Η περίοδος που διανύουμε είναι από τις πιο κρίσιμες για την αιγοπροβατοτροφία. Ο Φεβρουάριος, μήνας αυξημένης γαλακτοπαραγωγής, βρίσκει τους κτηνοτρόφους αντιμέτωπους με μια σύνθετη πραγματικότητα: απώλειες ζωικού κεφαλαίου από την ευλογιά, αυξημένο κόστος παραγωγής, περιορισμούς στη διακίνηση και μια αγορά που, παρά τις σχετικά καλές τιμές, παραμένει εύθραυστη. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια μέσα από όσα περιγράφει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Κτηνοτρόφων – Αιγοπροβατοτρόφων Πιερίας, κ. Χαράλαμπος Μπουγάτσιας.
Μαζικές απώλειες ζωικού κεφαλαίου, μείωση γάλακτος και οικονομικός αντίκτυπος
Στην Πιερία, οι συνέπειες της ευλογιάς αποδείχθηκαν καθοριστικές όχι μόνο για την παραγωγή, αλλά και για την ευρύτερη τοπική οικονομία. Όπως αναφέρει ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Κτηνοτρόφων – Αιγοπροβατοτρόφων Πιερίας, κ. Μπουγάτσιας, στην περιοχή χάθηκαν περίπου 20.000 παραγωγικά ζώα, τα οποία σήμερα θα βρίσκονταν σε πλήρη γαλακτοπαραγωγή. «Έφυγαν 20.000 ζώα που τώρα θα ήταν στην παραγωγή», σημειώνει, εξηγώντας ότι η πραγματική μείωση στο γάλα γίνεται εμφανής αυτή την περίοδο, καθώς πολλά από τα ζώα που σφάχτηκαν βρίσκονταν σε στείρα φάση. Όπως τονίζει, «η μεγάλη πτώση στο γάλα φαίνεται τώρα στους τυροκόμους», με την εικόνα να είναι αντίστοιχη και σε άλλες περιοχές της χώρας.
Η απώλεια αυτή αντιστοιχεί σε μείωση περίπου 20–25% της παραγωγής γάλακτος στην Πιερία, σε έναν νομό που συνολικά αριθμεί περίπου 80.000 αιγοπρόβατα. Πρόκειται για μια μείωση που δεν επηρεάζει μόνο τις μονάδες, αλλά διαχέεται σε ολόκληρη την τοπική αγορά. Σύμφωνα με τον κ. Μπουγάτσια, μόνο στην Πιερία, η απώλεια των 20.000 ζώων μεταφράζεται σε κύκλο εργασιών περίπου 20 εκατ. ευρώ που χάθηκε από την τοπική οικονομία. «Πίσω από την κτηνοτροφία υπάρχουν πάνω από 50 επαγγέλματα», επισημαίνει, τονίζοντας ότι οι συνέπειες δεν περιορίζονται στους κτηνοτρόφους, αλλά αφορούν τυροκομεία, προμηθευτές ζωοτροφών, μεταφορές, εργαζόμενους και συνολικά την οικονομική αλυσίδα της περιοχής.
Οριζόντιες σφαγές, περιορισμοί μετακίνησης και ο αντίκτυπος στον συνεταιρισμό
Ιδιαίτερο βάρος έχει το γεγονός ότι, όπου εντοπίστηκε κρούσμα, εφαρμόστηκαν ολικές σφαγές κοπαδιών, ανεξαρτήτως μεγέθους. «Όπου υπήρξε κρούσμα, σφάχτηκαν όλα τα ζώα, είτε ήταν 100 είτε 1.000», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος. Σε ελάχιστες περιπτώσεις διασώθηκαν τμήματα κοπαδιών, όταν αυτά βρίσκονταν σε διαφορετικούς στάβλους. Ωστόσο, όπως εκτιμά, μόλις το 5% των περιπτώσεων αφορούσε τέτοιες εξαιρέσεις, με το 95% των κτηνοτρόφων που επλήγησαν να μένουν χωρίς ζώα και χωρίς δουλειά. Την κατάσταση επιβαρύνουν οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, ακόμη και για ζωοτροφές. Σε περιοχές που χαρακτηρίζονται «κόκκινες», απαιτούνται ειδικές άδειες και γραφειοκρατικές διαδικασίες για τη μεταφορά τους, γεγονός που δυσκολεύει την καθημερινή λειτουργία των μονάδων και αυξάνει περαιτέρω το κόστος.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στο επίπεδο του συνεταιρισμού. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Κτηνοτρόφων – Αιγοπροβατοτρόφων Πιερίας αριθμεί περίπου 50 μέλη, με τον πρόεδρο να σημειώνει ότι όλα τα μέλη επηρεάστηκαν από την κατάσταση. Παράλληλα, πέντε κτηνοτρόφοι αποχώρησαν πλήρως, καθώς σφάχτηκαν τα κοπάδια τους και δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους. «Τα μεγέθη είναι πολύ μεγάλα», τονίζει ο κ. Μπουγάτσιας, περιγράφοντας μια συλλογική κατάσταση πίεσης που δεν αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά το σύνολο της τοπικής αιγοπροβατοτροφίας.
