Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν τέσσερις κτηνοτροφικοί σύλλογοι οι οποίοι προειδοποιούν ότι ο κλάδος τους απειλείται ευθέως πλέον με εξαφάνιση.
Συγκεκριμένα, σε κοινή τους ανακοίνωση, που εξέδωσαν ο Πανλαρισαϊκός Αγροτικός Κτηνοτροφικός Σύλλογος, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Πληγέντων από Πανώλη και Ευλογιά, ο Αγροκτηνοτροφικός και Μελισσοκομικός Σύλλογος Δυτικής Αχαΐας και η Συντονιστική Επιτροπή Κτηνοτρόφων Δήμου Δυτικής Αχαϊας, τονίζουν ότι βασικά προβλήματα είναι το κόστος παραγωγής, αλλά και οι εκατοντάδες χιλιάδες θανατώσεις λόγω ζωονόσων, με τους κτηνοτρόφους να κάνουν λόγο για εθνική κρίση.
Στο μεταξύ, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η κυβέρνηση, τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου αναμένεται να πληρωθούν οι κτηνοτρόφοι για την απώλεια εισοδήματος για το 2026. Η αποζημίωση αυτή είναι συμπληρωματική και αφορά αποκλειστικά τη διαφυγόν εισόδημα λόγω των περιορισμών που απαγορεύουν την ανασύσταση του ζωικού τους κεφαλαίου.
Το ύψος της αποζημίωσης καθορίζεται σε:
α) 70 ευρώ για θανατωθέντα πρόβατα και αίγες άνω των έξι μηνών και
β) 50% του ποσού (35 ευρώ) για θανατωθέντες αμνούς ή ερίφια έως έξι μηνών και κριούς ή τράγους αναπαραγωγής ηλικίας άνω των έξι μηνών.
Το τελικό ποσό ανά δικαιούχο υπολογίζεται ως το γινόμενο του αριθμού των θανατωθέντων ζώων επί του αντίστοιχου ποσού αποζημίωσης.
Ανακοίνωση Συλλόγων
Αναλυτικά η ανακοίνωση που εξέδωσαν οι κτηνοτροφικοί σύλλογοι αναφέρει τα εξής:
Δεν γράφουμε αυτό το κείμενο για να δημιουργήσουμε αντιπαραθέσεις ούτε για να αποδώσουμε ευθύνες. Το γράφουμε γιατί, δύο χρόνια μετά την εμφάνιση των πρώτων κρουσμάτων ευλογιάς των αιγοπροβάτων, η πραγματική εικόνα της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας παραμένει άγνωστη σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Σήμερα δεν μιλάμε πλέον για μια κρίση που αφορά μία Περιφερειακή Ενότητα. Η ευλογιά έχει εξελιχθεί σε μια εθνική κρίση. Περιοχές που είχαν πληγεί ξαναβλέπουν τη νόσο να επανεμφανίζεται, ενώ νέες Περιφερειακές Ενότητες, που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν ελεύθερες από την ευλογιά, εμφανίζουν πλέον κρούσματα.
Ο Αύγουστος του 2025 μοιάζει να επαναλαμβάνεται. Αυτό αποδεικνύει ότι η μέχρι σήμερα στρατηγική δεν κατάφερε να ανακόψει την εξάπλωση της ευλογιάς. Και όσο η νόσος επιμένει, τόσο καταρρέει η ελληνική κτηνοτροφία.
Πίσω όμως από τα επιδημιολογικά δεδομένα υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν οικογένειες που έχασαν το μοναδικό τους εισόδημα, παραγωγοί που δεν έχουν ακόμη κατορθώσει να ξανασταθούν στα πόδια τους, άνθρωποι που ζουν εδώ και μήνες χωρίς παραγωγή, χωρίς εισόδημα και με τεράστια ψυχολογική πίεση.
Σαν να μην έφτανε αυτό, οι πληγέντες εξακολουθούν να περιμένουν την αναγνώριση της ανωτέρας βίας, με αποτέλεσμα να στερούνται ενισχύσεις που είναι απαραίτητες για την επιβίωση τους.
Είναι αδιανόητο ένας κτηνοτρόφος που έχασε το κοπάδι του με εντολή της Πολιτείας, στο πλαίσιο των μέτρων για την αντιμετώπιση της νόσου, να βρίσκεται στη συνέχεια αντιμέτωπος και με την απώλεια των ενισχύσεων από τις οποίες εξαρτάται η επιβίωσή του.
