Την αναγκαιότητα παρεμβάσεων της Πολιτείας για την προστασία της ελαιοκομίας επισήμαναν βουλευτές και εκπρόσωποι φορέων τόσο στην Επιτροπή Περιβάλλοντος και την Αγροτική Διακομματική Επιτροπή όσο και στο πλαίσιο του Κοινοβουλευτικού Ελέγχου.
Συγκεκριμένα, έχουν τεθεί επί τάπητος στο Κοινοβούλιο τρία βασικά ζητήματα για τον ελαιοκομικό τομέα: το πρώτο αφορά τα προγράμματα των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων (Ο.Ε.Φ.), το δεύτερο σχετίζεται με την έγκαιρη πρόσληψη των εργατών γης και το τρίτο συνδέεται με τα προβλήματα, που προκαλεί η κλιματική αλλαγή στον αγροτικό χώρο, επιβάλλοντας την υιοθέτηση πιο ανθεκτικών καλλιεργειών.
Μάλιστα, ορισμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελαιοκομία είναι κοινά και με άλλους κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής, όπως συμβαίνει με τους εργάτες γης που προέρχονται από το εξωτερικό. Επιπλέον, δυσκολίες καταγράφονται και σε άλλες δενδροκαλλιέργειες, οι οποίες, εξαιτίας της κλιματικής μεταβολής, παρουσιάζουν προβλήματα, ιδίως κατά το στάδιο της ανθοφορίας, χωρίς να αποζημιώνονται.
Η καθυστέρηση στα Ο.Ε.Φ.
Το πρόβλημα με τα προγράμματα των Οργανώσεων Ελαιουργικών Φορέων, σύμφωνα με τον ανεξάρτητο βουλευτή Φθιώτιδας Γιάννη Σαρακιώτη, ξεκίνησε το 2023, όταν δεν προκηρύχθηκε το σχετικό πρόγραμμα. Το γεγονός αυτό, όπως εκτιμά, οδήγησε σε απώλεια ευρωπαϊκών πόρων ύψους 6 εκατ. ευρώ, καθώς και στην επιβολή οικονομικής κύρωσης.
Το 2024 δημοσιεύθηκε πρόσκληση υποβολής προτάσεων με ιδιαίτερα περιορισμένο χρονικό περιθώριο, ενώ οι Ο.Ε.Φ. κλήθηκαν να αποδεχθούν τα εγκεκριμένα προγράμματα μέσα σε μόλις δύο ημερολογιακές ημέρες. Βεβαίως, το ζήτημα δεν απασχολεί μόνο τη Φθιώτιδα, καθώς ανάλογα παράπονα εκφράζονται και από παραγωγούς και συνεταιριστές της Πελοποννήσου, αλλά και άλλων περιοχών της χώρας.
Οι ασφυκτικές προθεσμίες κατά την αξιολόγηση των προγραμμάτων, κατά τον κ. Σαρακιώτη, είχαν ως αποτέλεσμα να εγκριθούν παρεμβάσεις με ποσοστά χαμηλότερα από τα ελάχιστα προβλεπόμενα. Παρ’ όλα αυτά, οι οργανώσεις προχώρησαν στην υλοποίηση των δράσεων, προμηθεύτηκαν εξοπλισμό και πραγματοποίησαν δαπάνες, αξιοποιώντας τόσο τις προκαταβολές που χορήγησε ο Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. όσο και ίδιους πόρους.
Τον Ιούλιο του 2025, έλεγχοι του Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε. διαπίστωσαν ότι, σε μεγάλο αριθμό εγκεκριμένων προγραμμάτων, ορισμένες παρεμβάσεις δεν πληρούσαν τα προβλεπόμενα ποσοστά, με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η εκκαθάριση των σχετικών δαπανών. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε σημαντική οικονομική αβεβαιότητα για τις οργανώσεις και τους εμπλεκόμενους φορείς.
Έτσι, μέσα στο 2026 παραμένουν εκκρεμότητες ως προς την εξέταση αιτήσεων και την καταβολή προκαταβολών. Παραγωγοί, τόσο εντός όσο και εκτός Βουλής, διαμαρτύρονται ότι συνεταιρισμοί και οργανώσεις στερούνται πολύτιμης ρευστότητας εξαιτίας της κατάστασης αυτής.
