Στην αμαρτωλή κατάσταση με τις μαϊμού - βιοκαλλιέργειες, που έφτασαν να είναι 200.000 στρέμματα στη Θεσσαλία, στο σκάνδαλο της άνευ όρων παράδοσης παραγωγικής γης στον χώρο φωτοβολταϊκών πάνελ και στο θέμα των γηγενών ποικιλιών, αναφέρθηκε ο αντιπρόεδρος των Βιοκαλλιεργητών Θεσσαλίας κι αρμόδιος για τις γηγενείς ποικιλίες, Γιώργος Αντωνόπουλος, μιλώντας στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής.
Κατήγγειλε πως επί δεκαετίες δημιουργήθηκε ένα τεράστιο σύστημα εικονικών βιοκαλλιεργειών, το οποίο, όπως είπε, λειτούργησε εις βάρος τόσο των πραγματικών παραγωγών όσο και των καταναλωτών. Το γεγονός, όπως εξήγησε, είχε σημαντικές παρενέργειες, διότι χάθηκε η εμπιστοσύνη προς τον θεσμό της βιολογικής γεωργίας. Σημείωσε πως αυτό το θολό τοπίο ξεκίνησε λίγα χρόνια μετά την εφαρμογή των πρώτων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, όταν μετά τους πραγματικούς βιοκαλλιεργητές, εντάχθηκαν στο καθεστώς ενισχύσεων και νέοι δικαιούχοι, που ενδιαφέρονταν μόνο για την επιδότηση.
Μόνο στον νομό Λάρισας, όπως ανέφερε, δηλώθηκαν περίπου 100.000 στρέμματα, ενώ συνολικά στη Θεσσαλία οι εκτάσεις ξεπέρασαν τις 200.000 στρέμματα, χωρίς σε πολλές περιπτώσεις να καλλιεργείται ούτε ένα στρέμμα πραγματικά. Κατά τον ίδιο, αυτή η πρακτική αυτή συνέβαλε στο γιγαντιαίο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
ΤΑ ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΙΚΑ ΣΤΟ ΔΙΛΟΦΟ
Μιλώντας για τα φωτοβολταϊκά πάνελ, όμως, το χαρακτήρισε το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Τόνισε ότι εύφορες εκτάσεις υψηλής παραγωγικότητας, ιδιαίτερα στη Θεσσαλία, μετατρέπονται μαζικά σε πάρκα φωτοβολταϊκών, οδηγώντας ουσιαστικά στην εγκατάλειψη της γεωργικής παραγωγής.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε το χωριό Δίλοφο Φαρσάλων, το οποίο, όπως υποστήριξε, θα έπρεπε να αποτελεί πρότυπο οικολογικής και στρατηγικής γεωργικής ανάπτυξης. Στην περιοχή, σχεδόν το 50% των καλλιεργειών γίνεται με βιολογικές μεθόδους και με χρήση γηγενών ελληνικών ποικιλιών, οι οποίες κινδυνεύουν με εξαφάνιση. Παρ’ όλα αυτά, όπως κατήγγειλε, εγκρίθηκαν εκτεταμένες εγκαταστάσεις φωτοβολταϊκών πάνελ ακόμη και στη γη, υψηλής οικολογικής αξίας.
Ο ίδιος μίλησε για μια τεράστια αντίφαση: από τη μία πλευρά το κράτος να μιλά για ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής και από την άλλη να επιτρέπει την αλλοίωση μιας περιοχής, η οποία επί δεκαετίες στηρίζει τη βιολογική καλλιέργεια και την προστασία της ελληνικής αγροτικής κληρονομιάς. Υπογράμμισε μάλιστα ότι στο Δίλοφο έχει δημιουργηθεί ένα επισκέψιμο αγρόκτημα, το οποίο προσελκύει σχολεία, συλλόγους και επισκέπτες από όλη την Ελλάδα, δίνοντας στα παιδιά και στους νέους επαφή με τη γη και τις παραδοσιακές καλλιέργειες.
