Ο δάκος και ο πυρηνοτρήτης αποτελούν διαχρονικά τους σημαντικότερους εντομολογικούς εχθρούς της ελιάς. Ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένας εχθρός που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή αυτή την περίοδο και δεν θα πρέπει να υποτιμάται από τους παραγωγούς. Πρόκειται για τον ρυγχίτη της ελιάς, ένα έντομο που μπορεί να προκαλέσει σημαντικές απώλειες στην παραγωγή μέσω της καρπόπτωσης και της μείωσης της ελαιοπεριεκτικότητας, όταν δεν εντοπιστεί και δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.
Με αφορμή τη δραστηριότητα του εντόμου κατά το κρίσιμο στάδιο σχηματισμού των νεαρών καρπών, ο ΑγροΤύπος συνομίλησε με τον γεωπόνο και πρώην Διευθυντή της ΔΑΟΚ Τριφυλίας, κ. Αντώνη Παρασκευόπουλο, ο οποίος εξηγεί τα χαρακτηριστικά του ρυγχίτη, τον ιδιαίτερο βιολογικό του κύκλο, τις ζημιές που προκαλεί στην ελιά και τα κρίσιμα βήματα παρακολούθησης που πρέπει να πραγματοποιηθούν άμεσα στους ελαιώνες.
Πώς αναγνωρίζεται ο ρυγχίτης και ποιες ζημιές προκαλεί
Όπως εξηγεί ο κ. Παρασκευόπουλος, ο ρυγχίτης (Rhynchites cribripennis) είναι ένα κολεόπτερο έντομο, δηλαδή ένα μικρό σκαθάρι, με χαρακτηριστικό μακρύ ρύγχος από το οποίο προέρχεται και η ονομασία του. Το χρώμα του είναι ερυθρό-κεραμιδί και το ενήλικο άτομο έχει μήκος περίπου 5,5 έως 6 χιλιοστά.
Η παρουσία του γίνεται ιδιαίτερα σημαντική αυτή την εποχή, καθώς τα ενήλικα άτομα τρέφονται από τους νεαρούς καρπούς που σχηματίζονται μετά την καρπόδεση. Με το ρύγχος τους προκαλούν αβαθείς στοές ή οπές στη σάρκα των νεαρών καρπών προκειμένου να τραφούν.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος, «οι καρποί που θα προσβληθούν πολύ νωρίς ή εκείνοι που θα δεχθούν πολλά νύγματα είναι πιθανό να οδηγηθούν σε πρόωρη καρπόπτωση». Παράλληλα, οι επαναλαμβανόμενες προσβολές μπορούν να επηρεάσουν και την ελαιοπεριεκτικότητα του καρπού, μειώνοντας τελικά την παραγωγική αξία της καλλιέργειας.
Η προνύμφη του εντόμου είναι επίσης χαρακτηριστική, καθώς έχει υπόλευκο χρωματισμό, ερυθροκάστανη κεφαλή και μαύρες γνάθους με αραιές τρίχες, στοιχεία που διευκολύνουν την αναγνώρισή της όταν εντοπιστεί.
Ο διετής βιολογικός κύκλος του ρυγχίτη
Ένα από τα στοιχεία που κάνουν τον ρυγχίτη ξεχωριστό είναι ο βιολογικός του κύκλος. Σύμφωνα με τον κ. Παρασκευόπουλο, το έντομο συμπληρώνει μία γενιά κάθε δύο χρόνια, γεγονός που έχει τεκμηριωθεί μέσα από πολυετή πειράματα και παρατηρήσεις του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο παλαιότερων συνεργασιών και ερευνητικών καταγραφών στην περιοχή.
Η προνύμφη διαχειμάζει στο έδαφος κατά τον πρώτο χειμώνα, ενώ το ενήλικο άτομο διαχειμάζει επίσης στο έδαφος κατά τον δεύτερο χειμώνα. Τα ακμαία που έχουν διαχειμάσει εξέρχονται από τα καταφύγιά τους από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο, ενώ σε ορισμένες όψιμες περιοχές η παρουσία τους μπορεί να παραταθεί έως τα τέλη Ιουλίου.
Για λίγες ή και περισσότερες εβδομάδες τα ακμαία τρέφονται από τα ακραία φύλλα και τις τρυφερές βλαστικές κορυφές των ελαιόδεντρων, πριν στραφούν αργότερα στους νεαρούς καρπούς, ανάλογα με την πρωιμότητα κάθε περιοχής.
Στη συνέχεια, όταν σχηματιστούν οι νεαροί καρποί, μεταφέρονται σε αυτούς για να συνεχίσουν τη διατροφή τους και να ολοκληρώσουν τη σεξουαλική τους ωρίμανση. «Αυτό είναι το κρίσιμο στάδιο», υπογραμμίζει ο κ. Παρασκευόπουλος, εξηγώντας ότι η περίοδος που διανύουμε είναι ακριβώς εκείνη κατά την οποία παρατηρούνται τα τροφικά νύγματα που προκαλούν τις πρώτες ζημιές στην παραγωγή.
