στρεβλώσεις τόσο στην αγορά όσο και στην παραγωγή.
Όπως εξήγησε, παρότι τα τυροκομεία έχουν επανέλθει σε λειτουργία, πολλές μονάδες διαπίστωσαν ότι διαθέτουν «το ένα τρίτο ή ακόμη και το μισό γάλα» σε σχέση με αυτό που είχαν πριν κλείσουν. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό δεν οφείλεται μόνο στις θανατώσεις ζώων ή στη μείωση παραγωγής, αλλά και σε κινήσεις συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων που – όπως ανέφερε – προσπάθησαν μέσα στην κρίση να συγκεντρώσουν μεγαλύτερες ποσότητες γάλακτος από όσες μπορούσαν να διαχειριστούν.
Το αποτέλεσμα, όπως είπε, είναι να παραμένει φρέσκο γάλα αδιάθετο και να καταστρέφεται, παρότι τα τυροκομεία λειτουργούν κανονικά και θα μπορούσαν να το απορροφήσουν. «Αυτό που πρέπει να κρατήσετε είναι το παράδοξο ότι ενώ τα τυροκομεία είναι εν λειτουργία, γάλα εξακολουθεί να καταστρέφεται», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μάλιστα, υποστήριξε ότι μέρος αυτής της ποσότητας οδηγείται προς καταστροφή «σε έναν λάκκο που δεν έχει καμία έγκριση», ενώ παράλληλα το ίδιο γάλα θα κληθεί να αποζημιωθεί από την πολιτεία ως μη εμπορεύσιμο, παρότι – σύμφωνα με όσα ανέφερε – «θα μπορούσε να τιμολογηθεί κανονικά και να τυροκομηθεί».
Παραγωγοί σε απόγνωση και αίσθημα έλλειψης ενημέρωσης
Στο κομμάτι της κτηνοτροφίας, ο κ. Καλδέλλης περιέγραψε μια εικόνα έντονης απογοήτευσης και ανασφάλειας. Όπως είπε, η αγορά κρέατος παραμένει ουσιαστικά μπλοκαρισμένη, καθώς τα σφαγεία δεν έχουν ακόμη επανέλθει σε λειτουργία, γεγονός που δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα στους παραγωγούς του νησιού.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το κρέας είναι ιδιαίτερα δύσκολο να διακινηθεί εκτός Λέσβου, καθώς απαιτεί ειδική θερμική επεξεργασία. Γι’ αυτό και, όπως ανέφερε, το συγκεκριμένο μέτωπο εκτιμάται ότι θα παραμείνει κλειστό για αρκετό διάστημα ακόμη, με μόνη πιθανή διέξοδο να ανοίξει κάποιο ή όλα τα σφαγεία, ώστε η κατανάλωση να γίνεται εντός του νησιού.
Την ίδια στιγμή, όπως ανέφερε, οι κτηνοτρόφοι θεωρούν ότι οι ρυθμοί διαχείρισης της κρίσης από το Υπουργείο παραμένουν «εξαιρετικά αργοί», ενώ εξακολουθεί να υπάρχει έντονο έλλειμμα ενημέρωσης και σαφούς επιδημιολογικής εικόνας για το νησί. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η Λέσβος δεν έχει χαρτογραφηθεί επιδημιολογικά», καθώς – όπως είπε – έχει ελεγχθεί περίπου το 20% των εκτροφών μετά από δύο μήνες.
Παράλληλα, μετέφερε και τη δυσαρέσκεια που υπάρχει γύρω από τη διαχείριση των θετικών κρουσμάτων, σημειώνοντας ότι αρκετοί παραγωγοί ζητούν «άλλου είδους αντιμετώπιση» και περισσότερους επανελέγχους, αντί της πρακτικής που – όπως ανέφερε – οδηγεί σε καθολικές θανατώσεις κοπαδιών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην έλλειψη πληροφόρησης από τις αρμόδιες αρχές. Όπως είπε, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί η task force που είχε ανακοινωθεί, δεν έχει φτάσει επαρκής αριθμός κτηνιάτρων στο νησί και «δεν γνωρίζουμε ποιες είναι οι προθέσεις του Υπουργείου εάν τα ποσοστά των νοσημάτων περάσουν κάποια συγκεκριμένα όρια».
«Επειδή υπάρχει ένα τεράστιο κενό πληροφόρησης και δεν υπάρχει μια ομάδα που να δείχνει ότι ακολουθούνται συντεταγμένα βήματα, οι παραγωγοί είναι μπορώ να πω απελπισμένοι», ανέφερε κλείνοντας τη συζήτηση.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Καλδέλλης στάθηκε και στην ανάγκη σωστής και τεκμηριωμένης πληροφόρησης, σημειώνοντας ότι γύρω από το ζήτημα έχει αναπτυχθεί «τεράστια παραφιλολογία» και παραπληροφόρηση. Για τον ίδιο, αυτό καθιστά ακόμη πιο αναγκαίο οι πληροφορίες που μεταφέρονται δημόσια να αποδίδονται με ακρίβεια, χωρίς διαστρεβλώσεις και χωρίς να δημιουργούνται πρόσθετες συγχύσεις στους παραγωγούς και στην αγορά.