«Τι θα δείξουμε αύριο στους επισκέπτες; Τα φωτοβολταϊκά;» διερωτήθηκε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι από τα 6.500 στρέμματα αγροτικής γης του χωριού, τα 3.500 κινδυνεύουν να καλυφθούν από πάνελ.
ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΓΗΓΕΝΩΝ ΠΟΙΚΙΛΙΩΝ
Παράλληλα, ο αντιπρόεδρος των Βιοκαλλιεργητών έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στα σοβαρά προβλήματα, που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές γηγενείς ποικιλίες σιτηρών. Πρόκειται για ποικιλίες που, όπως εξήγησε, προέρχονται ακόμη και από την αρχαιότητα. Έχουν διασωθεί ύστερα από πολυετείς προσπάθειες καλλιεργητών και ερευνητών, όπως είναι το δίκοκκο σιτάρι, που είναι εντελώς διαφορετικό από άλλες ξένες ποικιλίες. Επισήμανε πως πολλές από αυτές έχουν ενταχθεί πλέον στον εθνικό και ευρωπαϊκό κατάλογο ως διατηρητέες ποικιλίες, όμως, στην πράξη παραμένουν χωρίς ουσιαστική στήριξη.
Ισχυρίστηκε πως οι συγκεκριμένες ποικιλίες δεν αναγνωρίζονται σωστά στις δηλώσεις ΟΣΔΕ και τόνισε πως επί χρόνια οι παραγωγοί αναγκάζονταν να δίνουν μάχες με τη γραφειοκρατία για να κατοχυρώσουν το δικαίωμα καταγραφής και επιδότησής τους.
Αναφέρθηκε, δε, στις προσπάθειες που έγιναν και στις οχλήσεις προς το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, τον ΟΠΕΚΕΠΕ και βουλευτές όλων των κομμάτων αλλά τόνισε πως δεν δόθηκαν λύσεις. Εξήγησε πως οι καλλιεργητές γηγενών ποικιλιών δεν λαμβάνουν τις προβλεπόμενες, από την κοινοτική νομοθεσία ενισχύσεις ενώ είναι αυξημένο το κόστος παραγωγής για τη διατήρηση της γενετικής βιοποικιλότητας. Λόγω αυτής της κατάστασης, όπως είπε, πολλοί παραγωγοί εγκαταλείπουν σταδιακά την προσπάθεια.
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΚΕΝΟ ΣΤΙΣ ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΠΟΙΚΙΛΙΕΣ
Ο ίδιος πρότεινε να καλυφθεί το νομοθετικό κενό για τους διατηρητές σπόρων. Όπως τόνισε, ενώ υπάρχουν επίσημα εγκεκριμένοι διατηρητές και σποροπαραγωγοί που ελέγχονται αυστηρά σε όλα τα στάδια παραγωγής, το ισχύον πλαίσιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους παραδοσιακούς σπόρους ως «μη πιστοποιημένους». Υποστήριξε πως η νομοθεσία ευνοεί κυρίως τις μεγάλες εταιρείες σπόρων και όχι εκείνους που διασώζουν τον φυτικό γενετικό πλούτο της χώρας.
Ο Γιώργος Αντωνόπουλος ζήτησε ακόμη να θεσμοθετηθεί ειδικός ισχυρισμός υγείας για τα προϊόντα που παράγονται από γηγενείς ποικιλίες, αντίστοιχος με αυτόν που ισχύει για το ελαιόλαδο. Όπως υποστήριξε, έρευνες ελληνικών πανεπιστημίων έχουν δείξει ότι οι ποικιλίες αυτές διαθέτουν εξαιρετικά υψηλή διατροφική αξία και αυξημένες συγκεντρώσεις αντιοξειδωτικών και πολυφαινολών.
Κάλεσε, δε, την πολιτεία να στηρίξει την ελληνική γεωργία, τις γηγενείς ποικιλίες και τη βιολογική καλλιέργεια. Τόνισε ότι χωρίς ουσιαστική προστασία της παραγωγικής γης, δίκαιες επιδοτήσεις και στήριξη των παραδοσιακών σπόρων, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει ένα ανεκτίμητο κομμάτι της αγροτικής και πολιτιστικής της ταυτότητας.