Δεν μπορεί να ζητείται από έναν άνθρωπο να συνεχίσει να ζει και να κρατήσει όρθια την οικογένειά του χωρίς παραγωγή, χωρίς εισόδημα και χωρίς την οικονομική στήριξη που προβλέπεται σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η οποία αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι σε ανθρώπους που δεν έχασαν την παραγωγή τους από δική τους επιλογή ή αμέλεια, αλλά επειδή εφάρμοσαν τα υποχρεωτικά μέτρα που η ίδια η Πολιτεία επέβαλε για την προστασία της δημόσιας και ζωικής υγείας. Η άμεση αναγνώριση και η καταβολή όλων των ενισχύσεων που δικαιούνται οι πληγέντες παραγωγοί δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Είναι ζήτημα δικαιοσύνης, ισονομίας και επιβίωσης του κλάδου.
Η μεγαλύτερη κόπωση, όμως, δεν είναι μόνο οικονομική.
Είναι η αίσθηση ότι εδώ και δύο χρόνια επαναλαμβάνονται οι ίδιες προειδοποιήσεις χωρίς να ακούγονται.
Οι κτηνοτρόφοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ΕΘΕΑΣ διατύπωσε τις θέσεις της.
Η επιστημονική κοινότητα, μέσα από το ψήφισμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ανέδειξε κρίσιμα ζητήματα.
Οι γαλακτοβιομηχανίες προειδοποιούν για τις επιπτώσεις στην παραγωγή γάλακτος.
Όταν οι άνθρωποι της παραγωγής, οι επιστήμονες και οι φορείς της αγοράς συγκλίνουν στην ανάγκη αλλαγής πορείας, η Πολιτεία οφείλει να ακούσει.
Η χώρα χρειάζεται πλέον μια νέα εθνική στρατηγική. Μια στρατηγική που θα βασίζεται στην επιστήμη, θα ενισχύει ουσιαστικά τις υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες, θα εφαρμόζει αυστηρά μέτρα βιοασφάλειας και θα αξιοποιεί όλα τα διαθέσιμα επιστημονικά εργαλεία. Με βάση τη σημερινή επιδημιολογική πραγματικότητα, η αξιολόγηση του εμβολιασμού ως μέρους αυτής της στρατηγικής αποτελεί ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί με σοβαρότητα και επιστημονική τεκμηρίωση. Η αλλαγή στρατηγικής δεν είναι παραδοχή αποτυχίας. Είναι ένδειξη υπευθυνότητας όταν τα δεδομένα έχουν αλλάξει.
Παράλληλα, η Πολιτεία οφείλει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων της παραγωγής, αναγνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν, στηρίζοντας ουσιαστικά τους πληγέντες και αξιολογώντας με ειλικρίνεια τις επιλογές που έγιναν μέχρι σήμερα.
Οι συνέπειες αυτής της κρίσης δεν αφορούν μόνο τους κτηνοτρόφους.
Αφορούν την παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος, τη φέτα και τα υπόλοιπα ελληνικά προϊόντα ΠΟΠ, τη μεταποίηση, τις τοπικές οικονομίες και τελικά την ίδια τη διατροφική επάρκεια της χώρας.
Ζητάμε να σωθεί ένας παραγωγικός κλάδος που αποτελεί πυλώνα της ελληνικής υπαίθρου.
Ζητάμε μια εθνική στρατηγική που θα ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα.
Ζητάμε να ληφθούν αποφάσεις πριν η ανασύσταση της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας μετατραπεί από δύσκολος στόχος σε αδύνατη αποστολή.
Σήμερα οι κτηνοτρόφοι, η επιστημονική κοινότητα, οι παραγωγικοί φορείς και οι άνθρωποι της αγοράς δεν βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Συγκλίνουν σε ένα κοινό μήνυμα:
- Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία δεν αντέχει άλλη καθυστέρηση.
- Αυτό δεν είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας. Είναι μια κραυγή ευθύνης.
Γιατί η ελληνική αιγοπροβατοτροφία ζητά το αυτονόητο: να της δοθεί η ευκαιρία να επιβιώσει.
Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία δεν ανήκει σε μία Περιφέρεια, ούτε σε έναν νομό.
Είναι εθνικός πλούτος και η προστασία της αποτελεί ευθύνη όλων μας.
Καλούμε κάθε Αγροτικό και Κτηνοτροφικό Σύλλογο, κάθε συνεταιρισμό, κάθε επιστημονικό και παραγωγικό φορέα που συμμερίζεται την αγωνία μας, να ενώσει τη φωνή του. Η κρίση αυτή δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτεί ενότητα, ειλικρίνεια, επιστημονική τεκμηρίωση, πολιτική βούληση και ανάληψη ευθυνών.