Κόστος παραγωγής και τιμές γάλακτος: ισορροπία με εύθραυστα όρια
Το οικονομικό βάρος για τις κτηνοτροφικές μονάδες είναι διαρκές και μετρήσιμο, ειδικά την περίοδο της γαλακτοπαραγωγής. Σύμφωνα με τον πρόεδρο, κ. Μπουγάτσια, το κόστος παραγωγής ανέρχεται περίπου σε 1,5 ευρώ ανά προβατίνα την ημέρα. «Ένας κτηνοτρόφος με 200 ζώα έχει 300 ευρώ έξοδα την ημέρα», εξηγεί, δίνοντας μια ενδεικτική εικόνα της καθημερινότητας στις μονάδες. Όπως αναφέρει, στη δική του εκμετάλλευση τα συνολικά έξοδα φτάνουν περίπου τις 18.000 ευρώ τον μήνα, συμπεριλαμβάνοντας ζωοτροφές, φάρμακα, ρεύμα και εργατικό κόστος. «Οι ζωοτροφές είναι το πρώτο και μεγαλύτερο κόστος», σημειώνει, προσθέτοντας ότι και το εργατικό κόστος έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα των τιμών στο γάλα λειτουργεί προς το παρόν ως μια σχετική ανάσα, χωρίς όμως να αίρει την αβεβαιότητα. Στον συνεταιρισμό, η τιμή γάλακτος διαμορφώνεται στα 1,65 ευρώ, ενώ εκτός συνεταιρισμού κυμαίνεται από 1,50 έως 1,57 ευρώ, ανάλογα με τον όγκο παραγωγής κάθε μονάδας και τον έμπορο με τον οποίο συνεργάζεται ο παραγωγός. «Οι τιμές είναι σε καλά επίπεδα», αναφέρει ο πρόεδρος, επισημαίνοντας ότι η μείωση της παραγωγής έχει οδηγήσει σε καλύτερες απολαβές για τους κτηνοτρόφους.
Ωστόσο, η ανησυχία παραμένει έντονη, καθώς η βιωσιμότητα των μονάδων εξαρτάται άμεσα από τη διατήρηση αυτών των τιμών. «Αν το γάλα επιστρέψει σε τιμές του παρελθόντος, δεν θα μείνει κανένας στην παραγωγή», τονίζει, θυμίζοντας ότι το 2016–2017, όταν η τιμή είχε πέσει στα 58 λεπτά, σφάχτηκαν περίπου 1,5 εκατομμύριο αιγοπρόβατα πανελλαδικά μέσα σε έναν χρόνο. Όπως σημειώνειο κ. Μπουγάτσιας, η εμπειρία εκείνης της περιόδου λειτουργεί σήμερα ως σαφής προειδοποίηση: ακόμη και μια φαινομενικά μικρή υποχώρηση στην τιμή του γάλακτος μπορεί να ανατρέψει πλήρως την ισορροπία, όταν το κόστος παραγωγής παραμένει τόσο υψηλό.
Πίεση και αδιέξοδα σε μονάδες χωρίς κρούσματα
Ακόμη και στις μονάδες που δεν έχουν πληγεί άμεσα από κρούσματα, η κατάσταση κάθε άλλο παρά ήρεμη είναι. Όπως περιγράφει ο πρόεδρος του Συνεταιρισμού, οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται σε διαρκή επιφυλακή, καθώς οποιοδήποτε σύμπτωμα στα ζώα προκαλεί ανησυχία. «Ο κτηνοτρόφος είναι σε διαρκή επαγρύπνη», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η περίοδος αυτή συμπίπτει με πλήρη παραγωγική φάση, γεγονός που εντείνει το άγχος. Η παραμικρή υποψία ασθένειας δημιουργεί φόβο για το ενδεχόμενο απώλειας ολόκληρου του κοπαδιού, σε μια στιγμή που τα έξοδα είναι αυξημένα και τα ζώα βρίσκονται στο μέγιστο της παραγωγής τους.