Από την ωοτοκία έως την ολοκλήρωση του κύκλου ζωής
Κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο, τα θηλυκά άτομα ξεκινούν την ωοτοκία. Με το χαρακτηριστικό τους ρύγχος ανοίγουν οπή στο μεσοκάρπιο του καρπού σε τέτοιο βάθος ώστε να φθάσουν στο τρυφερό ενδοκάρπιο, δηλαδή στον πυρήνα που δεν έχει ακόμη ξυλοποιηθεί.
Εκεί τοποθετούν ένα αυγό. Η προνύμφη που εκκολάπτεται αναπτύσσεται μέσα στον καρπό, όπου παραμένει περίπου έναν έως δύο μήνες, και αργότερα διατρυπά τον πυρήνα. Το φθινόπωρο εξέρχεται από τον ελαιόκαρπο και πέφτει στο έδαφος, όπου συνεχίζει την εξέλιξή της.
Οι περισσότερες προνύμφες ολοκληρώνουν την ανάπτυξή τους τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο και παραμένουν στο έδαφος μέχρι το τέλος του επόμενου καλοκαιριού ή τις αρχές του φθινοπώρου. Ακολουθεί η νύμφωση και στη συνέχεια η εμφάνιση του τέλειου εντόμου, το οποίο θα διαχειμάσει στο έδαφος και θα εμφανιστεί την επόμενη άνοιξη, ολοκληρώνοντας έτσι τον διετή βιολογικό κύκλο.
Όπως επισημαίνει ο κ. Παρασκευόπουλος, «ένα μικρό ποσοστό των προνυμφών παραμένει μέσα στους καρπούς κατά τη διάρκεια του χειμώνα και εγκαταλείπει τον ελαιόκαρπο την άνοιξη», γεγονός που δείχνει τη σύνθετη βιολογία του εντόμου και την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης.
Τινάγματα, έλεγχος και πότε απαιτείται επέμβαση
Το σημαντικότερο μήνυμα που απευθύνει στους παραγωγούς ο κ. Παρασκευόπουλος αφορά τις ενέργειες που πρέπει να γίνουν άμεσα στους ελαιώνες. Όπως αναφέρει, η παρούσα περίοδος, κατά την οποία έχουν σχηματιστεί τα μικρά καρπίδια, είναι το κρίσιμο στάδιο για την καλλιέργεια, καθώς τότε πραγματοποιούνται τα τροφικά νύγματα που προκαλούν τη ζημιά. Για τον λόγο αυτό, τώρα είναι η πλέον κατάλληλη περίοδος για έλεγχο του πληθυσμού του ρυγχίτη μέσω δειγματοληψιών και τιναγμάτων.
Η διαδικασία είναι απλή αλλά απαιτεί σωστή εφαρμογή. Νωρίς το πρωί, πριν από την ανατολή του ήλιου, επιλέγονται τυχαία δέντρα μέσα στον ελαιώνα και πραγματοποιείται δυνατό τίναγμα των κλάδων. Προηγουμένως πρέπει να έχει τοποθετηθεί κάτω από το δέντρο κατάλληλος υποδοχέας, όπως λεκάνη, δίσκος ή πανί, με χρωματισμό που να επιτρέπει την εύκολη διάκριση των κεραμιδί ακμαίων.
«Οι ρυγχίτες το πρωί είναι ουσιαστικά ναρκωμένοι πάνω στα δέντρα και με ένα απότομο τίναγμα πέφτουν εύκολα στον υποδοχέα», εξηγεί.
Το οικονομικό όριο ζημιάς έχει καθοριστεί στα 3-4 ακμαία κατά μέσο όρο ανά κλάδο. Εάν οι μετρήσεις ξεπεράσουν αυτό το όριο, θεωρείται ότι υπάρχει κίνδυνος οικονομικά σημαντικής ζημιάς και απαιτείται άμεση επέμβαση με εγκεκριμένα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, σύμφωνα με τις οδηγίες της ετικέτας και τις συστάσεις των τοπικών γεωπόνων. Αντίθετα, όταν οι πληθυσμοί βρίσκονται κάτω από το συγκεκριμένο όριο, δεν συνιστάται επέμβαση, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της σωστής παρακολούθησης πριν από οποιαδήποτε απόφαση φυτοπροστασίας.
Ο ρυγχίτης εντοπίζεται παραδοσιακά κυρίως σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές κοντά σε δασικές ή λογκώδεις εκτάσεις. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η παρουσία του καταγράφεται ολοένα συχνότερα και σε πεδινές περιοχές. Στη χώρα μας συναντάται κατεξοχήν στη Δυτική Ελλάδα, από την Κέρκυρα έως τη Μεσσηνία, ενώ πλέον καταγράφεται και στα Δωδεκάνησα, στις Κυκλάδες και σε πολλές ακόμη ελαιοκομικές περιοχές, γεγονός που δείχνει ότι η παρουσία του αφορά πλέον σχεδόν ολόκληρη τη χώρα.
Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη επιθεώρηση των ελαιώνων και η εφαρμογή των απαραίτητων ελέγχων αποτελούν το βασικό εργαλείο για την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός εχθρού που μπορεί να περάσει απαρατήρητος, αλλά να αφήσει σημαντικό αποτύπωμα στην τελική παραγωγή.