Νόμος για τους εργάτες γης
Το πρόβλημα της γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού, σε συνδυασμό με την έλλειψη νέων ανθρώπων στον πρωτογενή τομέα, δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παραγωγή. Ο νόμος Πλεύρη για τους μετανάστες – εργάτες γης, ο οποίος ψηφίστηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, θεωρητικά αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της διαδικασίας. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα των ηλικιωμένων παραγωγών και τον προγραμματισμό σύγχρονων αγροτικών εκμεταλλεύσεων και συνεταιρισμών, ενώ αποτρέπουν ακόμη και την παραγωγή μικρών αγροτικών νοικοκυριών για σκοπούς αυτοκατανάλωσης.
Οι καθυστερήσεις στην προσέλκυση εργατών γης αποτελούν μείζον ζήτημα για τον αγροτικό κόσμο, ο οποίος καλείται να προγραμματίσει τη δραστηριότητά του μήνες νωρίτερα, χωρίς να γνωρίζει εάν θα διαθέτει το αναγκαίο εργατικό δυναμικό τη στιγμή που το χρειάζεται. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν πρόκειται για εργαζόμενους από τρίτες χώρες με τις οποίες η Ελλάδα έχει συνάψει σχετικές συμφωνίες.
Υπάρχουν χώρες, όπως η Αίγυπτος, όπου το πλαίσιο συνεργασίας είναι πιο σαφές και οι διαδικασίες ταχύτερες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις οι διαδικασίες προχωρούν με ρυθμούς χελώνας ή παραμένουν στάσιμες. Ως αποτέλεσμα, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να δημιουργεί εμπόδια είτε λόγω υποστελέχωσης των διπλωματικών υπηρεσιών είτε των αρμόδιων υπηρεσιών μετανάστευσης.
Αναμονή ακόμη και 14 μήνες…
Το προηγούμενο διάστημα, σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρξαν παραγωγοί που περίμεναν έως και 14 μήνες για την έγκριση των αιτήσεών τους. Παράλληλα το κόστος εργασίας είχε αυξηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά πολλές καλλιέργειες οικονομικά ασύμφορες. Ο χρόνος αναμονής έχει μειωθεί, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν περιπτώσεις παραγωγών, που βρίσκονται σε αναμονή. Σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που περιμένουν επί τέσσερις μήνες για να λάβουν το απαραίτητο «πράσινο φως», παρότι έχουν ολοκληρώσει τις απαιτούμενες διαδικασίες.
Έτσι, κανένας παραγωγός, ομάδα παραγωγών, εταιρεία ή συνεταιρισμός δεν γνωρίζει με βεβαιότητα, εάν οι εργάτες που έχει αιτηθεί θα βρίσκονται εγκαίρως στη θέση τους ή εάν οι εγκρίσεις θα εκδοθούν σε χρόνο, που δεν θα εξυπηρετεί τις ανάγκες της παραγωγής.
Εξάλλου, υπάρχουν άνθρωποι που θα μπορούσαν να ενταχθούν στον αγροτικό τομέα, αλλά παραμένουν μετέωροι λόγω των καθυστερήσεων στις διαδικασίες ασύλου. Το γεγονός αυτό έχει συνέπειες στις δενδροκαλλιέργειες. Σε πολλές περιπτώσεις ελιές και φρούτα έμειναν ασυγκόμιστα εξαιτίας του υψηλού εργατικού κόστους και της αδυναμίας έγκαιρης εξεύρεσης προσωπικού.
Παράλληλα, προβλήματα καταγράφονται και στον τομέα της κατάρτισης, καθώς συχνά δεν υπάρχει ο απαιτούμενος χρόνος εκπαίδευσης. Η χώρα μας έχει υπογράψει διακρατικές συμφωνίες με τρίτες χώρες αλλά δεν έχουν όλοι οι εργαζόμενοι εμπειρία στην ελαιοκομία ή σε άλλες δενδροκαλλιέργειες.
Αλλαγές στην ελαιοκομία λόγω κλιματικής κρίσης
Σε όλους τους τόνους έχει επισημανθεί στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής η ανάγκη προστασίας της ελαιοκομίας από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Παράλληλα, ζητείται η αναμόρφωση του Κανονισμού του ΕΛΓΑ, ώστε να προβλέπεται αποζημίωση για ζημιές που προκαλούνται σε διαφορετικά στάδια της ανάπτυξης των ελαιόδεντρων.
Επιπλέον, τονίζεται η ανάγκη αναζήτησης λύσεων μέσω της αξιοποίησης πιο ανθεκτικών ποικιλιών και της σταδιακής μεταφοράς νέων φυτεύσεων σε περιοχές με χαμηλότερες θερμοκρασίες ή με μεγαλύτερο υψόμετρο, όπου οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ενδέχεται να είναι ηπιότερες.