Την πίεση αυτή επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι, λόγω των περιορισμών, τα ζώα παραμένουν κλεισμένα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως εξηγεί ο κ. Μπουγάτσιας, σε πολλές μονάδες τα κοπάδια βρίσκονται εντός στάβλων εδώ και 8–10 μήνες, με αποτέλεσμα να έχουν καταναλωθεί ζωοτροφές που προορίζονταν για τον χειμώνα. Τα ζώα ταΐστηκαν επί μήνες σε στείρα περίοδο, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο εισόδημα, ενώ υπό κανονικές συνθήκες θα μπορούσαν να βρίσκονται σε βοσκή, μειώνοντας το κόστος. «Τα κλείσαμε μέσα λόγω της ευλογιάς και τα ταΐσαμε τις ζωοτροφές που είχαμε για τον χειμώνα», σημειώνει, τονίζοντας ότι πλέον πολλοί κτηνοτρόφοι δεν έχουν επαρκείς ζωοτροφές για να συνεχίσουν τη σίτιση των κοπαδιών τους. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα αίσθημα ασφυξίας, ακόμη και σε εκμεταλλεύσεις που μέχρι σήμερα δεν έχουν καταγράψει κρούσματα.
Το αδιέξοδο γίνεται ακόμη πιο έντονο όσο πλησιάζει η άνοιξη. Με την άνοδο της θερμοκρασίας και την αύξηση των αναγκών των ζώων, αρκετοί κτηνοτρόφοι θα βρεθούν μπροστά στο δίλημμα να τα κρατήσουν κλεισμένα ή να τα βγάλουν έξω για βοσκή, παρά τους περιορισμούς. «Όταν δεν έχεις να τα ταΐσεις, αναγκαστικά θα τα βγάλεις έξω», αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας μια κατάσταση που γεννά φόβο για νέα προβλήματα, αλλά και έντονη κοινωνική πίεση. Η αγωνία αυτή συνδέεται άμεσα με το τι σημαίνει στην πράξη η απώλεια ενός κοπαδιού. «Η απώλεια ενός κοπαδιού δεν είναι μόνο επαγγελματική», σημειώνει ο κ. Μπουγάτσιας. «Αφορά οικογένειες, παιδιά που σπουδάζουν, επενδύσεις δεκαετιών». Όπως υπογραμμίζει, «δεν φτιάχνεται ένα κοπάδι από τη μια μέρα στην άλλη», θυμίζοντας ότι οι επενδύσεις σε εγκαταστάσεις φτάνουν τις 100.000–200.000 ευρώ.
Η ανασύσταση των κοπαδιών
Για τους κτηνοτρόφους που έχασαν τα κοπάδια τους, το κρίσιμο ζήτημα είναι η δυνατότητα ανασύστασης. Το ισχύον πλαίσιο προβλέπει την παρέλευση οκτώ μηνών χωρίς κρούσμα πριν επιτραπεί η επανατοποθέτηση ζώων, ένα χρονικό όριο που, όπως τονίζει ο κ. Μπουγάτσιας, δημιουργεί σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας. «Αν δεν μπουν άμεσα ζώα, οι άνθρωποι θα φύγουν από το επάγγελμα», προειδοποιεί, εξηγώντας ότι υπάρχουν νέοι κτηνοτρόφοι που θέλουν και μπορούν να ξεκινήσουν ξανά, γνωρίζοντας ότι η παραγωγή θα έρθει περίπου ένα χρόνο μετά. «Πρέπει να μπουν ζώα σήμερα για να υπάρξει εισόδημα αύριο», σημειώνει, υπογραμμίζοντας ότι η αναμονή δύο ή τριών ετών δεν είναι ρεαλιστική για οικογένειες με υποχρεώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, ο συνεταιρισμός, σε συνεργασία με άλλους προέδρους, ετοιμάζεται να θέσει το ζήτημα της σταδιακής επανατοποθέτησης ζώων σε περιοχές με χαμηλότερη επιβάρυνση στο Υπουργείο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα επανεκκίνησης πριν χαθεί οριστικά η δραστηριότητα. Όπως επισημαίνει ο κ. Μπουγάτσιας, «χωρίς ένα σαφές χρονοδιάγραμμα επανένταξης, η εγκατάλειψη της αιγοπροβατοτροφίας καθίσταται μονόδρομος για πολλούς από όσους επλήγησαν».